Έντυπη Έκδοση

Ευρωκαπιταλισμός και γερμανικός ηγεμονισμός

ΗΓηραιά Ηπειρος αντικρίζει προσεχώς ένα τέταρτο αιώνα από το ιστορικό τέλος του υπαρκτού, λεγόμενου, σοσιαλισμού και της διαίρεσής της σε Δυτική και Ανατολική Ευρώπη. Τούτο αναφέρεται βασικά ως προς τη διαιρεμένη Γερμανία, οι χωριστές κοινωνίες της οποίας διαμορφώθηκαν μέσα από τις διαρκείς εντάσεις του Ψυχρού Πολέμου και κάτω από το βάρος των κοσμοθεωρητικών αντιθέσεων Ανατολής - Δύσης.

Το πώς επήλθε αίφνης ένα απίθανα ειρηνικό τέλος σε μια τόσο κρίσιμη αντιπαράθεση δεκαετιών, ανάμεσα στον κόσμο του καπιταλισμού κι εκείνον του κομμουνισμού, συνιστά μια υπόθεση που εκφεύγει του πλαισίου ενός τέτοιου άρθρου. Οι λογής θρύλοι και μύθοι, που επιζούν ακόμη, φαίνεται και σήμερα αδύνατο να διαγνωσθούν.

Το Τείχος έπεσε, πάντως, αφού είχε ήδη καταστεί διάτρητο. Κι αυτό έλαβε χώρα πρώτα εκεί όπου είχε αρχίσει η ανέγερσή του στις 13 Αυγούστου του 1961: στο Βερολίνο, μπροστά από την ιστορική πύλη του Βρανδεμβούργου. Εκείνο που αξίζει να επισημανθεί σχετικά, έγκειται στο ότι ουδείς ανέμενε τότε τη συγκλονιστική αυτή εξέλιξη, την οποία και οι πλέον αισιόδοξοι στη Γερμανία τοποθετούσαν σε μάκρος τριακονταετίας («και βάλε...») . Ο καγκελάριος Χέλμουτ Κολ μάλιστα, που βρισκόταν σε επίσημη (πενθήμερη!) επίσκεψη στην Πολωνία, αντιμετώπισε εκεί αρχικά την είδηση από το Βερολίνο σαν ένα «κρύο αστείο»!

Η διαίρεση της ηττημένης και κατεστραμμένης ολοκληρωτικά Γερμανίας έμελλε να επιδράσει σημαντικά στο μεταπολεμικό ευρωπαϊκό γίγνεσθαι. Η οικονομική ανάκαμψη της Δυτικής Γερμανίας, όμως, συντελέσθηκε τάχιστα και μ' έναν θεαματικό τρόπο. Τόσο με τα αμερικανικά δισεκατομμύρια του σχεδίου Μάρσαλ όσο και με τον ιδρώτα των εκατομμυρίων ξεριζωμένων προσφύγων από Ανατολική Πρωσία, Σιλεσία, Σουδητία κ.ά. Η ανάπτυξη αυτή συνοδευόταν, όμως, σταθερά από την οργάνωση ενός αξιοθαύμαστου κοινωνικού κράτους, που έμελλε να αποτελέσει πρότυπο κοινωνικής εξέλιξης και σε άλλες δυτικοευρωπαϊκές χώρες. Μέσα σε αυτό το δημιουργικό μεταπολεμικό κλίμα τέθηκαν οι βάσεις για την υλοποίηση της ιδέας μιας ενωμένης και ειρηνικής Ευρώπης, στη συγκρότηση της οποίας η (δυτική) Γερμανία είχε τον πρώτο λόγο και ρόλο.

Το ίδιο ισχύει, αντίστροφα όμως, για τη μετακομμουνιστική εποχή, καθώς η ενιαία πλέον Γερμανία επέβαλλε με την οικονομική της υπεροχή τις δικές της στρατηγικές επιλογές έναντι όλων των Ευρωπαίων (πλην Βρετανών και Σκανδιναβών) εταίρων της. Σε τούτο συνέβαλε αποτελεσματικά η καθιέρωση του ευρώ ως ενιαίου ευρωπαϊκού νομίσματος, το οποίο κανονικά λειτούργησε σαν μετονομασμένο γερμανικό μάρκο. Από τα πρώτα μετά το Τείχος χρόνια, άλλωστε, στα σχέδια μιας ταχείας οικονομικής προς ανατολάς επέκτασης, γινόταν ήδη λόγος για «χώρο του μάρκου». Τούτο προς αποφυγήν του κακόφημου «ζωτικού χώρου», που αναπλήρωνε το επίκαιρο σύνθημα: «η Ευρώπη μιλάει γερμανικά».

Η επανένωση συνεπάγετο ασφαλώς ένα τεράστιο κόστος, κάτι που ανέστειλε τους γερμανικούς ρυθμούς ανάπτυξης κι έριξε πίσω τα γερμανικά οικονομικά μεγέθη. Αυτό είχε ανάλογες επιπτώσεις και στην Ευρώπη συνολικά, με αποτέλεσμα να μην είναι διακριτός πλέον ένας διεθνής ευρωπαϊκός ρόλος. Για να συμβεί αυτό έπρεπε πρώτα να ξαναπάρει τα πάνω του ο γερμανικός καπιταλισμός, η ατμομηχανή του ευρωπαϊκού τρένου. Η επανένωση της Γερμανίας συντελέσθηκε στην πράξη με μιαν προσάρτηση στο δυτικό του άλλου γερμανικού κράτους, γεγονός το οποίο δεν προκάλεσε ωστόσο καμία αντίδραση διεθνώς. Κι αυτό, βέβαια, όχι διότι οι πάντες αναγνώριζαν την ιστορική αναγκαιότητα ύπαρξης μιας ενιαίας Γερμανίας, αλλά επειδή η χώρα αυτή έμελλε να ηγηθεί της Ευρώπης, επανακτώντας έτσι μια θέση στο παγκόσμιο σύστημα.

Τούτο προϋπέθετε, όμως, άλλο ένα κόστος, που θα αντιμετωπιζόταν, δυστυχώς, με τη σταδιακή συρρίκνωση του κοινωνικού κράτους. Προκειμένου, δε, να ενισχυθεί η ανταγωνιστικότητα των γερμανικών εξαγωγών, που σήμαινε άνοδο του γερμανικού κεφαλαίου, ασκήθηκε μια άγρια πολιτική συμπίεσης αμοιβών, την οποία εφάρμοσε μάλιστα κυβέρνηση Σοσιαλδημοκρατών - Πρασίνων. Η περιβόητη «Ατζέντα 2010» ανέτρεψε άρδην τις εργασιακές σχέσεις στη Γερμανία και σε άλλες χώρες της Ε.Ε. Κάτω δε από την απειλή μετεγκατάστασης εργοστασίων στην Πολωνία, τη Σλοβακία κ.α., τα γερμανικά συνδικάτα αναγκάστηκαν να συνθηκολογήσουν άνευ όρων και προέκυψε έτσι ένας νέος τύπος εργαζομένου: ο μερικά απασχολούμενος.

25 χρόνια από την πτώση του Τείχους του Βερολίνου, η Γερμανία γιορτάζει κατ' αρχήν την ενοποίησή της και την κοινή, πλέον, ανάπτυξη των πρώην διαιρεμένων κοινωνιών της. Αν και αυτό δεν τονίζεται ευλόγως, η ενωμένη Γερμανία απολαμβάνει την υπεροχή της σε όλα τα πεδία της πολιτικής και της οικονομίας κυρίως, την ώρα που η δεύτερη σε μέγεθος και ισχύ χώρα, η Γαλλία, γνωρίζει μια πρωτοφανή παρακμιακή πορεία. Μολαταύτα, εμφανίζονται πλέον και στη Γερμανία συμπτώματα που οδηγούν σε κλίμα ύφεσης.

Ηδιαρκής αναφορά σε μια γερμανική Ευρώπη, στον αντίποδα μιας (καλής) ευρωπαϊκής Γερμανίας, δεν νοείται σαν στερεοτυπική έννοια αλλά ούτε και μονοσήμαντη είναι. Ετσι κι αλλιώς, ο σύγχρονος ευρωπαϊκός καπιταλισμός θεωρείται αδιανόητος χωρίς τη Γερμανία. Θεωρώντας δε ρεαλιστικά την υφιστάμενη κατάσταση, με τη Γερμανία να εμφανίζει μέσα στην Ενωση τα μεγαλύτερα μεγέθη (οικονομικά, ανθρώπινα κ.ά.), φαντάζει σαν αναπότρεπτη μια διαρκής γερμανική υπεροχή. Πολιτικά εκτιμούμενο τούτο απολήγει στην εκ των πραγμάτων εμπέδωση μιας γερμανικής ηγεμονίας, την οποία η ίδια η Γερμανία διστάζει ή δειλιάζει να διαδηλώσει, ενώ την ασκεί ήδη ουσιαστικά. Οχι όμως και κανονικά. Αφ' ενός επειδή τα νήματα κινεί ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, εντολοδόχος των τραπεζών, κι αφ' ετέρου διότι η Γερμανία δεν αναλαμβάνει την ιστορική ευρωπαϊκή ευθύνη για δημιουργία συνοχής και αλληλεγγύης ανάμεσα στους εταίρους. Τούτο ανήκει πρώτιστα στο ρόλο μιας ηγέτιδας δύναμης, με ένα κόστος και για την ίδια βεβαίως, αλλά θα μπορούσε και να οδηγήσει σε έξοδο από την τρέχουσα πανευρωπαϊκή κρίση.

* Δημοσιογράφος, πολιτικός επιστήμων tzortzis.jan@gmail.com

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Πολιτική
Στη στήλη
Ανάλυση στα γεγονότα