Έντυπη Έκδοση

Φωνάζει ο κλέφτης

«Τα μάθατε;
Πάτησαν την ψησταριά της Κούλας μέρα μεσημέρι».
«Βρήκαν τίποτα;»

«Δεν βρήκαν, αλλά η ζημιά έγινε... Εσκισαν το νάιλον που έχει γύρω γύρω -επτακόσια ευρώ- και άνοιξαν τον καταψύκτη. Επειδή ήταν άδειος, τον αναποδογύρισαν και έφυγαν σαν κύριοι...»

«Και στης Νούλας της κομμώτριας, την ώρα που ήταν ξαπλωμένη -μέρα κατά μέρα-, μπήκαν στην κρεβατοκάμαρα και έκλεψαν εκατόν πενήντα ευρώ από τη σιφονιέρα. Ανοίγει τα μάτια της, νομίζει πως είναι ο άντρας της ο παπάς -τι ψάχνεις μεσημεριάτικα;- κι όταν αντικρίζει τον κατσίβελο, σηκώνει το χωριό στο πόδι».

«Γι' αυτό ο παπάς το είπε στο κήρυγμα...»

«Προσοχή, τώρα με τα ακτινίδια και τον Μάρτη με τα σπαράγγια».

«Γιατί;»

«Γιατί δυο φορές το χρόνο πλακώνουν οι ξένοι που βοηθάνε στα χωράφια. Κάθε καρυδιάς καρύδι».

«Πακιστανούς δεν έχουμε εμείς».

«Αντε μη πω καμιά βαριά κουβέντα...»

«Κάποιος στην Πέρνη είδε τρεις που οδηγούν ένα πράσινο Βαν και έχει πινακίδες μόνο μπροστά».

«Δεν άκουσα. Εγώ ξέρω πως προχθές φαρμάκωσαν τον Πατούνη του Κυριάκου. Τους πήρε μυρωδιά και χάλασε τον κόσμο. Ο Κυριάκος δεν μιλιέται από τη στενοχώρια. Τέτοιο σκυλί...»

«Κι ο Κώστας που βρήκε ξεφούσκωτο το μπροστινό λάστιχο, είπε πως είναι δική τους δουλειά».

«Φυσικά! Πώς ξεφουσκώνει λάστιχο σε αυλή περιφραγμένη; Από μόνο του; Μη τρελαθούμε!»

«Και τα κοσμήματα της Αλέκας που έκαναν φτερά πρόπερσι, αυτοί τα πήραν».

«Ποιος άλλος;»

«Και της Μαρίτσας... Ανοιξη ήταν στα σπαράγγια. Από τότε η Μαρίτσα αλλού πατάει κι αλλού βρίσκεται...»

«Καλά, δεν έχει τον Τζακ; Γιατί δεν γάβγισε, αφού ήταν εκεί;»

«Μα ο Τζακ γαβγίζει όποτε θέλει εκείνος! Και δεν είναι αυτό. Τα σκυλιά της Καλλιόπης που είναι απέναντι, περιμένουν τον Τζακ να δώσει το σύνθημα και μετά μπαίνουν στο χορό. Τώρα, είτε επειδή ο Τζακ δεν ακούει, ή βαριέται, ή είναι χορτάτος, έδωσε λάθος συναγερμό όταν οι κλέφτες είχαν φτάσει στην Ξάνθη. Ακόμη η Μαρίτσα κλαίει και οδύρεται...»

«Ναι, αλλά αυτή ισχυρίζεται πως κάποιος από τη γειτονιά της έκανε τη ζημιά».

«Καλά να πάθει! Να τα τιμάρευε. Μπιζού σε νάιλον σακούλα πού ακούστηκε; Και να μην ήθελαν να κλέψουν, αναγκάστηκαν. Αν δεν ήταν αυτοί, θα ήταν κάποιος άλλος. Ολα κι όλα, αλλά εδώ δεν φταίει ο κλέφτης».

«Και ποιος φταίει;»

«Ο νοικοκύρης!»

«Γιατί προκαλεί. Ο πλούτος κρύβεται, δεν είναι για τους πολλούς. Δεν βλέπεις τους βαθύπλουτους, πώς ζούνε σαν ερημίτες μακριά από τα βλέμματα του κόσμου;»

«Δηλαδή, αν κατάλαβα, όλοι αυτοί οι συγχωριανοί που δεν τους βλέπει το σπίτι τους, που σηκώνονται αξημέρωτα και τρέχουν στα χωράφια, τα λιπάσματα και τα κοπάδια, που τους καίει ένας αμείλικτος ήλιος και τους βαράει η βροχή και το αγιάζι, που λιώνουν σαν κεράκι λαμπριάτικο πριν προλάβουν να φάνε γλυκό ψωμί, πριν χαρούν παιδιά κι εγγόνια, είναι πλούσιοι και δεν το ξέρουν; Εχουν τόσα πολλά που ακόμη αν τους κλέψουν, φτάνουν και περισσεύουν; Ή, είναι τόσο μετρημένα, τόσο απαραίτητα ώστε τα υπερασπίζονται με νύχια και με δόντια απέναντι σε εισβολείς που δεν βλέπουν πού μπαίνουν;»

«Ωχ, καημένε! Δεν μπορεί να σου μιλήσει κανείς. Ολο γενικεύσεις... Εχεις μια ικανότητα, μα μια ικανότητα να παραποιείς την αλήθεια. Εγώ μίλησα για κλέφτες, όχι για Ωνάσηδες! Κι αν θέλεις να ξέρεις -μ' ακούς;- πιστεύω πως το χωριό μας κρύβει πολύ πλούτο! Το βλέπω στα μηχανάκια που ψάχνουν το χρυσό των Γερμανών και των Βουλγάρων».

«Βλάκα! Αρχαία ψάχνουν! Για μια νέα Αμφίπολη ζουν. Δεν είδες πού πήγαν οι τιμές στα χωράφια; Ας βρεθεί ένας τύμβος κι ας είναι συλημένος. Στην περίπτωση αυτή να μπουν κλέφτες, χαλάλι τους, αλλά σιγά σιγά, με ρέγουλο. Οσο περισσότερο κρατήσει η ληστεία, τόσο πιο πολύ θα τη χαρεί το χωριό...»

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Στη στήλη
ΟΛΗ Η ΠΟΛΗ ΤΟ ΚΟΥΒΕΝΤΙΑΖΕΙ