Έντυπη Έκδοση

Η πολιτιστική κληρονομιά, πολυτέλεια;

Η πολιτιστική κληρονομιά είναι μια περιττή πολυτέλεια για το νεοφιλε-λεύθερο κράτος, γιατί δεν βγάζει τα λεφτά της

Η ιστορία αυτή θα μπορούσε να έχει γίνει στην Ελλάδα, πάντως συνέβη στην παρόμοιας νοοτροπίας Μεγάλη Ελλάδα. Νότια από τη Νάπολη βρίσκεται η κωμόπολη Βέλια (Velia), που πήρε το όνομά της από την αρχαία Ελέα, αποικία της Φώκαιας και πατρίδα του φιλόσοφου Παρμενίδη. Η Σχολή του Παρμενίδη άλλωστε, μαζί με το αρχαίο θέατρο, είναι τα βασικά αξιοθέατα του αρκετά μεγάλου αρχαιολογικού χώρου.

Ολόκληρη η περιοχή έχει πολλά νερά και ο αρχαιολογικός χώρος έχει μεγάλο πρόβλημα με τα φυτά. Η τοπική Εφορεία Αρχαιοτήτων του Σαλέρνο είχε βρει την απλή και οικονομική λύση, κάνοντας μια συνεννόηση με έναν αλογοτρόφο της περιοχής. Αυτός μια φορά το μήνα ερχόταν με χορτοκοπτικό, φρέζα και ημιφορτηγό, ξεχορτάριαζε τα πάντα και κρατούσε το χόρτο για τα άλογά του.

Ξαφνικά, το νέο πνεύμα Ρέντσι έφτασε και στα βάθη της Καμπανίας και η Εφορεία του Σαλέρνο έστειλε μια επιστολή στον αλογοτρόφο, ζητώντας του να πληρώνει για το χορτάρι που παίρνει. Η απάντησή του ήταν προφανής, «Κόφτε το χόρτο μόνοι σας!», ξέροντας ότι τώρα αυτοί μεν θα πρέπει να πληρώνουν την αποψίλωση, ενώ εκείνος εύκολα θα 'βρισκε κάποιον κτηματία που να χρειάζεται δωρεάν ξεχέρσωμα. Επειτα από ένα πολύ βροχερό καλοκαίρι, ήδη ολόκληρη η Σχολή του Παρμενίδη δεν διακρίνεται καθόλου μέσα από τα χόρτα, ενώ οι επισκέπτες (κάπου 35 χιλιάδες το χρόνο) είναι αδύνατον να κυκλοφορήσουν. Ως το επόμενο καλοκαίρι, η κατάσταση θα θυμίζει αρχαιότητες των Μάγια, με τα μνημεία χαμένα μέσα στη ζούγκλα.

Μέσα στην ελληνικού τύπου γενική διάλυση του ιταλικού κράτους, η Αρχαιολογική Υπηρεσία είναι σε τέτοιο χάλι, ώστε η συγκεκριμένη Εφορεία δεν έχει ούτε κάποιον για να επιβλέπει την Αυστριακή Αρχαιολογική Σχολή, η οποία σκάβει όπου λάχει κι όπως λάχει. Η πολιτιστική κληρονομιά έχουμε ξαναπεί ότι είναι μια περιττή πολυτέλεια για το νεοφιλελεύθερο κράτος, γιατί δεν βγάζει τα λεφτά της.

Ας παρηγορηθούμε με κάτι ευχάριστο. «Αριθμός Μηδέν» («Numero Zero») είναι ο τίτλος του καινούργιου βιβλίου του Ουμπέρτο Εκο, που θα κυκλοφορήσει μετά την Πρωτοχρονιά. Οπως και τα προηγούμενα, είναι γεμάτο συνωμοσίες, αλλά αυτή τη φορά όχι από το Μεσαίωνα (που, μεταξύ μας, είχε αρχίσει να εξαντλείται ως θέμα), αλλά από την Ιταλία των δεκαετιών 1960-80. Η ιστορία αρχίζει το 1992 στο Μιλάνο και πηγαίνει πίσω σε όλες τις συνωμοσίες για κατάλυση του καθεστώτος από κάθε είδους εγχώρια και υπερατλαντικά κέντρα: Πρώτη βέβαια η «Λέσχη της Λόγχης» («Gladio»), που ήταν κάτι σαν τον δικό μας ΙΔΕΑ, δηλαδή ένας σύνδεσμος (στα ιταλικά λέγεται «τζούντα», στα ισπανικά «χούντα») αξιωματικών για προάσπιση των απολεσθέντων ιδανικών. Στη συνέχεια η μασονική στοά Π2, ο θάνατος του Πάπα Ιωάννη-Παύλου Α' ύστερα από 33 μέρες στο θρόνο, για να τον διαδεχθεί ο Πάπας της CIA, ο Πολωνός Βοϊτίλα, ακολουθεί η απόπειρα πραξικοπήματος του συνεργάτη των ναζί Μποργκέζε το 1970, οι Ερυθρές Ταξιαρχίες... Οπως πάντα, αναμένονται για τους πρώτους μήνες κυκλοφορίας πάνω από μισό εκατομμύριο πωλήσεις στην Ιταλία και μετάφραση σε πάνω από 50 γλώσσες.

Εναν συνδυασμό των δύο συνωμοσιών, της «Λόγχης» και του Μποργκέζε, έχει αποδώσει άψογα, όσο ακόμη ήταν πρόσφατες, ο ιδιοφυής Μάριο Μονιτσέλι στην κωμωδία του 1972 «Θέλουμε τους κολονέλους» («Vogliamo Ι colonelli»), που παίχτηκε και στην Ελλάδα, μετά τη μεταπολίτευση βέβαια.

Ως υποτιθέμενος Μποργκέζε δίνει ρεσιτάλ ο Ούγκο Τονιάτσι, ενώ άψογος είναι και ο ξεμωραμένος απόστρατος που θα αναλάμβανε πρωθυπουργός όταν καταλάμβαναν την εξουσία. Στο πρακτικό μέρος, η τεχνογνωσία προερχόταν από την ελληνική χούντα! Ομως, ένα μπέρδεμα στις συντεταγμένες, με παρεμβολή δύο ραδιοπειρατών της εποχής που έπαιζαν σκάκι εξ αποστάσεως, κάνει ώστε οι αλεξιπτωτιστές να πέσουν μέσα σε στάβλους και κοτέτσια και έτσι το πραξικόπημα καταλήγει σε φιάσκο και ο αρχηγός Τονιάτσι καταφεύγει -πού αλλού;- στην Αθήνα!

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Πολιτική
Στη στήλη
Αρθρο