Έντυπη Έκδοση

Εβραϊκά στρατόπεδα συγκέντρωσης στην Κύπρο, 1946-1949

Το 1946 η δύσκολη μεταπολεμική εποχή έχει ήδη ξεκινήσει, με συμβατική αφετηρία τη Διάσκεψη του Πότσδαμ, ένα χρόνο πριν. Στη ρευστή ζώνη της Μέσης Ανατολής, η Κύπρος παραμένει βρετανική αποικία, ενώ στην υπό βρετανική κηδεμονία Παλαιστίνη η κατάσταση είναι έκρυθμη. Στο όνομα της ίδρυσης εβραϊκής εστίας στην αρχαία κοιτίδα τους, την οποία επαγγέλλεται το σιωνιστικό κίνημα, πολλοί Εβραίοι της διασποράς μετοικούν εκεί ήδη από δεκαετίες.

Στο στρατόπεδο λειτουργούσε και σχολείο για την κατάρτιση των νέων στην εβραϊκή κουλτούρα Στο στρατόπεδο λειτουργούσε και σχολείο για την κατάρτιση των νέων στην εβραϊκή κουλτούρα Η αραβική κοινότητα της περιοχής, ωστόσο, θεωρεί την εβραϊκή διείσδυση υπονομευτική για τη δική της παρουσία στην Παλαιστίνη. Προσπαθώντας να διατηρήσουν τις ισορροπίες, οι Βρετανοί παίρνουν μέτρα για να ανακόψουν την εβραϊκή μετοικεσία, εκδίδοντας -από το 1939- οδηγία η οποία προβλέπει αυστηρό περιορισμό των εβραϊκών αφίξεων στην περιοχή, και εποπτεύοντας στρατιωτικά τις ακτές της Παλαιστίνης.

Στην προσπάθειά τους να ελέγξουν την κατάσταση, εμπλέκουν τελικά και την Κύπρο. Από τον Αύγουστο του 1946, συλλαμβάνουν τους Εβραίους πρόσφυγες που καταπλέουν στα νερά της Παλαιστίνης και τους οδηγούν στο νησί, όπου τους εγκαθιστούν προσωρινά σε υποτυπωδώς οργανωμένους και φρουρούμενους καταυλισμούς στην ανατολική του πλευρά, στις περιοχές του Καράολου στην Αμμόχωστο (θερινό στρατόπεδο) και της Δεκέλειας - Ξυλοτύμπου (χειμερινό στρατόπεδο).

Αμέσως σχεδόν διασαφηνίζεται το νομικό καθεστώς κράτησης με σχετική ανακοίνωση, η οποία δηλώνει ρητά και καθησυχαστικά: «Εις ουδένα εξ αυτών θα επιτραπή να καταστή κάτοικος της Κύπρου» («Ελευθερία», 13-8-1946)...

Οι πρώτοι πρόσφυγες

Οι πρώτοι Εβραίοι πρόσφυγες φτάνουν στο νησί στις 15 Αυγούστου 1946 με δύο ατμόπλοια που αγκυροβολούν έξω από το λιμάνι της Αμμοχώστου και αποβιβάζονται κάτω από δρακόντεια μέτρα ασφαλείας. Παρά τις δοκιμασίες, το φρόνημά τους είναι ιδιαίτερα μαχητικό. Οι νεότεροι απ' αυτούς φωνάζουν θαρραλέα αντιβρετανικά συνθήματα, που παραλληλίζουν τη βρετανική πολιτική με τη ναζιστική. Αλλοι επιδεικνύουν τις ανεξίτηλες σφραγίδες, τις οποίες απέκτησαν στα ναζιστικά στρατόπεδα -αδιάψευστη μαρτυρία των δεινών που προηγήθηκαν- και έπειτα δείχνουν προς την κατεύθυνση του νέου στρατοπέδου που τους περιμένει.

Μεταξύ των προσφύγων που οδηγούνται στην Κύπρο, υπάρχουν και αρκετοί Ελληνοεβραίοι. Ορισμένοι απ' αυτούς δηλώνουν πως πολέμησαν στο Αλβανικό μέτωπο, ενώ μια μαυροφορεμένη γυναίκα αφηγείται ότι έχασε όλη την οικογένειά της στον ελληνοϊταλικό πόλεμο ενώ η ίδια ήταν μεταξύ των γυναικών της Πίνδου που μετέφεραν τρόφιμα και πολεμοφόδια στους Ελληνες φαντάρους. Αν και υπερήφανοι για την ελληνική τους καταγωγή, παραμένουν, όπως και όλοι οι άλλοι, φανατικά προσανατολισμένοι στο όραμα της ίδρυσης του ισραηλινού κράτους: «Ως Ελληνες την καταγωγήν, είπον, έχουν ακμαίον το ηθικόν, το οποίον δεν κατόρθωσαν να λυγίσουν τα γερμανικά στρατόπεδα συγκεντρώσεως, αλλά θ' αγωνισθούν αδιαφορούντες προς τας θυσίας των, όπως επανέλθουν εις Παλαιστίνην [...]» («Ελευθερία», 20-8-1946).

Παρά τις προσπάθειες να εξασφαλιστεί μια ικανοποιητική ποιότητα ζωής στους κρατούμενους Εβραίους, οι συνεχείς αφίξεις την υπονομεύουν διαρκώς. Αντί για 10.000, στα στρατόπεδα θα στρατωνιστούν τελικά 52.221 πρόσφυγες, αριθμός πενταπλάσιος σε σχέση με τις επίσημες προβλέψεις και διαβεβαιώσεις.... Η διοίκηση των στρατοπέδων ασκείται από Βρετανό στρατιωτικό διοικητή, για την ομαλότερη λειτουργία τους, όμως, και την καλύτερη επικοινωνία μεταξύ κρατουμένων και Αρχών, συγκροτείται και Εβραϊκή Επιτροπή από τους ίδιους τους κρατούμενους, η οποία συνιστά ένα είδος αυτοδιοίκησης.

Για την κατασκευή των καταλυμάτων εργάστηκαν Βρετανοί στρατιώτες και Κύπριοι εργάτες. Μια μάλλον άκομψη πρόταση προς τους ίδιους τους Εβραίους πρόσφυγες να βοηθήσουν έναντι πληρωμής στην ανέγερση κατασκηνώσεων στο στρατόπεδο, έλαβε αμέσως την αποστομωτική απάντηση ότι αυτοί «[...] έχουν κτίση αρκετά στρατόπεδα εις ολόκληρον την Ευρώπην και ότι δεν επιθυμούν να ανεγείρουν και έτερον στρατόπεδον» («Ελευθερία», 31-8-1946). Το έργο συμπληρώνουν Γερμανοί αιχμάλωτοι, οι οποίοι μεταφέρονται στο νησί για να εκπληρώσουν κατά ιστορική ειρωνεία ακόμα μία φορά την ίδια αποστολή: να φτιάξουν νέα στρατόπεδα συγκέντρωσης για τους μόλις πρόσφατα απελευθερωμένους Εβραίους, στο όνομα αυτή τη φορά των βρετανικών συμφερόντων. Η αντίδραση των κρατουμένων για την παρουσία και τον ρόλο των Γερμανών στη ζωή τους ακόμα μία φορά, είναι η αναμενόμενη. Ο πρόεδρος της Εβραϊκής Επιτροπής του στρατοπέδου δηλώνει στους δημοσιογράφους ότι οι κρατούμενοι διατηρούν εξαιρετικά πικρές αναμνήσεις απ' αυτούς και προειδοποιεί ότι αν τολμήσουν Γερμανοί αιχμάλωτοι να επισκεφθούν το στρατόπεδο θα εκτυλιχθούν εξαιρετικά δυσάρεστες σκηνές.

Αντιβρετανικές εξεγέρσεις

Η απογοήτευση των Εβραίων προσφύγων που βλέπουν να ακυρώνεται το όνειρο της εγκατάστασης στην Παλαιστίνη, οι άσχημες συνθήκες διαβίωσης και ο αυταρχισμός των Βρετανών, προκαλούν από την πρώτη στιγμή ξεσπάσματα που συχνά παίρνουν διαστάσεις εξέγερσης με αιματηρά αποτελέσματα. Σποραδικά επεισόδια και απεργίες πείνας σημειώνονται συχνά, ενώ σύμφωνα με την εφημερίδα «Ελευθερία», 1.809 Εβραίοι δραπέτευσαν συνολικά από τα στρατόπεδα, κατά τα δυόμισι χρόνια λειτουργίας τους, καταφεύγοντας στην Παλαιστίνη.

Οταν διαφάνηκε ότι η Κύπρος θα λειτουργήσει πράγματι ως σταθμός υποδοχής των Εβραίων προσφύγων, εκδηλώθηκαν και οι πρώτες αντιδράσεις των ντόπιων μαζικών φορέων (συνδικαλιστικών οργανώσεων, δήμων κ.ά.). Ολες σχεδόν διαπνέονται από ανησυχία για τις επιπτώσεις που θα έχει στο επίπεδο ζωής των ήδη δεινοπαθούντων Κυπρίων η παραμονή και σίτιση των προσφύγων. Οι ανησυχίες των ντόπιων ενισχύονται από την αβεβαιότητα για το αν η εγκατάσταση των Εβραίων είναι προσωρινή ή μόνιμη. Η τελευταία πιθανότητα συνεπαγόταν τον κίνδυνο μελλοντικής αλλοίωσης του δημογραφικού, γεγονός που θα μπορούσε να δυσχεράνει την επίτευξη του ενωτικού στόχου (η Ενωση της Κύπρου με την Ελλάδα υπήρξε μαχητική επιδίωξη του ελληνοκυπριακού εθνικού κινήματος ήδη από τον 19ο αι.). Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχουν οι δηλώσεις του Τοποτηρητή της Εκκλησίας της Κύπρου Λεόντιου, ο οποίος δηλώνει πως η κυπριακή γη είναι προορισμένη ιστορικά να δεχτεί Ελληνες και όχι Εβραίους, οι οποίοι έχουν πατρίδα την Παλαιστίνη, και ότι «[...] είναι δίκαιον εκάστη χώρα να ανήκη εις τα τέκνα της» («Ελευθερία», 17-8-1946).

Απουσία αντισημιτισμού

Σε καμιά, ωστόσο, από τις τοποθετήσεις δεν διαφαίνονται αντισημιτικές προκαταλήψεις. Εξάλλου, οι Βρετανοί είναι κοινό εμπόδιο στις εθνικές επιδιώξεις τόσο των Εβραίων όσο και των Κυπρίων. Επομένως, εκτός από τα αισθήματα συμπόνιας απέναντι στα θύματα της ναζιστικής θηριωδίας, στην τοπική κοινωνία είναι αναπόφευκτο να αναπτυχθούν και αισθήματα κατανόησης απέναντί τους. Τα αυθόρμητα αισθήματα συμπάθειας του κυπριακού λαού, που συχνά θα πάρουν τη μορφή έμπρακτης αλληλεγγύης, εισπράχθηκαν με ευγνωμοσύνη από τους αποδέκτες τους και ανταποδόθηκαν με θέρμη. Σε αρκετές περιπτώσεις, μάλιστα, οι Εβραίοι μετανάστες στηρίχτηκαν σ' αυτά προκειμένου να αποκτήσουν συμμάχους στον αγώνα τους για εγκατάσταση στην Παλαιστίνη, να υπομείνουν την αναγκαστική κράτηση ή να αποδράσουν απ' αυτήν.

Στη στήριξη των εκτοπισμένων Εβραίων στην Κύπρο, αποφασιστικό ρόλο έπαιξε η Αμερικανοεβραϊκή Κοινή Επιτροπή Διανομής (JDC). Το δίκτυό της καταγράφει ή και προβλέπει πάσης φύσεως ανάγκες τους και τους στηρίζει τόσο υλικά όσο και ηθικά. Εκτός από τις κοινωνικές υπηρεσίες που τους προσφέρει, αποτελεί γι' αυτούς έναν ομφάλιο λώρο που τους συνδέει με το εβραϊκό κίνημα ανά τον κόσμο. Και οι βρετανικές Αρχές, ωστόσο, εξυπηρετήθηκαν από το άρτιο δίκτυο κοινωνικής δράσης και προσφοράς της, αφού η JDC επωμίστηκε μέρος των δαπανών που απαιτήθηκαν για τη συντήρηση των κρατουμένων. Αλληλέγγυα στάθηκε, επίσης, απέναντι στους δεινοπαθούντες ομοφύλους της και η τοπική εβραϊκή κοινότητα, η οποία αριθμούσε τότε περίπου εκατό μέλη. Με την άφιξη των πρώτων προσφύγων, αποστέλλει αμέσως στο στρατόπεδο «μέγα δέμα, περιέχον διάφορα γλυκίσματα διά τα παιδιά» («Ελευθερία», 18-8-1946).

Εντός των στρατοπέδων η κοινωνική ζωή οργανώνεται υποδειγματικά. Διεξάγονται αθλητικές δραστηριότητες, γίνονται γάμοι, γεννήσεις και κηδείες, λειτουργούν σχολεία που μετατρέπουν τον χώρο κράτησης των παράνομων μεταναστών σε χώρο κατάρτισης των νεαρών Εβραίων πάνω στην κοινή εβραϊκή κουλτούρα. Παρά το γεγονός ότι επρόκειτο για έναν πληθυσμό ετερόκλητο ως προς την ιδιαίτερη καταγωγή, το δόγμα και τις πολιτικές πεποιθήσεις, η ζωή στα στρατόπεδα θα σφυρηλατήσει δεσμούς ενότητας και θα ενισχύσει τη δημιουργία κοινής εθνικής συνείδησης.

Με την κατάθεση της εντολής από τη Μεγάλη Βρετανία και τη σύσταση του κράτους του Ισραήλ, το Μάιο του 1948, η ύπαρξη των στρατοπέδων στην Κύπρο δεν έχει νόημα και γίνονται σκέψεις για μαζική μεταφορά των εκτοπισμένων στην Παλαιστίνη. Θα χρειαστούν ακόμα μερικοί μήνες, αλλά στις 9 Φεβρουαρίου 1949 τα στρατόπεδα κράτησης στην Κύπρο θα αδειάσουν οριστικά. Εφοδιασμένοι με μια ακόμα πικρή μνήμη, οι τρόφιμοί τους φεύγουν από το νησί ως δεσμώτες των Βρετανών και φτάνουν στη γη της Παλαιστίνης ως πολίτες του Ισραήλ.

(*) Φιλόλογος, μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο Λευκωσίας με ειδίκευση στη θεωρία, πράξη και αξιολόγηση της διδασκαλίας. Θέμα της διπλωματικής της διατριβής είναι «Η εικόνα των ευρωπαϊκών λαών στα εγχειρίδια νεότερης και σύγχρονης ιστορίας μέσης εκπαίδευσης»

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Στη στήλη
Ιστορικά
Κύριο θέμα
ΕΒΡΑΙΟΙ Στο δρόμο για την Παλαιστίνη