Έντυπη Έκδοση

27ο ΠΑΝΟΡΑΜΑ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΥ

Οι Αντικομφορμιστές του Ελληνικού Σινεμά

τις 16 Οκτωβρίου ανοίγει η αυλαία του 27ου Πανοράματος Ευρωπαϊκού Κινηματογράφου, του φεστιβάλ της Αθήνας που εδώ και 27 χρόνια προσφέρει στο αθηναϊκό κινηματογραφόφιλο κοινό γεύσεις εξαιρετικές όχι μόνο του σύγχρονου αλλά και του κλασικού ευρωπαϊκού (και όχι μόνο) κινηματογράφου. Ενός κινηματογράφου στον οποίο πρώτη θέση έχει πάντα ο ελληνικός κινηματογράφος.

Από την πρώτη χρονιά του, με αφιερώματα στα διάφορα κινηματογραφικά είδη του ελληνικού σινεμά (πολιτικός κινηματογράφος, ντοκιμαντέρ, φιλμ νουάρ, μελόδραμα) αλλά και στον Σταύρο Τορνέ (το πρώτο μεγάλο αφιέρωμα μετά το θάνατο του μοναδικού, και μοναχικού, αυτού δημιουργού), για να συνεχίσει με αφιερώματα στους πιο γνωστούς παλιότερους και νεότερους Ελληνες δημιουργούς, το Πανόραμα έδινε και εξακολουθεί να δίνει την ευκαιρία στο θεατή να δει και να ξαναδεί τις ταινίες εκείνες που συνέβαλαν στην εξέλιξη και την ιστορία της εθνικής μας κινηματογραφίας.

Το φετινό 27ο Πανόραμα αφιερώνει το ελληνικό του πρόγραμμα στους «Αντικομφορμιστές του ελληνικού κινηματογράφου». Τους δημιουργούς εκείνους, που στα τέλη της δεκαετίας του '60 και στη διάρκεια της δεκαετίας του '70 προσπαθούσαν, συχνά με λιγοστά μέσα, να εκφραστούν κινηματογραφικά με τρόπους νέους για το ελληνικό σινεμά, τρόπους επηρεασμένους σίγουρα από τον υπόλοιπο κινηματογράφο: τον κινηματογράφο ιδιαίτερα των Ευρωπαίων δημιουργών, που με τις ταινίες των σκηνοθετών της γαλλικής νουβέλ βαγκ (ιδιαίτερα του Ζαν-Λικ Γκοντάρ αλλά και του Αλέν Ρενέ), του βρετανικού «φρι σίνεμα» αλλά και του νέου κύματος (Μίκλος Γιάντσο, Μίλος Φόρμαν) των κομμουνιστικών τότε χωρών (Ουγγαρίας, Τσεχίας) πρότειναν μια νέα, ανανεωτική ματιά πάνω στην τέχνη τους καθώς και τα προβλήματα που τους απασχολούσαν.

Η «Ανοιχτή επιστολή»  του Γιώργου Σταμπουλόπουλου παραμένει επίκαιρη 46 χρόνια μετά Η «Ανοιχτή επιστολή» του Γιώργου Σταμπουλόπουλου παραμένει επίκαιρη 46 χρόνια μετά Με τις ταινίες τους, οι νέοι αυτοί σκηνοθέτες άρχισαν να καταπιάνονται με διάφορα θέματα, ασυνήθιστα για τον ελληνικό κινηματογράφο, που ώς τότε περιοριζόταν στα μελοδράματα, τις κωμωδίες και τις ταινίες φουστανέλας, που γύριζαν εταιρείες όπως η Φίνος Φιλμ, Δαμασκηνός & Μιχαηλίδης, Καραγιάννης-Καρατζόπουλος, και άλλες. Θέματα πολιτικά, κοινωνικά, αλλά και υπαρξιακά, δοσμένα με ζωντάνια, ενθουσιασμό, δίψα για ανανέωση, από σκηνοθέτες που ήθελαν να αποτελέσουν μέρος μιας γενιάς που ζητούσε την αλλαγή όχι μόνο μέσα από τον κινηματογράφο αλλά και μέσα από την ίδια την κοινωνία -σε μια εποχή που μια αδίστακτη δικτατορία επέβαλλε τη σιωπή σε όλα τα μέσα έκφρασης.

Η αμφισβήτηση που είχε αρχίσει να εμφανίζεται λίγο πριν από την επιβολή της δικτατορίας, συνεχίστηκε με διάφορους τρόπους και στη διάρκειά της, με σκηνοθέτες όπως οι Ροβήρος Μανθούλης («Πρόσωπο με πρόσωπο»), Αλέξης Δαμιανός («Ευδοκία»), Θόδωρος Αγγελόπουλος («Αναπαράσταση») και Παντελής Βούλγαρης («Το προξενιό της Αννας»). Με τον πιο πρωτότυπο, αναμφισβήτητα, δημιουργό της τότε περιόδου τον Σταύρο Τορνέ, που με ταινίες όπως ο «Μπαλαμός» και η «Καρκαλού» άνοιγε ένα εντελώς δικό του, μοναχικό δρόμο, δείχνοντας πως ο κινηματογράφος μπορούσε να εκφραστεί και με λιγοστά (no budget, θα έλεγα) χρήματα, φτάνει ο σκηνοθέτης να είχε την αναγκαία έμπνευση και να ήταν έτοιμος και πρόθυμος, από το τίποτε, να δώσει σάρκα και οστά στο όραμά του.

Ανάμεσα στους σκηνοθέτες εκείνους που ήδη ξεχώρισαν από τη δεκαετία του '60 ήταν ο Τάκης Κανελλόπουλος και ο Δήμος Θέος. Ο έρωτας που καταστρέφεται από τον πόλεμο είναι στο επίκεντρο της ρομαντικής ταινίας «Εκδρομή» (1966) του Τάκη Κανελλόπουλου, με το φακό του σκηνοθέτη να συλλαμβάνει κάτι από τη μαγεία του μακεδονικού τοπίου που χρησιμοποιείται όχι σαν απλό στολίδι αλλά για σχόλιο πάνω στα εσωτερικά αισθήματα και την ψυχολογία των προσώπων του. Στην ταινία «Κιέριον» (1968), ο Δήμος Θέος, με αφορμή τη δολοφονία του Αμερικανού δημοσιογράφου Πολκ, χρησιμοποιεί το στιλ του αμερικανικού θρίλερ (που όμως διανθίζει με ωραίες ανατροπές), για να κάνει ένα σχόλιο πάνω στην εσωτερική πολιτική κατάσταση στη μετα-εμφυλιακή Ελλάδα, καθώς και στο ρόλο του παρακράτους και το φίμωμα της δικαιοσύνης, σχόλιο ταυτόχρονα πάνω στη ροή της Ιστορίας και της προσπάθειας χαλιναγώγησής της.

Η ποιητική ταινία «Αλδεβαράν» ο Ανδρέας Θωμόπουλος μας παρουσιάζει μία φανταστική πόλη Η ποιητική ταινία «Αλδεβαράν» ο Ανδρέας Θωμόπουλος μας παρουσιάζει μία φανταστική πόλη * Το βόλεμα, σε μια μεγαλούπολη όπως η Αθήνα, είναι το θέμα της ταινίας «Λάβετε θέσεις» (1973) του Θόδωρου Μαραγκού. Η ταινία εστιάζεται σ' ένα ράφτη-δρομέα που εγκαταλείπει το χωριό του κι έρχεται στην Αθήνα για να εργαστεί και να καλυτερεύσει τη ζωή του. Στο εργοστάσιο, όπου βρίσκει δουλειά, καταλήγει και ένας πρώην μικροϊδιοκτήτης, που αναγκάστηκε να πουλήσει το μαγαζί του. Ο κακόμοιρος ράφτης θα βολευτεί εύκολα και θα μετατραπεί σε μικροαστό, ενώ ο πρώην μικροϊδιοκτήτης θα μετατραπεί σε προλετάριο, συνειδητοποιώντας την ανάγκη του αγώνα και των ταξικών συγκρούσεων. Η ταινία χρησιμοποιεί διάφορα στοιχεία (σάτιρα, νεορεαλισμό αλλά και συμβολισμό) με έναν αρκετά εντυπωσιακό τρόπο.

* Στην ταινία του, «Κρανίου τόπος» (1973), ο Κώστας Αριστόπουλος αναπαριστά, στο χώρο της σημερινής Μάνης, με ένα αργό, τελετουργικό ρυθμό, τα πάθη του Χριστού. Ετσι, τα χριστιανικά βιώματα συνδέονται με τα σύγχρονα βιώματα των κατοίκων της περιοχής, ενώ, σε ένα άλλο επίπεδο, έχουμε την κινηματογράφηση αυτών των βιωμάτων, με τους ηθοποιούς της ταινίας να μεταμφιέζονται μπροστά στην κάμερα σε πρόσωπα της Καινής Διαθήκης για να αναπαραστήσουν επεισόδιά της, ενώ στο φινάλε ο Μανιάτης εργάτης, που υποδύεται τον Χριστό, ξεκινά για το νέο του μαρτύριο, τον Τόπο Κρανίου, που δεν είναι άλλος από το εργοστάσιο όπου εργάζεται στην πόλη.

Ο Κώστας Φέρρης μεταφέρει στον κινηματογράφο την «Φόνισσα» του Παπαδιαμάντη, δημιουργώντας πρωτότυπες για την εποχή του κινηματογραφικές εικόνες Ο Κώστας Φέρρης μεταφέρει στον κινηματογράφο την «Φόνισσα» του Παπαδιαμάντη, δημιουργώντας πρωτότυπες για την εποχή του κινηματογραφικές εικόνες * Ο Ανδρέας Θωμόπουλος στην ποιητική ταινία του «Αλδεβαράν» (1975) μας παρουσιάζει μια φανταστική πόλη, μέσα από τη ζωή και τη σχέση τριών ατόμων: ενός ποιητή, ενός μουσικού της ροκ και μιας πόρνης, με τους δυο άντρες να δίνουν αυτοσχέδιες παραστάσεις σ' ένα καφέ-μπαρ, ώς τη στιγμή που ο ποιητής πληροφορείται πως σε δυο μήνες θα πεθάνει από καρκίνο και αρχίζει να περιπλανιέται στην άσκημη, βρόμικη πόλη όπου ζει.

* Στην «Ευρυδίκη Β.Α. 2037» (1975) του Νίκου Νικολαΐδη, σε μια στρατοκρατούμενη χώρα, η ηρωίδα, μια νευρωτική γυναίκα, που βρίσκεται εγκλωβισμένη σ' ένα χώρο, περιμένοντας τη μεταφορά της σ' έναν άλλο χώρο, ενώ, ταυτόχρονα, αποκρούει την οποιαδήποτε επαφή της με τον έξω κόσμο, αρχίζει να έχει παραισθήσεις. Το ψυχονευρωτικό άτομο, δέσμιο σ' έναν ευνουχισμένο κόσμο, όπου έχει χαθεί κάθε αίσθηση ασφάλειας, είναι το βασικό θέμα της ταινίας ενός σκηνοθέτη, από τους πιο αντικομφορμιστές της γενιάς του, που χρησιμοποιεί, όπως παραδέχεται ο ίδιος, ένα «αμερικανικό κλίμα» για να ανατρέψει τα αισθήματα ασφάλειας του ίδιου του θεατή.

Ο Νίκος Ζερβός εστιάζει στη γενιά του '60 στην ταινία του «Εξόριστος στην κεντρική λεωφόρο» Ο Νίκος Ζερβός εστιάζει στη γενιά του '60 στην ταινία του «Εξόριστος στην κεντρική λεωφόρο» * Σε αληθινό περιστατικό (την αυτοκτονία ενός άντρα πέφτοντας από μια πολυκατοικία) στηρίζεται το σενάριο της δραματικής ταινίας «Ναι μεν, αλλά» (1972) του Παύλου Τάσιου. Η ταινία αρχίζει με το νέο άντρα να κάθεται στην άκρη μιας ταράτσας απ' όπου ετοιμάζεται να πηδήξει. Ενώ ο κόσμος από κάτω προσπαθεί να τον μεταπείσει, μέσα από φλας-μπακ βλέπουμε σκηνές από τη ζωή του: τον υποχρεωτικό γάμο του με μια γυναίκα που δεν αγαπά -ο ίδιος αγαπούσε μιαν άλλη γυναίκα που τελικά τον απέρριψε με το χειρότερο τρόπο, με τον Τάσιο να ανάγει τα αίτια της αυτοκτονίας του πρωταγωνιστή του στη σεξουαλική και κοινωνική καταπίεση που κυριαρχεί στην ελληνική κοινωνία.

* Στον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη στράφηκε ο Κώστας Φέρρης για να ζωντανέψει, με τρόπο πρωτοποριακό, το γνωστό μυθιστόρημά του «Η φόνισσα» (1974). Ο σκηνοθέτης δεν ενδιαφέρεται τόσο για την πιστή αναπαράσταση της ιστορίας της τραγικής Φραγκογιαννούς, που σκοτώνει τα δυο εγγόνια της, όσο για τη δημιουργία πρωτότυπων κινηματογραφικών εικόνων και «αισθήσεων» μέσα από το κείμενο του Παπαδιαμάντη. Για τον Φέρρη, η Φραγκογιαννού είναι ένα πρόσωπο «τρελό», που δεν μπορεί να μυθοποιείται, όπως τουλάχιστον ο ίδιος υποστήριξε σε θεωρητικό του κείμενο, πρόσωπο που θα μας οδηγήσει στον κόσμο των πνευμάτων. Για να δώσει αυτό τον κόσμο, ο σκηνοθέτης στρέφεται στον πειραματικό κινηματογράφο και, παρά τα νατουραλιστικά ντεκόρ του, ανατρέχει σε εφέ της τρικέζας και διάφορους άλλους πειραματισμούς (όπως τη χρήση μαυρόασπρου φιλμ με κατοπινό χρωματισμό, παρεμβολές στο μοντάζ, κ.ά.), στοιχεία που μέχρι τότε δεν είχαν χρησιμοποιηθεί στον ελληνικό κινηματογράφο.

Από τη δραματική ταινία του Παύλου Τάσιου "Ναι μεν, αλλά" Από τη δραματική ταινία του Παύλου Τάσιου "Ναι μεν, αλλά" * Στην ταινία του «Εξόριστος στην κεντρική λεωφόρο» (1979), δοσμένη με ειλικρίνεια και ζεστασιά, ο Νίκος Ζερβός καταπιάνεται με τη δική του γενιά, τη γενιά της δεκαετίας του '60. Εκείνο που ενδιαφέρει τον Ζερβό είναι να δώσει την εικόνα αυτής της γενιάς, μιας γενιάς που αμφισβήτησε τις αξίες και τα προβλήματα μιας συγκεκριμένης κοινωνίας, της γενιάς του γαλλικού Μάη, των φοιτητικών εξεγέρσεων, του Βιετνάμ, του Γούντστοκ, μιας γενιάς που τώρα αντιμετωπίζει υπαρξιακά προβλήματα. Με αφορμή τον αντικομφορμιστή 40άρη ήρωά του (στο ρόλο ο γνωστός σκηνοθέτης Κώστας Φέρρης), που, αρνούμενος να υποκύψει στο σύστημα, ξεχύνεται στους δρόμους, ο Ζερβός βρίσκει την ευκαιρία να κάνει ένα σχόλιο πάνω σε μια κοινωνία που απορρίπτει τον άνθρωπο και τις αληθινές αξίες του. 7

INFO: Οι ταινίες που θα προβληθούν στο αφιέρωμα είναι: «Εκδρομή», «Ανοιχτή επιστολή», «Κιέριον», «Κρανίου τόπος», «Λάβετε θέσεις», «Αλδεβαράν», «Η φόνισσα», «Ευρυδίκη ΒΑ 2037», «Ναι μεν, αλλά», «Εξόριστος στην κεντρική λεωφόρο».

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Με λέξεις-κλειδιά
Κινηματογράφος
Πανόραμα Ευρωπαϊκού Κινηματογράφου
Αφιέρωμα