Έντυπη Έκδοση

Οι αγωνίες και τα πάθη του μεγάλου λογοτέχνη στο νέο βιβλίο του Γιάννη Βασιλακάκου

Ανέκδοτες επιστολές του Ταχτσή προς τον φίλο του Καρλ Πλάτε

«Σχεδόν παλάβωσα από τη στενοχώρια». Λίγο πολύ με με εκβιάζουν να αποσυρθώ από οιονδήποτε πολιτικό αγώνα. Το μόνο πράγμα για το οποίο είμαι «ελεύθερος» να κάνω είναι να πουλάω το κορμί μου -για να μπορώ να ζήσω...»

Ανάμεσα στους συμπατριώτες μας που κάποια στιγμή αναζήτησαν τον επίγειο παράδεισο στην Αυστραλία υπήρξε και ο Κώστας Ταχτσής, μια από τις πιο αντιφατικές και αντικομφορμιστικές φυσιογνωμίες στη ιστορία της λογοτεχνίας μας.

Δεν ήταν μόνο το τυχοδιωκτικό του ταμπεραμέντο και η δίψα του για πρωτόγνωρες εμπειρίες που τον έσπρωξαν προς τα κει στα μέσα της δεκαετίας του '50 -το 1957 για την ακρίβεια. Είχε μείνει «και άνεργος και άστεγος», όπως θα σημείωνε αργότερα στο αυτοβιογραφικό του έργο «Το φοβερό βήμα», και η Ελλάδα, άλλη μια φορά, τον έδιωχνε.

Ωστόσο, όπως φάνηκε από τη βιογραφία τού ελληνικής καταγωγής Αυστραλού πανεπιστημιακού Γιάννη Βασιλακάκου «Η αθέατη πλευρά της σελήνης» (εκδ. Ηλέκτρα, 2008), ακόμα και στην άκρη του κόσμου, άγνωστος μεταξύ αγνώστων, ο Ταχτσής έμελλε ν' ακολουθήσει τον ίδιο πάνω-κάτω τρόπο ζωής που ακολουθούσε κι εδώ, ανύποπτος για τα μπλεξίματα που θα του κόστιζε η φιληδονία του. Σύμφωνα με μαρτυρίες ζώντων φίλων του από τα χρόνια του '60, είχε συλληφθεί επανειλημμένα με την κατηγορία του ηδονοβλεψία, μέχρι που ένα βράδυ πιάστηκε ντυμένος γυναίκα να κάνει ψωνιστήρι και το χέρι του νόμου έπεσε βαρύ πάνω του -προφυλακίστηκε και απελάθηκε. «Οι αυστραλιανές αρχές, απ' όλους τους ανθρώπους, επέλεξαν εμένα για να διεξαγάγουν την καμπάνια εκκαθάρισης κατά των ανεπιθύμητων», θα σχολίαζε χρόνια μετά ο ίδιος, με παράπονο. «Το ότι δεν έφτασα στο σημείο να μισώ οτιδήποτε αυστραλιανό, είναι θαύμα και απόδειξη ότι από την πλευρά μου είμαι δίκαιος»...

Γύρω απ' αυτήν την περίοδο περιστρέφεται το νέο βιβλίο του Βασιλακάκου που μόλις κυκλοφόρησε από την «Οδό Πανός», φέρνοντας στην επιφάνεια μια σειρά μεταγενέστερων και ανέκδοτων ώς τώρα επιστολών του Ταχτσή προς τον Αυστραλό εικαστικό και φίλο του Καρλ Πλάτε και τη σύζυγο του τελευταίου, Τζόσελιν. Μέσα από τις παραπάνω επιστολές αναδύονται η σχέση του Ταχτσή με την ελληνική κοινωνία, οι αποστάσεις ασφαλείας που είχε πάρει στην Αυστραλία -ως αγγλόφωνος και κοσμοπολίτης- από την ομογένεια, η λαχτάρα και ο αγώνας του να μεταφερθεί το «Τρίτο Στεφάνι» στη μεγάλη οθόνη, οι καρποί της ψυχανάλυσης που έκανε, οι επαφές του με ξένους εκδοτικούς οίκους και, πάνω απ' όλα, τα ψυχικά του σκαμπανευάσματα, η πάλη με τον εαυτό του, οι μάχες που έδινε ενάντια στην ίδια του τη σεξουαλικότητα.

«...Στο αυτοβιογραφικό κείμενο που έστειλα στον Gallimard μετά το αίτημά τους, έλεγα μεταξύ άλλων ότι προτιμώ την κοινωνία των ζωγράφων απ' αυτήν των συγγραφέων (και των απλών ανθρώπων από αυτή των διανοουμένων!). Λοιπόν, το βιβλίο θα βγει την ερχόμενη άνοιξη», ενημερώνει ο Ταχτσής τον Αυστραλό φίλο του, με γράμμα που του στέλνει από τη Νέα Υόρκη το 1964. «Ως το 1966 θα με διαβάζετε στ' αγγλικά», του μηνύει καμαρώνοντας. «Στο μεταξύ εργάζομαι σκληρά σε είκοσι τέσσερα διηγήματα, τα οποία ούτε καν χρειάζεται να τα δημοσιεύσω στα ελληνικά πλέον. Βάσει του συμβολαίου μου, δίνω στον Gallimard οψιόν για τα επόμενα τρία βιβλία μου. Μετά την εμφάνιση της γαλλικής μετάφρασης του "Τρίτου στεφανιού" είμαι σίγουρος ότι θα με κυνηγάνε για περισσότερα βιβλία και θέλω να είμαι προετοιμασμένος. Να γράφω κατά παραγγελία -αυτό ονειρευόμουν πάντα. Πολλοί άνθρωποι στην Αθήνα σκάνε από τη ζήλια τους- κάποιοι προσπάθησαν ακόμη να σταματήσουν τον Gallimard απ' το να με εκδώσει... Οι Ελληνες νόμιζαν ότι με είχαν ξεφορτωθεί, και να σου με, ξαφνικά, μίλια μπροστά απ' αυτούς. Η σκέψη και μόνο φέρνει ένα σαρδονικό χαμόγελο στα χείλη μου...».

Λίγες μέρες αργότερα, πάντα από τη Νέα Υόρκη, ο Κώστας Ταχτσής ομολογεί στο φίλο του: «Η ζωή μου εδώ έχει φτάσει, μου φαίνεται, σ' ένα αδιέξοδο. Εχω χρήματα, αρκετά τελοσπάντων για να ζήσω, κι ωστόσο είμαι βαθύτατα δυσαρεστημένος, με τη ζωή, με τον εαυτό μου, τον κόσμο κ.τ.λ. Αναζητώ να κάνω αδύνατα πράγματα, και καταφέρνω να τα πραγματοποιώ. Και κατόπιν έχοντας για μια στιγμή φτάσει τα σχετικά ύψη μου, τα βρίσκω ανιαρά και πέφτω για μια ακόμη φορά στην άβυσσο για να δημιουργήσω έτσι τεχνηέντως το ερέθισμα που θα με κρατήσει λίγο περισσότερο στη ζωή, που θα με παροτρύνει να ξαναρχίσω δουλειές που ποτέ δεν τελειώνω και που μένουν πάντα ατελείωτες (...) Κοντά δυο χρόνια τώρα, και ακόμη δεν έχω βρει εδώ εκδότη. Οχι ότι έχω πολυπροσπαθήσει. Ξέρεις πόσο υπεροπτικός και περήφανος είμαι όταν πρόκειται να προωθήσω τα συμφέροντά μου. Είμαι έτοιμος να φτύσω αίμα για να κάνω τέχνη, αλλά αρνούμαι να γίνω ο γυρολόγος της...».

Το 1972 ο Καρλ Πλάτε -διακεκριμένος εικαστικός στην πατρίδα του- γίνεται και πάλι αποδέκτης μιας προσωπικής εξομολόγησης του Ταχτσή, σταλμένης τώρα από την Αθήνα των συνταγματαρχών. «Λοιπόν η ζωή μου, πάντα ανεμοδούρα, αν αυτή είναι η λέξη, έχει γίνει πρόσφατα θύελλα. Απλούστατα δεν μπορώ πλέον ν' αντεπεξέλθω σε όλα -δυο διαφορετικά είδη δουλειάς, τρία αν προσθέσεις σ' αυτές το καθάρισμα του σπιτιού, τη ζωή εργένη, τη ζωή οικογενειάρχη, τη ζωή του «συγγραφέα» κ.τ.λ., κ.τ.λ., παίζοντας ως συνήθως τους ρόλους του κάθε ήρωα στο μυθιστόρημα που είναι η ζωή μου (...). Υπάρχει κάτι, όσον αφορά την Αυστραλία, που με ενοχλεί όλο και περισσότερο όσο γερνάω, και μολονότι εσύ κατά κάποιο τρόπο δεν είσαι η Αυστραλία, κατά έναν άλλο είσαι, και εγώ θέλω να ξεχάσω τον θεοκατάρατο τόπο, κι εσείς είστε οι μόνοι που μου τον θυμίζετε, που με κάνετε ν' αντικρύζω το παρελθόν που θέλω να ξεχάσω (...) Η πολιτική κατάσταση εδώ -τα πολλά άγχη και οι ευθύνες που μου δημιουργεί- με κάνουν και να ζηλεύω και να αγανακτώ με την, σχετικά, απατηλή μακαριότητα που είναι η Αυστραλία -έναν απ' τους ελάχιστους παραδείσους που έχει απομείνει στον κόσμο. Ω, αναμφίβολα, κι εσείς έχετε τα προβλήματά σας εκεί, προσωπικά, μεταφυσικά και πολιτικά σε αυστραλιανό καθώς και σε παγκόσμιο επίπεδο, αλλά κατά κάποιον τρόπο, όπως τουλάχιστον φαίνεται από εδώ, φαίνεστε όχι τα θύματα ή οι ήρωες αλλά οι εκτελεστές, όχι τα θύματα αλλά οι θύτες...».

Αρτι αφιχθείς από τις ΗΠΑ, ο Ταχτσής είναι για τα καλά γαντζωμένος στην προοπτική της κινηματογραφικής μεταφοράς του «Τρίτου Στεφανιού». Οπως θα γράψει τον Νοέμβριο της ίδιας χρονιάς στον Πλάτε, «μια από τις επιστολές που με περίμενε περιείχε ένα απόκομμα συνέντευξης του Γαβρά (του "Ζ"), με τον τίτλο: Ο Γαβράς θέλει να γυρίσει το "Τρίτο Στεφάνι". Λοιπόν, αυτό ήταν είδηση. Ο Ιόλας, τον οποίο είδα στο Μιλάνο (πλήρωσε παρεμπιπτόντος και το εισιτήριό μου) την ημέρα της έκθεσης του Γκίκα εκεί, μου πρόσφερε 500.000 δρχ. (17.000 δολ.) για ν' αγοράσει τα δικαιώματα του βιβλίου για την ταινία, έχοντας μιλήσει με τον Γαβρά πριν λίγες μέρες. Το ακόμα πιο σημαντικό: Επέστρεψα στην πόλη της Iowa μ' ένα συμβόλαιο ουσιαστικά στην τσέπη μου -δεν θ' αργήσει να υλοποιηθεί η δουλειά- με τον Κακογιάννη, ο οποίος μου προσφέρει 10.000 δολ. προκαταβολή συν ένα ποσοστό επί των εισπράξεων μετά την κάλυψη των εξόδων κ.τ.λ. Η Μελίνα Μερκούρη, η Ειρήνη Παππά και άλλες, σκοτώνονται κυριολεκτικά για το ποια θα παίξει την Εκάβη...».

Στις αρχές του 1974 ο Ταχτσής ταξιδεύει στο Παρίσι για να συναντήσει τον Γαβρά κι όπως ενημερώνει τον Αυστραλό συνομιλητή του: «Λοιπόν, τον είδα. Μου ζήτησε να σπάσω τη συμφωνία με τον Κακογιάννη. Το έκανα. Κατόπιν είπε, λοιπόν, φεύγω αύριο τις Βρυξέλλες, εσύ φεύγεις για Αθήνα -δεν ήθελα να δείξω πολύ άγχος- γι' αυτό θα σου γράψω εκεί, θα επικοινωνήσει μαζί μου ο αδελφός μου... Πριν τέσσερις μέρες δεν είχε γίνει τίποτα...». Στην ίδια επιστολή διαβάζουμε: «Ξέρεις τι τέρατα είναι οι άνθρωποι σαν τον Ιόλα. Ο μόνος λόγος που δεν τσακώνομαι μαζί του κάθε μέρα είναι ότι δεν είμαι τόσο ανελαστικός όσο εσύ... Εχει ένα είδος θαυμασμού για μένα -ανάμικτο με ζηλοφθονία... Και φυσικά ξέρει τον Γαβρά. Αυτός είναι που τον πρωτοπήρε στο Παρίσι... Κι έχει επιρροή πάνω του. Εδώ που τα λέμε είναι η μεγαλύτερή μου εγγύηση ότι ο Γαβράς δεν θα αλλάξει γνώμη».

Να όμως που τα πράγματα δεν προχωρούν, κι ο Ταχτσής δεν το κρύβει, «σχεδόν παλάβωσα από τη στενοχώρια» παραδέχεται. «Ψυχοσωματική κατατονία, είπε ο γιατρός, και με μπούκωσε με κάθε λογής φάρμακα, και τώρα νιώθω πολύ καλύτερα, αλλά για βδομάδες δεν μπορούσα να μιλήσω, ή οι λέξεις μπερδεύονταν στη βάση της γλώσσας μου, και ήθελα ν' αυτοκτονήσω και τα λοιπά και τα λοιπά, έκλαιγα χωρίς λόγο, απλώς έκλαιγα, και αρνιόμουν να δω οποιονδήποτε. (...) Η αλήθεια είναι ότι ζω πέραν των δυνατοτήτων μου, υλικά, όσο και από κάθε άλλη άποψη. Νιώθω ένοχος, ένοχος. Νιώθω σαν προδότης. Λίγο πολύ με εκβιάζουν να αποσυρθώ από οιονδήποτε πολιτικό αγώνα, με απειλούν, δηλ. όχι με τόσο πολλές λέξεις, αλλά το μήνυμα είναι απλό: Κύριε Ταχτσή, γνωρίζετε πόσο σας θαυμάζουμε, είστε ελεύθερος να κάνετε ό,τι θέλετε, ποτέ δεν θα σας εκθέσουμε... Αλλά το μόνο πράγμα για το οποίο είμαι "ελεύθερος" να κάνω είναι να πουλάω το κορμί μου -για να μπορώ να ζήσω...».

Το «Τρίτο Στεφάνι»

Αν δεν ξενιτευόταν ο Ταχτσής, ίσως να μην είχε δώσει ποτέ το «Τρίτο Στεφάνι», ισχυρίζεται ο βιογράφος του: «Ο εκπατρισμός, η αποκοπή και αποστασιοποίησή του από τον ομφάλιο λώρο της μητέρας-πατρίδας πρέπει να τον βοήθησαν να αυτοπειθαρχηθεί συγγραφικά, να συγκεντρωθεί και να δει τα πράγματα με πιο ψυχρό, ουδέτερο και αντικειμενικό μάτι». Δεν είναι σαφές σε ποια χώρα ολοκλήρωσε ο ίδιος αυτό το έπος των μικροαστών με φόντο τις εθνικές μας περιπέτειες από τις αρχές ώς τα μέσα του 20ού αιώνα, έχοντας πετάξει εγκαίρως από πάνω του τους κορσέδες της φιλολογίας και της καλλιέπειας. Το σίγουρο όμως είναι πως με το μοναδικό του μυθιστόρημα -απ' το οποίο προέκυψε σίριαλ και θεατρική παράσταση, όχι όμως και ταινία- ο Ταχτσής μπόλιασε τα γραπτά πολλών νεότερων πεζογράφων, δίνοντάς τους το ελεύθερο να χρησιμοποιούν χωρίς ενοχές την προφορικότητα.

Υπήρξαν βέβαια και ορισμένοι, όπως ο Αλέξανδρος Κοτζιάς ή η Ελλη Αλεξίου, οι οποίοι διάβασαν το «Τρίτο Στεφάνι» σαν ένα... ακατάπαυστο κουτσομπολιό ανάμεσα σε μπουγαδόνερα. Ανάλογη άποψη -αλίμονο- έτρεφαν και ο Αυστραλός νομπελίστας συγγραφέας Πάτρικ Γουάιτ με τον ερωτικό του σύντροφο Μανόλη Λάσκαρη. Στο επίμετρο του νέου του βιβλίου, ο Γιάννης Βασιλακάκος παραθέτει χαρακτηριστικά αποσπάσματα από το «Recollections of Mr. Manolis Laskaris» του νεοελληνιστή Βρασίδα Καραλή, καθηγητή στο Πανεπιστήμιο του Σίντνεϊ, στα οποία φωτογραφίζεται ο Ελληνας συγγραφέας κι όπου οι κρίσεις του Λάσκαρη για εκείνον δεν είναι καθόλου κολακευτικές.

«Δεν μπορείτε να φανταστείτε πόσο υποφέραμε» φέρεται να λέει ο εραστής του Γουάιτ, ανακαλώντας τα «αισθήματα απόλυτης αηδίας» που προκαλούσε στο ζεύγος ο «C.Τ»: «Ηταν πολύ διεφθαρμένος χαρακτήρας», «ο άνθρωπος ήταν ένας ακόρεστος νυμφομανής». Ο Ταχτσής, πάντως, απτόητος, εξακολουθούσε να τους επισκέπτεται και να τους διαβάζει «με τον πιο θεατρικό τρόπο» το μυθιστόρημα που έγραφε. «Η ιδέα του περί λογοτεχνίας ήταν να γράφει για το κουτσομπολιό του πλυσταριού. Εγραφε μακροσκελή υβερολόγια γελοίων χυδαιοτήτων. Καμία ανάταση, καμία ενδοσκόπηση, τίποτα. Κενότης. Πνευματική κενότης», σχολιάζει ο Λάσκαρης. «Μετά από τόσες συναντήσεις, έχοντας ανεχθεί του ανιαρούς μονολόγους του, τόλμησα να του πω την ταπεινή μου γνώμη. Την είπα διακριτικά, χωρίς να υπερτονίζω την αντιπάθειά μου. Πετάχθηκε θυμωμένος από τον καναπέ στον οποίο ξάπλωνε σα νωχελική αυτοκράτειρα και φώναξε: "Και τι ξέρεις εσύ από λογοτεχνία, απένταρε, πομπώδη πατρίκιε; Εσύ ούτε ένα καλό γαμήσι δεν μπορείς να κάνεις!"... Τελικά είναι ζήτημα αισθητικής: το να είσαι εξήντα ετών και να συμπεριφέρεσαι ως νεαρή trotteuse είναι πραγματικό πρόβλημα...».

Παράδεισος και κόλαση

Στην «Αγνωστη αλληλογραφία του Κώστα Ταχτσή», ο Γιάννης Βασιλακάκος έχει ενσωματώσει επίσης και μια δική του συνέντευξη στην ομογενειακή εφημερίδα της Μελβούρνης «Νέος Κόσμος» (8.6.09), στην οποία μεταξύ άλλων αναφέρει τα εξής: «Ο Ταχτσής δεν ήταν μόνο ομοφυλόφιλος αλλά αμφιφυλόφιλος... Αρκετές γυναίκες τον είχαν ερωτευτεί παράφορα και ήθελαν να τον παντρευτούν ή να κάνουν παιδιά μαζί του, ακόμη κι εκτός γάμου, παρ' όλο που γνώριζαν την ομοφυλοφιλία του!... Στην Αυστραλία ήταν έτοιμος να παντρευτεί πλούσια Εβραία, αλλά τα χάλασαν στο παρά πέντε, για καθαρά οικονομικούς λόγους... Η ομοφυλοφιλία για τον Ταχτσή υπήρξε ο παράδεισος, αλλά και η κόλασή του. Περισσότερο η δεύτερη, αφού οδήγησε, νομίζω, και στην τελική καταστροφή, με την άγρια δολοφονία του». Μια δολοφονία που δεκαετίες τώρα εξακολουθεί να παραμένει ανεξιχνίαστη...

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Με λέξεις-κλειδιά
Συγγραφείς/Συγγράμματα
Πρόσωπα
Λογοτεχνία