Έντυπη Έκδοση

Η Ελένη Χαβιαρά «Με άλλο μάτι»

«Το γράψιμο ενός θεατρικού δεν σηκώνει θεωρία. Τα έργα που γράψαμε είναι βγαλμένα μέσα από το βίωμα της κατάστασης. Ξεκινούσαμε από πρόσωπα πάντα».

 Η Ελένη Χαβιαρά αυτοεπιβεβαιώνεται, έστω ολομόναχη ετούτη τη φορά, στο νέο και μοναδικό γραμμένο αποκλειστικά από την ίδια (και όχι μαζί με τον σύντροφό της Δημήτρη Κεχαΐδη, που «έφυγε» το 2005) θεατρικό της «Με άλλο μάτι», το οποίο αύριο, Σάββατο, παρουσιάζεται σε πανελλαδική πρώτη στο Θέατρο Τέχνης (Φρυνίχου), στο πλαίσιο των Αναλογίων της Σίσσυς Παπαθανασίου.

Πρόκειται για μια στιγμή-ορόσημο και για το εγχώριο θέατρο αλλά και για το Θέατρο Τέχνης - πηγή του νεοελληνικού έργου (που ανέδειξε και το ακτύπητο δίδυμο των Κεχαΐδη - Χαβιαρά), να παρουσιάζεται ένα σπουδαίο φρεσκογραμμένο κείμενο έπειτα από πολύχρονη συγγραφική «σιωπή» και κυοφορία. Και βεβαίως να επιστρέφει η Ελένη Χαβιαρά στην «κοιτίδα» της.

Το πολιτικό και ψυχολογικό θρίλερ της διαπραγματεύεται το ζήτημα της μνήμης και το τραύμα της, ανατρέχοντας στη Χούντα των Συνταγματαρχών, με τρόπο διαπεραστικό και σύγχρονο. Η αριστοτεχνικά δομημένη πλοκή διαρκώς ανελίσσεται. Οι διάλογοι είναι καταιγιστικοί και η φόρμα-έκπληξη. Στο τέλος, αφήνει επί τούτου ανοικτά ερωτήματα, γεφυρώνοντας τις εποχές: «Τι γίνανε (τα γρανάζια της Χούντας); Δεν ξέρεις τι γίνανε; Εχουν γεννήσει πλοκάμια... φασίστες δεύτερης γενιάς που σέρνονται ανάμεσά μας. Εγώ αυτά τα μεταλλαγμένα πλοκάμια φοβάμαι», διαπιστώνει η 60χρονη Κλειώ, θύμα βασανιστηρίων στην ΕΣΑ, «δυο χρόνια μέσα στην αρένα της χουντικής τυραννίας», αλλά διά βίου «ακρωτηριασμένη» αναζητώντας την «αλήθεια».

Η 29χρονη κόρη της Παυλίνα, στοιχειωμένη απ' τις φοβίες της, καταφεύγει σε ψυχίατρο. «Για να ωριμάσω πρέπει πρώτα να ξεπλυθώ απ' το δηλητήριο που έσταξες μέσα μου. Σταγόνα σταγόνα», λέει στη μάνα της.

Ο 60χρονος πατέρας της, ο Ανδρέας, είναι ο άνθρωπος που, σύμφωνα με περιγραφές της θυγατέρας του, «ονειρευόταν να γίνει ήρωας και του τη βγήκε η μάνα μου από το πλάι. Σκέτη τραγωδία...». Η γυναίκα του τον κατηγορεί ότι είναι παρτάκιας. Κι αυτός της αντιγυρίζει: «Κι εσύ τίποτα... Βυθισμένη στον κόσμο σου. Εκεί... ανάμεσα στα φαντάσματα της ΕΣΑ...(...) Μόνο εκείνος ο τρόμος και το γυάλινο χρώμα στα μάτια σου... Χρόνια ολόκληρα αυτό το μαρτύριο! (...) Μετά μ' έβαλες στην απομόνωση. Κι από σένα κι απ' το παιδί μου».

Ο τέταρτος και πιο αινιγματικός ήρωας του έργου, ο 59χρονος Μάρκος (στον οποίο οφείλεται κι ο τίτλος του έργου), ψυχίατρος της Παυλίνας, εσατζής και, όπως αφήνεται μετέωρο, πιθανότατα βασανιστής της μητέρας της, δηλώνει: «Μου χρειάστηκε πολύς δρόμος μέχρι να συνειδητοποιήσω τι μου είχε συμβεί... Να διαπραγματευτώ την ενοχή της υποταγής μου στην παράνοια του φασισμού... Να μπορέσω να δω την κοινωνία με άλλο μάτι...».

- Πάντα ξεκινούσατε από αληθινά πρόσωπα, αληθινά γεγονότα με τον Κεχαΐδη. Τους ήρωες του νέου έργου σας τους έχετε γνωρίσει, κυρία Χαβιαρά;

«Η ιστορία ξεκίνησε από μια συνάδελφο Αυστριακή και Εβραία, της οποίας η γιαγιά πέθανε σε στρατόπεδο συγκέντρωσης. Εκανε ψυχανάλυση 3-4 χρόνια. Μεταγενέστερα έμαθε ότι ο ψυχαναλυτής της ήταν στα SS. Κι έπαθε η γυναίκα, σοκ. Οταν μου αφηγήθηκε τα γεγονότα έπαθα σοκ κι εγώ. Και σκέφτηκα πώς θα μπορούσα να ασχοληθώ με το θέμα. Τελικά, το έφερα στην ελληνική πραγματικότητα και στα μέτρα της. Εκανα έρευνα για αρκετό καιρό. Οταν βρέθηκα στο πανεπιστήμιο συνειδητοποίησα ότι πολλά παιδιά δεν ήξεραν τι είχε συμβεί επί Χούντας. Οι περισσότεροι θεωρούσαν τη Δημοκρατία δεδομένη».

- Ηταν ένα από τα κίνητρα για να ασχοληθείτε με τα τραύματα της συγκεκριμένης ιστορικής περιόδου;

«Αφ' ενός δεν πρέπει να ξεχνάμε, αφ'ετέρου ήθελα με ένα σημερινό μάτι να ξαναδώ όσα συνέβησαν. Για εμένα, θύματα δεν ήταν μόνο όσοι υπέστησαν τις διώξεις και τα βασανιστήρια, αλλά και τα παιδιά που αναγκάστηκαν να περάσουν την πλύση εγκεφάλου για να γίνουν εσατζήδες. Διάβασα το βιβλίο της Φατούρου με τις συνεντεύξεις που πήρε από εσατζήδες 30 χρόνια μετά. Κάποιοι συνειδητοποίησαν τι τους συνέβη κι ένας είχε κάνει και απόπειρα αυτοκτονίας. Κάποιοι άλλοι προσαρμόστηκαν αλλά κράτησαν την ιδεολογία».

- Είναι το πρώτο έργο που γράφετε ολομόναχη. Πέρασαν χρόνια για να ολοκληρωθεί. Ηταν μια δύσκολη κυοφορία;

«Εργαζόμουν και, συγχρόνως, έπρεπε να συνέλθω απ' το θάνατο του Δημήτρη. Ξεκίνησα να γράφω το 2010. Αισθανόμουν ότι μου ήταν αδύνατο να δουλέψω χωρίς τον Δημήτρη, γιατί δουλεύαμε πάντα μαζί, διαλογικά και με αυτοσχεδιασμό. Κάναμε τις σκηνές μεταξύ μας και με το μαγνητόφωνο τις καταγράφαμε. Ηταν η τεχνική στην οποία είχα εκπαιδευτεί. Κι όταν αποφάσισα πια μόνη μου, φοβόμουν».

- Τελικά, τα καταφέρατε. Χωρίς μαγνητόφωνο;

«Χωρίς (γέλια)».

- Πώς αισθάνεστε που επιστρέφετε στο Θέατρο Τέχνης με το οποίο είναι ταυτισμένο το έργο σας;

«Είμαι πολύ συγκινημένη. Οχι μόνο επειδή το πρώτο μας έργο, το "Δάφνες και Πικροδάφνες", το ανέβασε στο Υπόγειο ο Κουν, αλλά και γιατί την εποχή που ήμουν νέα και σπούδαζα για εμάς το Θέατρο Τέχνης ήταν ένας ναός της τέχνης».

i info

Αναλόγια 2014-Θέατρο Τέχνης: 3-7 Οκτωβρίου. Σάββατο 4/10, στις 20.00: «Με άλλο μάτι» της Ελένης Χαβιαρά. Σκηνοθετική επιμέλεια: Βίκτωρ Αρδίττης. Με τους Ν. Αλεξίου, Δήμητρα Βλαγκοπούλου, Λουκία Πιστιόλα, Γ. Τσορτέκη.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Με λέξεις-κλειδιά
Πρόσωπα
Συγγραφείς/Συγγράμματα
Θέατρο
Συνεντεύξεις