Έντυπη Έκδοση

Κλασική μουσική; Χαλαρά!

Στην πρώτη του συναυλία από τη θέση του καλλιτεχνικού διευθυντή της ΚΟΑ, ο Στέφανος Τσιαλής αποκάλυψε την επικοινωνιακή του πλευρά, σηκώνοντας ένα αγοράκι -μικρό επίδοξο μαέστρο- στο πόντιουμ!

Στην πρώτη του συναυλία από τη θέση του καλλιτεχνικού διευθυντή της ΚΟΑ, ο Στέφανος Τσιαλής αποκάλυψε την επικοινωνιακή του πλευρά, σηκώνοντας ένα αγοράκι -μικρό επίδοξο μαέστρο- στο πόντιουμ!

Γέννημα Συριανός, θρέμμα Θεσσαλονικιός, ο μαέστρος είναι χαλαρός. Ο λόγος για τον Στέφανο Τσιαλή, τον καινούργιο αρχιμουσικό της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών, ο οποίος την Παρασκευή διηύθυνε την πρώτη «ημιεπίσημη» συναυλία της περιόδου στον Κήπο του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών, με ένα πρόγραμμα αρκετά ευρύ, αλλά προσανατολισμένο σαφώς στο ρομαντικό ρεπερτόριο. Με μουσικές σπουδές στην πρωτεύουσα της μουσικής, τη Βιέννη, και ανάμεσα στους μέντορές του ονόματα όπως ο Λέοναρντ Μπέρνσταϊν και ο Βάτσλαβ Νόιμαν, ο πενηντάχρονος αρχιμουσικός αποδείχθηκε εξαιρετικά επικοινωνιακός -τουλάχιστον με το κοινό, το οποίο και κέρδισε με τον ανεπιτήδευτο τρόπο του, αλλά και τις καλές ερμηνείες του.

Η συναυλία άρχισε με την εισαγωγή από «Τα ερείπια των Αθηνών», έργο 113, του Λούντβιχ βαν Μπετόβεν, ορίζοντας το μουσικό στίγμα του νέου αρχιμουσικού: ξεκάθαρη, οικεία προσέγγιση, με αβίαστη, βιωμένη φρασεολογία και δραματική κορύφωση υψηλού συγκινησιακού φόρτου, στην παράδοση των καθιερωμένων ερμηνειών των μεγάλων αρχιμουσικών του 20ού αιώνα.

Ακολούθησαν οι «Ουγγρικοί Χοροί» αρ. 5 και αρ. 6 του Γιοχάνες Μπραμς (δεν δηλώθηκε ο ενορχηστρωτής) και τρεις «Ελληνικοί Χοροί» (Πελοποννησιακός, Ηπειρώτικος, Κλέφτικος) του Νίκου Σκαλκώτα. Οι τελευταίοι ήταν μάλλον το λιγότερο επιτυχημένο κομμάτι της βραδιάς, κυρίως λόγω κάποιας ατημελησίας στον ήχο των χάλκινων.

Το επόμενο μέρος του προγράμματος ήταν αφιερωμένο στην «ελαφρά» μουσική της κεντρικής Ευρώπης. Πρώτη εκπροσωπήθηκε η βερολινέζικη οπερέτα με δύο κομμάτια σε εμβατηριακό ρυθμό του Πάουλ Λίνκε (1866-1946), συνθέτη σπάνια ακουγόμενου πλέον εκτός Γερμανίας, το Folies Bergere και το Berliner Luft, δηλαδή «βερολινέζικος αέρας», εμβατήριο-ύμνος της βερολινέζικης μπελ επόκ.

Η μεγάλη έκπληξη όμως ακολούθησε με το βαλς «Ρόδα από το Νότο» του Γιόχαν Στράους υιού, έργο 388. Πολλοί αρχιμουσικοί (παρ)ερμηνεύουν τα βιεννέζικα βαλς είτε υποτονικά είτε υπερβολικά. Εδώ, αντίθετα, είχαμε μία ερμηνεία πραγματικά ενδιαφέρουσα, που ανέδειξε τις ευρηματικές μελωδίες σανί σε ένα χορευόμενο συμφωνικό ποίημα, χωρίς ποτέ να ξεφεύγει από τον ανάλαφρο ρυθμό του βαλς. Ισως λοιπόν η βιεννέζικη «gemutlichkeit» να βρίσκει στη γλώσσα μας το αντίστοιχό της στη θεσσαλονικιά «χαλαρότητα».

Το τελευταίο μέρος του προγράμματος περιέλαβε τρεις κινηματογραφικές σουίτες. Και οι τρεις ήταν από αμερικανικές ταινίες, γραμμένες όμως από Γερμανούς συνθέτες: «Καζαμπλάνκα» (1942) του Μαξ Στάινερ (1888-1971), μαθητή του Γκούσταβ Μάλερ και του Ρίχαρντ Στράους, «Μονομάχος» (2000) του Χανς Τσίμερ (γεν. 1957) και «Οι Πειρατές της Καραϊβικής: Η κατάρα του μαύρου μαργαριταριού» (2003) του Κλάους Μπάντελτ (γεν. 1967)

Η μουσική για τον κινηματογράφο είναι ένα είδος κάπως παραγνωρισμένο, άδικα όμως. Η εμφάνιση του ομιλούντος κινηματογράφου με την ανάγκη για μουσική επένδυση έδωσε κατ' αρχήν ψωμί σε αρκετούς Κεντροευρωπαίους συνθέτες που κατέφυγαν στο Χόλιγουντ για να γλιτώσουν τα δύσκολα χρόνια του μεσοπολέμου. Στη συνέχεια όμως έδωσε και τη μοναδική ευκαιρία σε συνθέτες με μελωδικό χάρισμα να βρουν μια διέξοδο για τη δημιουργικότητά τους, αφού η «επίσημη» κλασική μουσική υποστήριζε πλέον σχεδόν αποκλειστικά τη μουσική πρωτοπορία, στις ατραπούς που είχε ανοίξει ο Αρνολντ Σένμπεργκ, παρεμπιπτόντως αυτοεξόριστος και αυτός εκεί κοντά, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας στο Λος Αντζελες.

Η κινηματογραφική μουσική έχει απαιτήσεις στην ερμηνεία της ανάλογες με αυτές του ρομαντικού συμφωνικού ποιήματος. Απαιτεί γλαφυρότητα, δραματική αίσθηση, ουσιαστικό φραζάρισμα. Το αντίθετο δηλαδή της σχολαστικής και αποστασιοποιημένης προσέγγισης των «καλών μαθητών». Πόσοι (αρχι)μουσικοί στις μέρες μας έχουν αυτή την ικανότητα; Δυστυχώς όλο και λιγότεροι, και ο Στέφανος Τσιαλής φαίνεται να είναι ένας από αυτούς.

Και ενώ σκεφτόμασταν ήδη ότι θα είναι εξαιρετικά αν όλα αυτά τα ακούσουμε και στην πρώτη τακτική συναυλία, μας έδωσε την απάντηση. Εκτός προγράμματος η ορχήστρα έπαιξε μια ωραιότατη, ολοζώντανη ερμηνεία ενός Σλάβικου χορού του Ντβόρζακ, με έργα του οποίου θα ανοίξει επίσημα η τακτική περίοδος συναυλιών αυτή την Παρασκευή. Μαζί θα δοθεί και το πρώτο κοντσέρτο για πιάνο του Σοπέν με τον εξαιρετικά ταλαντούχο πιανίστα Θοδωρή Τζοβανάκη. Με είσοδο μόλις από δέκα ευρώ (πέντε για δικαιούχους) και ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον πρόγραμμα, ελπίζουμε να φέρει το κοινό πιο κοντά και στην κρατική ορχήστρα και στην κλασική μουσική.

Γράψαμε στην αρχή ότι ο κύριος Τσιαλής είναι επικοινωνιακός. Στο δεύτερο μπις -Berliner Luft- ένα αγόρι κούναγε τα χέρια του «διευθύνοντας». Ο αρχιμουσικός πήδηξε από τη σκηνή και ανέβασε το νεαρό στο πόδιον για να διευθύνει στα αλήθεια. Σίγουρα μια σπουδαία εμπειρία.

ΥΓ. Η συναυλία δόθηκε με... μικρο-φονική ενίσχυση. Προς το τέλος προς στιγμήν χάθηκε η σύνδεση, αλλά η ορχήστρα ακουγόταν μια χαρά, αν όχι καλύτερα.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Με λέξεις-κλειδιά
Κρατική Ορχήστρα Αθηνών (ΚΟΑ)
Μουσική
Κλασική μουσική