Έντυπη Έκδοση

ΔΕΝ ΑΡΚΕΙ Η ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΓΙΑ ΝΑ ΘΩΡΑΚΙΣΤΕΙ ΜΙΑ ΜΕΙΟΝΟΤΗΤΑ, ΛΕΕΙ ΣΤΗΝ «Ε» Ο ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ Θ. ΣΤΕΡΓΙΟΠΟΥΛΟΣ

«Μονάχη έγνοια η γλώσσα μου...»

Στις 2 Οκτωβρίου οι εκδόσεις «Ελίκρανον» θα παρουσιάσουν επισήμως το περιοδικό στο αθηναϊκό αναγνωστικό κοινό

Αν δεν είναι πολυτέλεια -που δεν είναι, πιστέψτε με, εν προκειμένω- σίγουρα είναι αποκοτιά, απ' αυτές που τόσο ανάγκη έχει ο χειμαζόμενος απ' τα μνημόνια Ελληνισμός, μπας και σταθεί όρθιος απέναντι στο σαρωτικό ξεροβόρι τους.

«Εκείνο που ξεχωρίζει πρωτίστως εμάς τους Ελληνες της Αλβανίας απ' τους Αλβανούς είναι η γλώσσα μας. Η θεία ελληνική γλώσσα», λέει ο συγγραφέας Θωμάς Στεργιόπουλος «Εκείνο που ξεχωρίζει πρωτίστως εμάς τους Ελληνες της Αλβανίας απ' τους Αλβανούς είναι η γλώσσα μας. Η θεία ελληνική γλώσσα», λέει ο συγγραφέας Θωμάς Στεργιόπουλος Κάπως έτσι σκέφτηκε, προφανώς, και η μικρή παρέα των Βορειοηπειρωτών δημιουργών, που, μες στη σκληρή βιοπάλη τόλμησε να φτιάξει, με το υστέρημά της, αλλά και το περίσσευμα ψυχής της, «ένα κοινό πνευματικό σπίτι» για όλους τους εξ Αλβανίας ομογενείς δημιουργούς.

Ο λόγος για το Περιοδικό Λόγου και Τέχνης των Ελλήνων στην Αλβανία, όπως αναγράφεται στο καλαίσθητο εξώφυλλο του πρώτου τεύχους του, το οποίο κυκλοφόρησε αυτό το καλοκαίρι από τις εκδόσεις «Ελίκρανον» με τίτλο τον εμβληματικό στίχο του Ελύτη «Τη γλώσσα μού έδωσαν ελληνική» που ξαφνιάζει ευχάριστα και εξάπτει τη φαντασία. Ενα περιοδικό ποικίλης ύλης, με έναν συζευκτικό αστερισμό ονομάτων ομογενών και Ελλαδιτών, αλλά και Βαλκάνιων δημιουργών σε μια αξιοζήλευτη αρμονική συνύπαρξη, χωρίς ίχνος πατριδοκαπηλίας και εθνικισμού, όπως ο ελληνικός πολιτισμός ξέρει να δημιουργεί.

Πρωτεργάτης, οραματιστής και ψυχή αυτού του εγχειρήματος, που με τόσο μεράκι πραγμάτωσαν οι συνεκδότες του μικρού εκδοτικού οίκου «Ελίκρανον», Παναγιώτης Λέζος και Κώστας Ζαφειράτης, προκειμένου να το διακινήσουν σε Ελλάδα, Αλβανία και διασπορά, είναι ο καταξιωμένος Βορειοηπειρώτης συγγραφέας Θωμάς Στεργιόπουλος.

Το διόλου ευκαταφρόνητο συγγραφικό του έργο, με τρεις συλλογές διηγημάτων των εκδόσεων «Ροές» και δύο τόμους με δοκίμια και μελέτες για το λαϊκό πολιτισμό στο ενεργητικό του, και με τίτλους, μεταξύ άλλων, εύγλωττους όπως «Η άγνωστη Ρωμιοσύνη» («Τροχαλία», δοκίμια, 1997), «Ανθρωποι στα Σύνορα» («Ροές», διηγήματα, 2004) και «Ανώνυμοι χρονογράφοι του Βορειοηπειρωτικού Ελληνισμού» («Ελίκρανον», 2013), γίνεται και η μήτρα όπου γονιμοποιείται όλα αυτά τα χρόνια η ιδέα αυτού του μοναδικού για τα βορειοηπειρωτικά γράμματα περιοδικού.

Είναι αυτό ένα από τα πολλά μικρά «μυστικά» που ο Στεργιόπουλος αφήνει να αποκαλυφθούν αβίαστα και αυθόρμητα στην «εξομολογητική» του συνέντευξη προς την «Ελευθεροτυπία» για το δύσκολο αυτό εγχείρημα, δίχως ίχνος κομπασμού για το επίτευγμά του αλλά και αδιάφορος για τις όποιες αντιζηλίες προκαλέσει στο «ζόρικο» σινάφι του.

Αγαθός και παρορμητικός, ομνύει ωστόσο στη συλλογική προσπάθεια. Οπως και να 'χει, ουδείς μπορεί να αρνηθεί πως το όλο εγχείρημα φέρει εξάλλου τη σφραγίδα της θέλησης και αστείρευτης ενέργειάς του, αλλά και της ευρυμάθειάς του, της παροιμιώδους «βιβλιοφαγίας» του, που σου θυμίζει τη γνωστή ρήση του Μπόρχες πως «καύχημά μου είναι τα βιβλία που διάβασα, όχι αυτά που έγραψα».

- Κύριε Στεργιόπουλε, πώς γίνεται αυτή τη δύσκολη εποχή της οικονομικής δυσπραγίας, που η αγορά του βιβλίου συρρικνώνεται και τα περιοδικά αποψιλώνονται, εσείς να σχεδιάζετε και κυκλοφορείτε ένα περιοδικό λόγου και τέχνης;

«Πράγματι, δύσκολοι καιροί για πρίγκιπες... Μην ξεχνάτε όμως πως τα ωραία πράγματα σε κάτι τέτοιες στιγμές γεννιούνται. Η αλήθεια είναι -κι ας κινδυνεύω να παρεξηγηθώ- πως το περιοδικό γεννήθηκε απ' το πάθος μου και μια επιτακτική ανάγκη του τόπου μας. Η Ελληνική Εθνική Μειονότητα στην Αλβανία, εδώ και καιρό, δεν έχει φωνή. Είναι ένας βουβός τόπος. Δεν υπάρχει ούτε μία εφημερίδα, όπου να γράψει κανείς κάτι για τα τόσα καυτά προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι χειμαζόμενες κοινότητές μας. Ούτε στα χρόνια της χοτζικής κομμουνιστικής δικτατορίας ζήσαμε τέτοια κατάντια. Υπήρχε μια εφημερίδα, το "Λαϊκό Βήμα", έστω και λογοκριμένη, ελληνική όμως, που κρατούσε ζωντανή τη γλώσσα μας.

Οι άνθρωποί μας, δίχως οικονομικές ρίζες, χτυπημένοι αλύπητα πλέον απ' την κρίση και χωρίς την παραμικρή πρόνοια, είναι κυριολεκτικά φτερό στον άνεμο. Δεν αρκεί η δημοκρατία για να θωρακιστεί μια μειονότητα. Απειλείται από πολλούς κινδύνους. Και οι κίνδυνοι αυτοί την κάνουν πιο ευάλωτη όταν δεν έχει φωνή».

- Γιατί όμως αυτή η βουβαμάρα; Μήπως, τελικά, βολεύει κάποιους και διόλου τυχαία είναι;

«Χίλια δυο πράγματα μπορεί να εικάσει κανείς. Αυτό όμως που μπορώ να πω με σιγουριά είναι ότι αυτό που φταίει είναι το κεφάλι το δικό μας, το κακό το ριζικό μας, που θα έλεγε και ο Βάρναλης. Με προεξάρχοντες τους πολιτικούς μας, εκατέρωθεν των συνόρων, με την αδιαφορία τους, αλλά και τους επιχειρηματίες, που δεν βρέθηκε έστω ένας να βάλει το χέρι στην τσέπη για τον πολιτισμό!

Εμείς όμως οι δημιουργοί θεωρήσαμε πως, παρά τις ανυπέρβλητες σχεδόν δυσχέρειες, είναι ώρα να κάνουμε το χρέος μας. Να φτιάξουμε, για όλους μας, είτε ζούμε και δημιουργούμε στην Ελλάδα, είτε στον τόπο μας, ένα "πνευματικό στέκι" όπου να στεγάζουμε τα όνειρά μας και να προστατεύουμε τα φτερά μας στο φύσημα των ανέμων. Διότι κάθε μέρα που περνάει σαν να μας αποξενώνει απ' τον τόπο μας, τα βιβλία μας, οι πίνακες ζωγραφικής, τα γλυπτά μας γίνονται όλο και πιο λίγο γνωστά. Με αυτή τη λήθη θέλει να τα βάλει το περιοδικό μας, φιλοδοξώντας να λειτουργήσει ως πολιτιστικός φορέας, να φέρει τους δημιουργούς κοντά στο λαό μας, να γίνουν τα έργα τους, όσο σεμνά κι αν είναι, κομμάτι της ανύπαρκτης, προς το παρόν, πολιτιστικής ζωής της μειονότητας».

- Κάτι για την πλατφόρμα του περιοδικού αλλά και τον καταπληκτικό τίτλο του, που ομολογουμένως ξαφνιάζει ευχάριστα;

«Ας αρχίσουμε απ' τον τίτλο του περιοδικού. Για να είμαι ειλικρινής, ταλαντεύτηκα αρκετά ώσπου να καταλήξω στον εμβληματικό αυτό στίχο του Ελύτη που, για ευνόητους λόγους, να μας συγχωρούν οι Ελλαδίτες, για μας έχει ιδιαίτερη συναισθηματική φόρτιση. Ηθελα να αποφύγω το σκόπελο του όρου "Βόρειος Ηπειρος", που είναι ιστορικά φορτισμένος και άλλους συνειρμούς προκαλεί στους Ελληνες και άλλους στους Αλβανούς. Μέσα απ' αυτή τη διαδικασία, έγινε και πιο εδραία η πεποίθησή μου πως το καθοριστικό στοιχείο προσδιορισμού μιας μειονότητας είναι η γλώσσα που μιλούν οι άνθρωποί της. Εκείνο που ξεχωρίζει πρωτίστως εμάς τους Ελληνες της Αλβανίας απ' τους Αλβανούς είναι η γλώσσα μας. Η θεία ελληνική γλώσσα. Οχι τυχαία το μεγαλύτερο κίνημα στην Ιστορία του Βορειοηπειρωτικού Ελληνισμού είναι η σχολική απεργία του 1934, όταν η αλβανική μοναρχία έκλεισε τα ελληνικά σχολεία προσπαθώντας έτσι να απαλείψει την ελληνική και να αφελληνίσει το λαό μας.

Είμαστε ένας ακριτικός ελληνισμός. "Μονάχη έγνοια η γλώσσα μου", που λέει και ο ποιητής. Επομένως, ο στίχος του Ελύτη, που επέλεξα για τίτλο, πάει στην καρδιά του προβλήματος και απαντάει καίρια σ' αυτό. Συγγνώμη, αλλά είναι σαν να γράφτηκε για μας τους Ελληνες εκτός Ελλάδος.

Οσον αφορά την πλατφόρμα, ακολουθήσαμε απλώς τη ζωή. Η Ελληνική Εθνική Μειονότητα δεν είναι γκέτο, είναι σε μια διαρκή και εντεινόμενη σύζευξη με τους Ελλαδίτες αλλά έχει δεσμούς και με τους Αλβανούς, ως ζωντανό κομμάτι της χώρας όπου ζει. Το περιοδικό, όπως και η ίδια η μειονότητα, είναι ανοιχτό προς τη χώρα όπου ζούμε και συνυπάρχουμε, ανοιχτό προς την Ελλάδα και φυσικά προς τα Βαλκάνια εν γένει.

Γι' αυτό και στο πρώτο κιόλας τεύχος, μαζί με τους Βορειοηπειρώτες δημιουργούς, που αποτελούν τον κορμό του περιοδικού, φιλοξενούνται συνάμα ο Αλβανός ποιητής Ντριτερό Αγκόλι, ο Τάσσος Πορφύρης και ο κοσμαγάπητος Βούλγαρος διηγηματογράφος Ελίν Πελίν».

- Δεν θα ήταν καλύτερα, κύριε Στεργιόπουλε, με τις απεριόριστες δυνατότητες της τεχνολογίας, το περιοδικό, μ' αυτή την υπέροχη πολυπολιτισμική του ταυτότητα, να έχει έδρα τους Αγίους Σαράντα ή το Αργυρόκαστρο;

«Αγγίξατε, κύριε Αναγνώστου, ίσως το πιο ευαίσθητο σημείο όλης αυτής της πολύχρονης προσπάθειας. Ομολογώ πως στόχος μας δεν ήταν να προσθέσουμε άλλο ένα πετραδάκι στο πλούσιο "μωσαϊκό" των ελληνικών περιοδικών. Δεν σας το κρύβω πως το περιοδικό σχεδιάστηκε να εκδοθεί στην Αλβανία, στο χώρο της Ελληνικής Μειονότητας.

Η μεταφορά στον τόπο του, στα δικά του λημέρια, επομένως, είναι θέμα χρόνου. Αυτό λόγω της ουσίας του εγχειρήματός μας, της θεμιτής επιδίωξής μας να καταστεί φορέας πολιτισμού στη μειονότητα. Να βγαίνει εκεί όπου είναι οι άνθρωποί μας, να γίνει η φωνή τους, η λαχτάρα τους, να αφουγκράζεται τους καημούς, τα προβλήματά τους. Το περιοδικό είναι κι αυτό όπως εμείς οι ξενιτεμένοι στην Ελλάδα. Ονειρεύεται τη μέρα του γυρισμού.

Το πρώτο βήμα έγινε. Εφτασε στα βιβλιοπωλεία των Αγίων Σαράντα. Σύντομα οι αναγνώστες θα μπορούν να το βρουν και στη Χιμάρα, στο Αργυρόκαστρο, στα Τίρανα και, φυσικά, στο γραφείο των εκδόσεων "Ελίκρανον", στην Αθήνα, στην πλατεία Κάνιγγος».

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Ελλάδα
Με λέξεις-κλειδιά
Συνεντεύξεις
Συγγραφείς/Συγγράμματα