Έντυπη Έκδοση

Ο Γερμανός ασθενής

Το γερμανικό υπόδειγμα, που φέρεται θριαμβεύον στην Ευρώπη, αυτό που πριμοδοτεί με οποιοδήποτε τίμημα την ισοσκέλιση ισοζυγίων, τη συγκράτηση κοινωνικών δαπανών και την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας, μπορεί να διαθέτει ακόμη ένθερμους και αδιάλλακτους θιασώτες, τόσο εντός όσο και εκτός της Γερμανίας, ωστόσο η γοητεία του φθίνει με επιτάχυνση.

Εξ αρχής εστερείτο ορατότητος και σήμερα ακόμη περισσότερο. Αυτή η εκτίμηση δεν αποτελεί προϊόν «γερμανοφοβίας», αλλά προέρχεται από ιθύνοντες κύκλους του Βερολίνου, έστω και αν βρίσκεται στους αντίποδες των επίσημων κυβερνητικών θέσεων.

Σαρωτική κριτική ασκείται σήμερα όλο και περισσότερο εκ των ένδον και δεν διστάζει πλέον να δημοσιοποιείται. Δύο πρόσφατα βιβλία από κύκλους της εξουσίας διαπιστώνουν την κρίσιμη κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει η Γερμανία, με δική της επιλογή και ευθύνη, και οπωσδήποτε εις βάρος του συνόλου των Ευρωπαίων εταίρων της. Το ένα «Γερμανία: η αυταπάτη», από τον Μαρσέλ Φράτσερ, σύμβουλο του αντικαγκελάριου και υπουργού Οικονομίας Ζίγκμαρ Γκάμπριελ. Το άλλο «Γερμανία: η φούσκα», από τον οικονομικό αρχισυντάκτη της «Ντι Βελτ» Ολαφ Γκέρσεμαν. Αμφότεροι αποδεικνύουν ότι η χώρα τους κατάντησε «κολοσσός με πήλινα πόδια», «ο μεγάλος ασθενής της Ευρώπης». Η γενίκευση του γερμανικού υποδείγματος στην Ευρώπη εκτιμάται ως «το κύκνειο προ του τέλους άσμα για τη χώρα με τη μεγάλη βιομηχανική παράδοση». «Η αλαζονεία προαναγγέλλει πάντα την τελική πτώση», διαβεβαιώνουν επιγραμματικά οι συγγραφείς.

Την τελευταία 15ετία, από την εισαγωγή του κοινού ευρωπαϊκού νομίσματος, ενώ το υπόδειγμα φέρεται θριαμβεύον, η χώρα δεν παύει να σωρεύει αποτυχίες που υπονομεύουν το δικό της μέλλον. Οχι μόνον η οικονομική ανάπτυξή της παρέμεινε ασθενής και κατώτερη από τον ευρωπαϊκό μέσον όρο, αλλά επίσης οι εργατικοί μισθοί υστερούν έναντι των ευρωπαϊκών, τα οικογενειακά εισοδήματα συρρικνώθηκαν κατά 3% το χρόνο και κατά 5% για τα φτωχότερα εξ αυτών. 20% των παιδιών βρίσκονται σήμερα κάτω από το όριο της φτώχειας. Οι περικοπές οικογενειακών επιδομάτων αποφέρουν ασφαλώς οικονομίες για την κυβέρνηση, αλλά καταστρέφουν κίνητρα για τη γεννητικότητα, παραδίδοντας τη χώρα σε ηλικιωμένους και συνταξιούχους.

ΗΓερμανία οδηγείται με μαθηματική ακρίβεια στη στασιμότητα και τη βαθιά ύφεση, αφού κατά την τελευταία 15ετία μειώνονται τόσο οι δημόσιες επενδύσεις της όσο και οι ιδιωτικές. Ο σχηματισμός κεφαλαίου από 25% του ΑΕΠ, έχει σήμερα κατέλθει σε 17%. Με την εμμονή στο μηδενικό δημοσιονομικό έλλειμμα, η ίδια πλήττει καίρια τόσο τις δημόσιες επενδύσεις όσο και τις ιδιωτικές. Οι δημόσιες επενδύσεις της υστερούν κατά ένα τρίτο από τις αντίστοιχες των μεγάλων δυτικών οικονομιών. Στη διάρκεια της 20ετίας, οι αναπτυξιακές επιδόσεις την κατατάσσουν στην 156η θέση επί συνόλου 166 χωρών, κοντά στις Ουκρανία και Αϊτή. Παρά τα εξωτερικά πλεονάσματα, που φθάνουν τα 200 δισ. ετησίως, οι επενδύσεις δεν αυξάνονται, αλλά μειώνονται, ενώ τα πλεονάσματα διοχετεύονται στις αποταμιεύσεις, που συνεχίζουν να ανέρχονται.

Οταν μια χώρα αποταμιεύει 24,4% του ΑΕΠ, αλλά επενδύει μόνον 17%, αυτό σημαίνει ότι η εσωτερική αγορά της υπολειτουργεί και εις βάρος των εταίρων της. Με την πανευρωπαϊκή λιτότητα, η Γερμανία εξαντλεί τις προϋποθέσεις της δικής περιστασιακής «επιτυχίας». Συνέπεια των επιλογών της είναι το σοβαρό επενδυτικό έλλειμμα της χώρας, 80 δισ. ετησίως, αλλά και της Ευρώπης, 200 δισ. ετησίως. Ηδη οι «αποτυχημένες» Γαλλία και Ισπανία επενδύουν πολύ περισσότερα σε πάγιο κεφάλαιο από την «επιτυχημένη» Γερμανία.

Στον τομέα της απασχόλησης, η χώρα έχει μειώσει την ανεργία από 5 εκατομμύρια ανέργων σε 3. Ωστόσο, περιέργως ο αριθμός των εργάσιμων ωρών δεν αυξήθηκε, αλλά μειώθηκε δραματικά. Αυτό υποδηλώνει ότι δεν αυξήθηκε καθόλου η συνολική ποσότητα εργασίας, απλώς ο συνολικά μειωμένος χρόνος εργασίας κατανεμήθηκε σε περισσότερους εργαζομένους και οι πλήρους απασχόλησης εργαζόμενοι μετατράπηκαν σε μερικής. Το διαθέσιμο εισόδημα 60% των εργαζομένων είναι σήμερα κατώτερο από εκείνο του 2000.

Οσον αφορά τη διαχείριση της ευρωπαϊκής οικονομίας, οι δύο οικονομολόγοι δεν χαρίζονται. Με τις «αντισυμβατικές» πρωτοβουλίες του προέδρου της ΕΚΤ Ντράγκι από το 2012 και τον Σεπτέμβρη του 2014, αληθεύει ότι «κοινοτικοποιούνται» τα χρέη στην Ευρώπη, ότι ο Γερμανός φορολογούμενος εκτίθεται έτσι σε υψηλούς κινδύνους. Ωστόσο, αληθεύει επίσης ότι, παρά την έκθεση, ο ίδιος δεν έχει χάσει απολύτως τίποτα, αλλά αντίθετα αποκομίζει εξ αυτής μόνον οφέλη. Αυτό σημαίνει ότι η Γερμανία έχει συμφέρον να εγκαταλείψει κάθε δυσπιστία έναντι της Ευρώπης και να φροντίσει επειγόντως για την ανάκαμψή της με κάθε τίμημα, αφού μόνον από αυτήν η ίδια αντλεί τα κυριότερα οφέλη της.

Η αύξηση των δημόσιων δαπανών και όχι η μείωση, ιδίως προς βελτίωση υποδομών, που έχουν εγκαταλειφθεί, και προς επιμόρφωση εργαζομένων, για τους οποίους οι γερμανικές δαπάνες υστερούν έναντι 30 χωρών του ΟΟΣΑ, αποτελεί απαράκαμπτη αναγκαιότητα όχι μόνον για τη Γερμανία, αλλά και για ολόκληρη την Ευρώπη. Τις τέσσερις τελευταίες δεκαετίες, η Ευρώπη παραδόθηκε σε αυταπάτες, που στη συνέχεια απομυθοποιήθηκαν. Αρχικά το «ιαπωνικό θαύμα», έπειτα το πορτογαλικό και το ισπανικό, ακολούθησε το ιρλανδικό: όλα σήμερα βρίσκονται στο καναβάτσο. Με τις υπάρχουσες ενδείξεις, γιατί άραγε το γερμανικό να έχει διαφορετική τύχη;

kvergo@gmail.com

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Πολιτική
Στη στήλη
Ανάλυση στα γεγονότα