Έντυπη Έκδοση

Ασήκωτο το βάρος της ευρωπαϊκής οικονομικής κρίσης για την ΕΚΤ

Λίγες μέρες μετά την ανακοίνωση του προγράμματος της ΕΚΤ να παρέμβει με αγορές τιτλοποιημένων τραπεζικών δανείων προκειμένου να τονώσει τον επιχειρηματικό δανεισμό, την ενεργό ζήτηση και την ανάπτυξη της ευρωπαϊκής οικονομίας, μία πολιτική καταιγίδα έχει ξεσπάσει στην Ευρώπη πλήττοντας άμεσα και τις χρηματιστηριακές αγορές.

Η οργισμένη αντίδραση επιφανών Γερμανών οικονομολόγων (βλ. ινστιτούτο Ifo) και δικαστών που καταγγέλλουν ως νομισματική διαφθορά την πολιτική της ΕΚΤ για απ'ευθείας αγορές τίτλων κι απειλούν με μηνύσεις στα γερμανικά δικαστήρια, καθώς και η σύγκρουση μεταξύ Γερμανίας και Γαλλίας/Ιταλίας όσον αφορά την αυστηρή ή χαλαρή τήρηση των δημοσιονομικών κανόνων και περιορισμών -οι Γερμανοί φοβούνται πως το φθηνό χρήμα θα κάνει τις κυβερνήσεις του Νότου να χαλαρώσουν τη δημοσιονομική λιτότητα και να αναβάλουν τις μεταρρυθμίσεις- μαρτυρούν την έλλειψη ενιαίας πολιτικής σε μία Ευρώπη που παραπαίει από την οικονομική στασιμότητα και τα αποκλίνοντα συμφέροντα Βορρά-Νότου.

Αν, ωστόσο, οι ευρωπαϊκές μετοχές υποφέρουν από τη μεγαλύτερη ημερήσια πτώση των τελευταίων 15 μηνών και οι επενδυτές στρέφονται φοβισμένοι στα κρατικά ομόλογα (με την εξαίρεση της Ελλάδας, η οποία δήλωσε πως θα βασισθεί εφεξής αποκλειστικά στις δικές της δυνάμεις δανειζόμενη από τις αγορές...), αυτό οφείλεται ακόμη στο γεγονός πως η ίδια η ΕΚΤ έριξε τους τόνους των αρχικών της ανακοινώσεων για τροφοδότηση των οικονομιών με 1 τρισ. ευρώ νέου χρήματος χωρίς να διασαφηνίσει την κλίμακα της ποσοτικής χαλάρωσης που σκοπεύει να ακολουθήσει.

Βεβαίως, τα μέτρα Ντράγκι σχεδιάστηκαν για να αποτρέψουν τον κίνδυνο του αποπληθωρισμού, να αυξήσουν την πιστωτική επέκταση και να εξασθενήσουν το ευρώ αυξάνοντας την ανταγωνιστικότητα των ευρωπαϊκών εξαγωγών. Κι όσον αφορά την υποτίμηση του ευρώ πέτυχαν ήδη σημαντική αλλαγή με κάμψη 11% από τα υψηλά του έτους (1,25 δολάρια σήμερα), χωρίς αυτό όμως να σημαίνει και ανάλογη αύξηση των εξαγωγών, δεδομένου ότι μεγάλο μέρος των εξαγωγών είναι ενδοευρωπαϊκές, ενώ η παγκόσμια οικονομία έχει επιβραδύνει σημαντικά το ρυθμό επέκτασής της και υπάρχει πάντα ο κίνδυνος του νομισματικού πολέμου (βλ. ανταγωνιστικές υποτιμήσεις άλλων νομισμάτων).

Πέραν τούτου, οι μειώσεις επιτοκίων από την ΕΚΤ έχουν μικρή επίδραση στα επιτόκια της αγοράς. Το πείραμα των αρνητικών επιτοκίων της Δανίας έδειξε ελάχιστη αποτελεσματικότητα στο να ωθήσει τις τράπεζες να δανείσουν αντί να διακρατούν ρευστό που τους κοστίζει. Στην Ευρωζώνη, όπου οι τραπεζικές καταθέσεις και τα αποθεματικά στην ΕΚΤ είναι σε χαμηλά επίπεδα, η αποτελεσματικότητα των αρνητικών επιτοκίων είναι ακόμη πιο αμφίβολη.

Παρομοίως, τα προγράμματα TLTRO (στοχευμένες μακροχρόνιες χρηματοδοτήσεις) υποθέτουν πως υπάρχει ζήτηση για δάνεια. Ομως, η ζήτηση για πιστώσεις είναι αδύναμη, καθώς ο ιδιωτικός τομέας είναι ήδη φορτωμένος με χρέη. Επιπλέον, οι τράπεζες δεν έχουν καμία ιδιαίτερη έφεση να δανείσουν καθώς προτεραιότητά τους είναι η ανασυγκρότηση της κεφαλαιακής τους βάσης και η εξυγίανση των ισολογισμών τους στο πλαίσιο των νέων τραπεζικών κανονισμών και της απαίτησης της ΕΚΤ να διαγράψουν τα «κόκκινα δάνειά» τους προκειμένου να βελτιώσουν την ποιότητα του ενεργητικού τους (βλ. Asset Quality Review).

Αξίζει να τονισθεί πως τα κεφάλαια από τους προηγούμενους δύο γύρους TLTRO της ΕΚΤ χρησιμοποιήθηκαν για τη χρηματοδότηση κυβερνήσεων και μόνο το 5% πήγε στην πραγματική οικονομία, με την ΕΚΤ να ελέγχει περιορισμένα μόνο τη χρήση των κεφαλαίων. Οπως εκτιμά ο Satiyaiit Das, στην πράξη τα προγράμματα αυτά αύξησαν μόνον οριακά το διαθέσιμο δανεισμό στην Ευρωζώνη και το ίδιο θα επαναληφθεί με τα νέα TLTRO που θα προμηθεύσουν φθηνό χρήμα στις τράπεζες για αγορές κρατικών κι εταιρικών ομολόγων. Το χαμηλού ρίσκου κέρδος θα τονώσει τα τραπεζικά κέρδη αντί την οικονομική δραστηριότητα. Αυτό έδειξε εξάλλου και η απότομη άνοδος των τραπεζικών μετοχών.

Στο μεταξύ, όμως, έτσι το σύμπλεγμα κρατών-τραπεζών κι ο συστημικός κίνδυνος που απορρέει απ' τον αυξημένο δανεισμό που προκαλείται αυξάνει αντί να περιορίζεται. Η φούσκα των χρηματιστηριακών αγορών μπορεί να παραταθεί, όμως ο χρόνος που έτσι θα κερδηθεί μέχρι την επόμενη κρίση θα έχει επισωρεύσει νέα χρέη στην πραγματική οικονομία. Προς το παρόν, πάντως, οι αγορές δεν πείθονται γιατί δεν θεωρούν επαρκή την «ποσοτική χαλάρωση» του Ντράγκι και φοβούνται τις πολιτικές αντιδράσεις της Γερμανίας. Μιλούν για «πολύ λίγα και πολύ αργά»...

Τέλος, να επισημάνουμε πως οι προσομοιώσεις της ίδιας της ΕΚΤ (βλ. Frankfurter Allgemeine) δείχνουν πως ακόμη και με πλήρη ποσοτική χαλάρωση η επίπτωση στην ανάπτυξη και τον πληθωρισμό είναι περιορισμένη (με 1 τρισ. ετησίως ο πληθωρισμός από 0,2% θα αυξηθεί μόλις σε 0,8%). Πώς, αλήθεια, θα μπορούσε μία κρίση υπερχρέωσης να επιλυθεί με δημιουργία περισσότερων χρεών;

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Πολιτική
Με λέξεις-κλειδιά
Κυβέρνηση
Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ)
Τράπεζες & χρηματοπιστωτικό σύστημα
Οικονομική και δημοσιονομική πολιτική
Δάνεια
Τρόικα
Κύριο θέμα
Ψίχουλα στις τράπεζες, νέο Μνημόνιο στο λαό