Έντυπη Έκδοση

Σανδάλια χειροποίητα

Τι ωραία που είναι όταν ξημερώνει Κυριακή... Ενα ελαφρό αεράκι φυσάει πάνω από τις ταράτσες, κουνάει τις κεραίες, μπαινοβγαίνει απ' τις μισάνοιχτες μπαλκονόπορτες και βγαίνει βιαστικά για να παίξει με τα πλατάνια, τις ελιές και τα ροδόδενδρα της Ακρόπολης πριν σκορπίσει στη γειτονιά τις ευωδιές απ' το λιβάνι και τα αναμμένα κεριά του παρακείμενου ναΐσκου.

Κυριακή πρωί: Το μορατόριουμ για τις ώρες κοινής ησυχίας έχει μόλις εκπνεύσει... Σε λίγο θ' ακουστούν οι πρώτες... ριπές απ' τις εχθροπραξίες που επαναλαμβάνονται σε κάθε ζωντανό σπίτι... Τερετίσματα από καζανάκια που θορυβούν ανεξέλεγκτα, τριξίματα ασανσέρ, ήχοι ραδιοφώνου, ψαλμωδίες τηλεοπτικής κατάνυξης, ποδοβολητά από μικρούς και μεγάλους. Και μετά, πόρτες που κλείνουν βιαστικά, βήματα στις σκάλες, το χαρούμενο λαχάνιασμα του μαύρου λαμπραντόρ που βγάζει βόλτα τον ιδιοκτήτη του!

Εχουν κάτι από άρωμα άλλης εποχής οι Κυριακές στο νέο μας σπίτι. Σαν τις μυρωδιές που αναδύονται απ' τα κλεισμένα συρτάρια. Ανοίγεις να βρεις το φανελάκι σου κι η ευωδιά μιας παλιάς ιστορίας σε χτυπάει μαλακά στο πρόσωπο σαν καραβίσιος αέρας. Σε ξυπνάει στο χθες με τις αισθήσεις σε καταστολή αλλά με μάτια και αυτιά ανοιχτά. Βλέπεις την επέμβαση της μνήμης στο κοιμισμένο σώμα σου, την ώρα που το μυαλό σου καλπάζει σ' ένα χθες που τριγυρίζει στα ίδια σοκάκια.

Κι είναι μαγικό αυτό το χθες. Οχι επειδή είσαι ο ίδιος -έχεις πάψει να είσαι ο ίδιος εδώ και χρόνια-, αλλά επειδή ο τόπος, αυτό το πολύ συγκεκριμένο στίγμα αυτής της ιδιαίτερης γειτονιάς, έμεινε απαράλλαχτο σε πείσμα όλων.

Και τότε, δεν ήμασταν κάτοικοι της περιοχής. Απλώς, τα βήματα μάς οδηγούσαν, ταπεινούς προσκυνητές, στην ομορφιά και το κλέος που γεννήθηκαν εδώ, σ' αυτό το Βράχο μαζί με όλα τα παρελκόμενα.

Κι όπως χιλιάδες ελληνολάτρες ανακάλυψαν την Κιβωτό του Πολιτισμού σε μια φέτα καρπούζι μια λαμπρή Σεπτεμβριάτικη μέρα δίπλα στο κύμα, έτσι κι εμείς περπατήσαμε τους δρόμους της Ιστορίας μ' ένα ζευγάρι σανδάλια απ' τα τουριστικά της Κυδαθηναίων φορώντας στα πόδια μας τον κόσμο όλο.

Αυτά, τα ίδια σανδάλια που προβάρουν σήμερα οι τουρίστες, ανανεώνοντας το ραντεβού τους με το στιλ και τη μόδα όπως επιτάσσουν οι φασιονίστες από χιλιάδες μίλια μακριά.

Τους βλέπουμε πώς καμαρώνουν όταν περπατάνε περίεργα μέχρι να συνηθίσουν την ίσια και δύσκαμπτη σόλα, τα χαλαρά λουριά, τη γλιστεράδα στις μαρμαρόπλακες.

Ακούμε τον ήχο κλαπ κλαπ, από το κενό ανάμεσα στη φτέρνα και τη σόλα κι αυτόματα συνδέουμε το χθες με μια θάλασσα από ψάθινα καπέλα που κινούνται στους δρόμους του σήμερα, σαν να τους σπρώχνει ο ίδιος αέρας που τους έφερε από τα πέρατα της γης, για να τους ξανασκορπίσει μαζί με τα φυλαχτά τους -ένα μαγνητάκι ψυγείου, ένα οδηγό της Αθήνας, μια γύψινη Καρυάτιδα- με τις πρώτες φθινοπωρινές στάλες.

Δεν νομίζουμε πως υπάρχει τίποτα άλλο -πιο λιτό, πιο κομψό, πιο ελληνικό- από ένα ζευγάρι σανδάλια κι ένα καλοκαιρινό ψαθάκι. Κι αν το τζατζίκι, ο μουσάκας, η greek salad, μπαίνουν στο υποσυνείδητο της γαστριμαργικής ατζέντας τους, τα υπόλοιπα είναι σήματα κατατεθέντα όχι ενός ταξιδιού, αλλά μιας διαδρομής που κρατάει από τα βάθη των αιώνων χωρίς τίτλους τέλους. Είναι αυτά που άμα τη εμφανίσει, μας κυριεύουν με μια ανεξέλεγκτη δύναμη για να μας ταξιδέψουν στο χωροχρόνο πριν μας απιθώσουν προσεκτικά στα σκαλιά του Ερεχθείου.

Ξαναγυρνώντας στο τώρα, οι πιστοί φορώντας τα καλά τους και κρατώντας το αντίδωρο, βγήκαν από την εκκλησία και σκόρπισαν στους γύρω δρόμους. Τα πρώτα ψάθινα καπέλα εμφανίστηκαν στις υπώρειες της Αρεοπαγίτου.

Βλέπουμε από μακριά την ακανόνιστη κίνησή τους όπως τα σπρώχνει ο πρωινός αέρας. Ακούμε τον ήχο από τα γυμνά πόδια που σέρνονται στο πλακόστρωτο. Κοιτάμε μακριά και... μας βλέπουμε με το φθαρμένο μας τζιν, το σακίδιο στην πλάτη, τα χειροποίητα σανδάλια κι ένα χαμόγελο ευτυχίας που δεν κρύβεται όσο κι αν το ψάθινο καπέλο σκιάζει τα μάτια μας.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Στη στήλη
ΟΛΗ Η ΠΟΛΗ ΤΟ ΚΟΥΒΕΝΤΙΑΖΕΙ