Έντυπη Έκδοση

Ημιαυτοβιογραφικός Μπούρμαν στο Πανόραμα

Με τη νέα του ταινία, «Για την βασίλισσα και την πατρίδα», ο 81χρονος Βρετανός σκηνοθέτης θέλησε να φτιάξει μια συνέχεια στην ημιαυτοβιογραφική ταινία του «Ελπίδα και δόξα»

Είκοσι επτά χρόνια μετά την ταινία του «Ελπίδα και δόξα» (1987), ο Βρετανός σκηνοθέτης Τζον Μπούρμαν επιστρέφει με την ημιαυτοβιογραφική ταινία «Queen and Country» («Για τη βασίλισσα και την πατρίδα»), που είδαμε στο φετινό «Δεκαπενθήμερο των Σκηνοθετών» του Φεστιβάλ Κανών και που το αθηναϊκό κοινό θα έχει την ευκαιρία να απολαύσει στο διαγωνιστικό τμήμα του φετινού 27ου Πανοράματος Ευρωπαϊκού Κινηματογράφου (που ξεκινά στις 16 Οκτωβρίου).

Ο Μπούρμαν έγινε πασίγνωστος με το (κλασικό πια σήμερα) φιλμ νουάρ «Ο επαναστάτης του Αλκατράζ» («Point Blank», 1967), ταινία βουτηγμένη σε μια ιδιαίτερα μαύρη ατμόσφαιρα, που, μαζί με την «Τσάιναταουν» του Πολάνσκι, ανανέωσε το είδος σε μια περίοδο που αυτό είχε ουσιαστικά εξαφανιστεί. Στη συνέχεια, ο Μπούρμαν θα γυρίσει μια σειρά εξαιρετικών ταινιών («Εξκάλιμπερ», «Σμαραγδένιο δάσος», «Ζάρντοζ», «Δυο λιοντάρια στον Ειρηνικό», «Οταν ξέσπασε η βία»), που τον τοποθετούν ανάμεσα στους πιο σημαντικούς δημιουργούς του σύγχρονου κινηματογράφου.

Με τη νέα του αυτή ταινία, ο 81χρονος Βρετανός σκηνοθέτης θέλησε, όπως ανέφερε ο ίδιος στη συνέντευξη Τύπου που ακολούθησε την προβολή της στις Κάνες, να φτιάξει μια συνέχεια στην ημιαυτοβιογραφική ταινία του «Ελπίδα και δόξα», που αναφερόταν στη ζωή ενός 9χρονου παιδιού στο Λονδίνο, στη διάρκεια των βομβαρδισμών από τα γερμανικά αεροπλάνα, την εποχή του Β' Παγκοσμίου Πολέμου.

Εδώ, βρισκόμαστε στο Λονδίνο του 1952, με τον 18άχρονο πια ήρωα να καλείται στο στράτευμα, την περίοδο του πολέμου της Κορέας. Η ταινία παρακολουθεί την καθημερινή, ανιαρή ζωή του στο στρατόπεδο, όπου αυτός αναλαμβάνει να μαθαίνει στους νεοσύλλεκτους γραφομηχανή και αργότερα να τους προετοιμάζει για την Κορέα (τα κριτικά του σχόλια για τον Μακάρθουρ και το κατεστημένο θα τον βάλουν σε μπελάδες), καθώς και τα προβλήματα που δημιουργεί σ' αυτόν κι ένα φίλο του ένας κολλημένος στους κανόνες ψυχοπαθής λοχίας, που, κάποια στιγμή, θα τον εκδικηθούν κλέβοντάς του το πολύτιμο ρολόι του.

Οπως και η προηγούμενη, υποψήφια για Οσκαρ, ταινία του, το «Για τη βασίλισσα και την πατρίδα» είναι γυρισμένη με μπόλικο χιούμορ, με επιμέρους ανέκδοτα και μια νεανική, γεμάτη ζωντάνια, ευρηματικότητα και φαντασία προσέγγιση στη σκηνοθεσία της. Για το σκηνοθέτη, η σχέση ανάμεσα στη μνήμη και τη φαντασία είναι πολύ μυστήρια. «Συχνά αισθάνομαι πως η φαντασία βρίσκεται πιο κοντά στην αλήθεια από τη μνήμη», ανέφερε ο ίδιος. «Θυμάμαι, όταν έγραφα το σενάριο για την "Ελπίδα και δόξα" και το έδειξα στη μητέρα μου και τη μεγαλύτερη αδερφή μου -γιατί έχουν σημαντική παρουσία στην ταινία- κι εκείνες εξεπλάγησαν, γιατί γεγονότα που θεωρούσα πως είχα δημιουργήσει απλά με τη φαντασία μου, αποκαλύφθηκε πως είχαν συμβεί στην πραγματικότητα. Τους προξένησε μεγάλη εντύπωση το πώς θα μπορούσα να γνώριζα αυτά τα πράγματα. Ισως το ίδιο ακριβώς να συμβαίνει και σ' αυτή την ταινία μου, ότι δηλαδή τα στοιχεία της φαντασίας είναι πιθανόν πιο κοντά στην αλήθεια από τις μνήμες».

«Για την βασίλισσα  και την πατρίδα» «Για την βασίλισσα και την πατρίδα» Δεν είναι μόνο η φαντασία που ενδιαφέρει το σκηνοθέτη στο φτιάξιμο μιας ταινίας, αλλά και ο τρόπος με τον οποίο ζωντανεύει κανείς ένα σενάριο. Στον Μπούρμαν έκανε εντύπωση η απάντηση του Μπέργκμαν σχετικά με το τι σημαίνει γι' αυτόν το γύρισμα μιας ταινίας. Βρισκόταν, όπως λέει ο ίδιος ο Μπούρμαν, παρών όταν κάποιος ρώτησε τον Μπέργκμαν τι κάνει όταν γυρίζει μια ταινία και ο Μπέργκμαν απάντησε: «Δεν προσπαθώ να κάνω την ταινία να φαίνεται αληθινή, αλλά πάντα προσπαθώ να την κάνω να φαίνεται ζωντανή». Για τον Μπούρμαν το φτιάξιμο μιας ταινίας πρέπει να είναι εντελώς προσωπικό. Ολα ξεκίνησαν στη ζωή του όταν, το 1952, πρωτοείδε την ταινία «Ρασομόν» του Κουροσάβα. «Ξαφνικά», σημειώνει, «είδα τις μεγαλύτερες δυνατότητες που μπορούσε να προσφέρει ο κινηματογράφος από εκείνες που μέχρι τότε θεωρούσα εφικτές».

Παρά τις σημαντικές ταινίες που έχει στο ενεργητικό του, η εξασφάλιση χρημάτων για το γύρισμα της ταινίας του «Για τη βασίλισσα και την πατρίδα» δεν ήταν καθόλου εύκολη. Στην ταινία του, μάλιστα, αναφέρονται ευχαριστίες για ένα φίλο του, που την τελευταία στιγμή, και ενώ το ρευστό είχε τελειώσει, αποφάσισε να βοηθήσει να ολοκληρωθεί η ταινία. «Μια μέρα που τον συνάντησα, με ρώτησε πώς πάει η ταινία και όταν του είπα πως λόγω έλλειψης χρημάτων θ' αναγκαστούμε να σταματήσουμε, την επόμενη μέρα μου έστειλε ένα τσεκ των 350.000 λιρών κι έτσι τελειώσαμε την ταινία», εξηγεί ο Μπούρμαν. «Περισσότερες από το 50% των ανεξάρτητων ταινιών καταρρέουν, είτε δυο-τρεις βδομάδες πριν αρχίσει το γύρισμα είτε μια βδομάδα μετά που αρχίζει. Ο κινηματογράφος είναι πολύ παράτολμη δουλειά. Γνωρίζετε ίσως την ιστορία του ανθρώπου που τον ρώτησαν "Πώς μπορείτε να γίνετε εκατομμυριούχος γυρίζοντας ανεξάρτητες ταινίες;". Και εκείνος απάντησε: Αρχίζεις ως δισεκατομμυριούχος».

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Με λέξεις-κλειδιά
Σκηνοθέτες/Παραγωγοί
Ταινίες/Σήριαλ/Παραγωγές