Έντυπη Έκδοση

«Πάνθεον» με Σάκη Ρουβά και Ρούλα Πατεράκη

«Προσωπική διαστροφή να καταπιάνομαι με πράγματα δύσκολα» χαρακτήρισε ο Δημήτρης Λιγνάδης την απόφασή του να αναλάβει την καλλιτεχνική διεύθυνση του «Πάνθεον» της οδού Πειραιώς

Καλλιτεχνικός «μετασχηματισμός» και θέατρο «με τη διασταλτική του έννοια» με Σάκη Ρουβά, Αννα Βίσση και Νίκο Καρβέλα γίνονται;

Ναι, επιμένει, έχοντας τη διάθεση να συνθέσει τα αντίθετα και να προσελκύσει κοινό «από όλες τις ηλικίες, τα επαγγέλματα και με όλες τις τρέλες» λέει ο Δημήτρης Λιγνάδης ως νέος καλλιτεχνικός διευθυντής του μεγαθηρίου της Πειραιώς «Πάνθεον», που κάνει στροφή και αναβαπτίζεται από νυχτερινό κέντρο σε σκηνή μεγάλων μουσικοθεατρικών θεαμάτων και μιούζικαλ, μια τάση που κυριολεκτικά κατακλύζει φέτος τις μεγάλες εμπορικές σκηνές.

Το καλλιτεχνικό πρόγραμμα που φέρει τη σφραγίδα του, χωρίς όμως να φέρει και το νέο, ξεκινά στις 17 Οκτωβρίου με την επανάληψη του «Σιρανό Ντε Μπερζεράκ», σε σκηνοθεσία Γ. Κακλέα (με τον Βασίλη Χαραλαμπόπουλο και τη Σμαράγδα Καρύδη)· στις 9 Δεκεμβρίου θα εμφανιστεί η Φιλαρμονική της Βιέννης και τέλος Νοεμβρίου οι «Αθλοι του Ηρακλή» του Απόλλωνα Παπαθεοχάρη, με τον Σάκη Ρουβά και τη Ρούλα Πατεράκη στο ρόλο του Ευρυσθέα (για όλες τις ηλικίες, με παραστάσεις και το πρωί και το βράδυ). «Οι Καμπάνες του Edelweiss», η νέα ροκ όπερα του Καρβέλα, με την Αννα Βίσση, θα ανεβεί τον Ιανουάριο, για να ακολουθήσει το περίφημο μιούζικαλ «Victor Victoria», σε σκηνοθεσία του Δ. Λιγνάδη, με τους Μαρία Ναυπλιώτου, Αλέξη Γεωργούλη και Γιάννη Ζουγανέλη.

Οι λόγοι που ο Λιγνάδης αποδέχτηκε την πρόταση του επιχειρηματία Γ. Παπαθεοχάρη, έπειτα από «συνοικέσιο» του Σ. Ρούβα, είναι πολλοί, αλλά πρώτος, όπως επεσήμανε στη χθεσινή παρουσίαση, «μια προσωπική διαστροφή να καταπιάνομαι με πράγματα δύσκολα». Είναι πραγματικά μεγάλη η πρόκληση να πρέπει να γεμίσεις μια σκηνή 1.700 θέσεων. Πάντως, ονειρεύεται να μακροημερεύσει η συνεργασία, που προσώρας είναι ετήσια, εντάσσοντας στο θέατρο-μαμούθ των 4.500 τ.μ. (1.000 είναι μόνο η σκηνή) χοροθέατρο και «καθαρό» θέατρο, λειτουργώντας ακόμα και το καλοκαίρι - πιθανότατα αξιοποιώντας την ταράτσα.

- Επιχειρείτε να συνθέσετε, κ. Λιγνάδη, τα φαινομενικά και ουσιαστικά ανόμοια. Συνεργαστήκατε με τον Παπακαλιάτη και τον Ρουβά, τους οποίους, σε επιθέσεις που τους έγιναν, υποστηρίξατε. Δεν φοβάστε να συνεργάζεστε με ονόματα που ανήκουν στην αντίθετη όχθη όσων υπηρετήσατε στο παρελθόν;

«Πώς γίνεται να αρέσκεται κάποιος σε αυτό που λέμε "πρωτοπορία, πειραματισμός-έρευνα και ρίσκο" και από την άλλη να αναρωτιέται πώς ένας καλλιτέχνης κάνει αυτό που νιώθει; Εγώ είμαι ένας επαγγελματίας καλλιτέχνης».

- Κι αυτό σας δίνει την ελευθερία να συνεργάζεστε με τους πάντες;

«Με αυτούς που θέλω! Οπως και το να μη συνεργαστώ με αυτούς που δεν θέλω. Αλλά και τα "θέλω" σε έναν καλλιτέχνη αλλάζουν ανά πάσα στιγμή. Σκεφτείτε πόσο βαρετό θα ήταν να είναι κάποιος παγιωμένος και να αποφάσιζε από τα 20 ώς τα 80 του να κάνει μόνο ένα πράγμα! Προσωπικά με τρομάζει το ενδεχόμενο να ήμουνα μόνο ένα πράγμα. Είμαι ο Δημήτρης και είμαι ΑΕΚ. Αυτές είναι οι μοναδικές σιγουριές. Ολα τα άλλα -η θρησκεία, οι πολιτικές πεποιθήσεις, ακόμα και το φύλο μου, που λέει ο λόγος- μπορεί να αλλάξουν».

- Το γεγονός, παρ' όλ' αυτά, ότι θα σκηνοθετήσετε στο Εθνικό Θέατρο το εμβληματικό «Κρίμα που είναι πόρνη» λειτουργεί ως αντίβαρο στο «Πάνθεον», που μοιραία βάζει στο κέντρο το ταμείο;

«Πιθανόν και χωρίς το Εθνικό να αναλάμβανα το "Πάνθεον". Δεν το είδα σε καμία περίπτωση αντισταθμιστικά».

- Δεν φοβάστε, με άλλα λόγια, μην μπατάρει η πλάστιγγα προς τη μία μεριά και «αφομοιωθείτε»;

«Πείτε μου ποια είναι η πλάστιγγα αυτή! Εγώ μια πλάστιγγα δεν θέλω να μπατάρει. Η πλάστιγγα των "θέλω μου". Αν είναι να κάτσουμε να απολογούμαστε το τι απείκασμα θα αφήσουμε σε ένα μικρό χωριό -γιατί, κακά τα ψέματα, η Ελλάδα είναι ένα μικρό χωριό-, τότε χαθήκαμε. Νομίζω ότι η μοναδική συνέπεια που πρέπει να επιδεικνύει ένας καλλιτέχνης είναι η συνέπεια προς τον εαυτό του».

- Αισθάνεστε συνεπής συνεργαζόμενος σήμερα με το «Πάνθεον»;

«Αισθάνομαι σε ένα πολύ μεγάλο μέρος συνεπής. Δεν αναγκάστηκα να κάνω κάτι. Αν και δεν πιστεύω ότι υπάρχει συνάδελφός μου που να μη διολισθαίνει και να μην κινείται στα δύο άκρα: απ' τη μια κάνω διαφήμιση, από την άλλη πάω στην Επίδαυρο. Εσείς, αλήθεια, σέβεστε τους ανθρώπους που φοβούνται;»

- Εσείς δεν φοβάστε που καλείστε να γεμίσετε τις 1.700 θέσεις του «Πάνθεον»;

«Και βέβαια φοβάμαι. Αλλά αφενός δεν είναι ιδιοκτησία μου, αφετέρου ξέρω ότι κοντά 2.000 θέσεις δεν είναι εύκολη ιστορία να γεμίσουν. Ομως, οι χαρές που παίρνω από τα στοιχήματα πάντα είναι πιο μεγάλες από τους φόβους μου. Φυσικά και φοβάμαι. Δεν είμαι χαζός. Φυσικά και ξέρω πόσο μεγάλο και δύσκολο εγχείρημα είναι το "Πάνθεον". Αλλά και το "Κρίμα που είναι πόρνη" είναι ένα πολύ δύσκολο εγχείρημα. Προσωπικά, ποτέ δεν μπορώ να διαχωρίσω το καλλιτεχνικό από το εμπορικό, ακόμα και σε ένα θέατρο με μόλις 20 θέσεις. Εδώ όμως το ταμείο είναι ζητούμενο φυσικά, γιατί είναι μια επιχείρηση το "Πάνθεον", όπως επιχείρηση είναι όμως και το Παλλάς και το Μπάντμιντον, που βάζουν από την τσέπη τους λεφτά χωρίς επιχορήγηση».

- Πέρα από το ταμείο δεν θέτετε άλλο στοίχημα στο «Πάνθεον»;

«Το μεγάλο στοίχημα είναι να κατορθώσει κανείς να κρατήσει ένα εύρος προσελκύοντας ένα διαστρωματωμένο κοινό που δεν θα είναι μόνο το κοινό που ερχόταν στο «Πάνθεον» όταν λειτουργούσε ως κέντρο διασκέδασης. Σημάδια που έδειξε και πέρσι το θέαμα που ανέβηκε με τη Βίσση και τον Ρέμο».

- Το οποίο, ωστόσο, δεν πήγε καλά.

«Δεν ξέρω πώς πήγε, αλλά ξέρω ότι ήταν ένα μεταβατικό στάδιο που προσέλκυσε κοινό, το οποίο δεν ερχόταν παλαιότερα στο "Πάνθεον". Το δικό μου στοίχημα με λίγα λόγια είναι να έχουμε εύρος κοινού, χωρίς να απολεσθεί το βάθος. Να μην έρχονται οι θεατές σε ένα αναψυκτήριο. Να υπάρχει ποιότητα».

*Δύο mini bus θα περιμένουν έξω από το «Πάνθεον» μετά τη λήξη των παραστάσεων, για να μεταφέρουν το κοινό στο σταθμό του Μετρό Κεραμεικός.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Με λέξεις-κλειδιά
Πρόσωπα
Θέατρο
Συνεντεύξεις
Καλλιτεχνικό ρεπορτάζ