Έντυπη Έκδοση

Ο Ντανίλο Ζέκα και η Ευρυδίκη Ισαακίδου μιλούν για την επιστροφή του «Ερωτευμένου Σοπέν»

Ελληνο-αλβανικές πιρουέτες

Η ιστορία ενός παράφορου και ανεκπλήρωτου έρωτα με μόνα εκφραστικά μέσα τους ήχους ενός πιάνου και τη σωματικότητα του χορού. «Ο ερωτευμένος Σοπέν», το ποιητικό μπαλέτο του βραβευμένου Γάλλου χορογράφου Γιανίκ Μποκέν, εμπνευσμένο από «Τα πάθη του νεαρού Βέρθερου» του Γκέτε και ενδεδυμένο με τη μουσική του Σοπέν επιστρέφει μετά τις περσινές sold out εμφανίσεις στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά, με τους πρώτους χορευτές, τους σολίστ, τους κορυφαίους και το corps de ballet της Εθνικής Λυρικής Σκηνής.

Στην αίθουσα δοκιμών της ΕΛΣ, οι προετοιμασίες είναι πυρετώδεις, όπου παράλληλα με την καθημερινή 6ωρη εκγύμναση των χορευτών, πραγματοποιούνται οι τελευταίες πρόβες. Εκεί συναντήσαμε τους πρώτους χορευτές της Λυρικής Σκηνής, την Ευρυδίκη Ισαακίδου και τον Ντανίλο Ζέκα, που θα ερμηνεύσουν τους πρωταγωνιστικούς ρόλους. Σύμφωνα με τον Ντανίλο Ζέκα, τον Αλβανό χορευτή που ζει και χορεύει για την Εθνική Λυρική Σκηνή από το 1997, ο «Ερωτευμένος Σοπέν» δίνει τη δυνατότητα στους πρώτους χορευτές να δώσουν και το προσωπικό τους στίγμα, καθώς ο Μποκέν προσέθεσε στοιχεία στη χορογραφία του βασισμένος στη δική τους ερμηνεία. Ο πολύπειρος χορευτής μάς μίλησε για την παράδοση της Αλβανίας στο μπαλέτο που χρονολογείται από τη δεκαετία του '50 και τη σχέση της με τη Σοβιετική Ρωσία. Για την πορεία του από τα Τίρανα στη Γενεύη και από εκεί στην Ελλάδα, καθώς και το άνοιγμα της ΕΛΣ στο ευρύ κοινό. Για τα φαινόμενα ρατσισμού που έχει βιώσει στην Ελλάδα, μια χώρα όπου ένα από τα πράγματα που δεν λείπουν είναι το πλούσιο ταλέντο.

Για την πρίμα μπαλαρίνα

Ευρυδίκη Ισαακίδου: «Η χορογραφία είναι ιδιαίτερα απαιτητική τουλάχιστον για τους πρωταγωνιστικούς ρόλους, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι δεν υπάρχουν χορογραφίες με μεγαλύτερο βαθμό δυσκολίας».

Ντανίλο Ζέκα: «Μην την ακούτε, όπως πάντα ο άντρας κάνει όλη τη δουλειά. Αυτός σηκώνει τα βάρη. Το μόνο που πρέπει να κάνει το κορίτσι είναι να είναι στον αέρα και να χαμογελά» (γέλια).

- Πώς αντιλαμβάνεστε το ρόλο που ερμηνεύετε;

Ν. Ζ.: «Ο Βέρθερος είναι μία σεμνή και ντροπαλή περσόνα, που αγαπά απελπισμένα τη Σαρλότε, αν και γνωρίζει ότι αυτός ο έρωτας είναι καταδικασμένος να παραμείνει ανεκπλήρωτος καθώς εκείνη είναι παντρεμένη. Την έχει τόσο έντονα στο μυαλό του που βιώνει μια ονειροφαντασία και όταν υποχρεώνεται να αντικρίσει την πραγματικότητα, συνειδητοποιεί το ατελέσφορο του έρωτά του και αυτοκτονεί. Ο Γκέτε ήταν από τους πρώτους που ύμνησαν εκείνη την εποχή με τέτοιον τρόπο την αυτοκτονία από ερωτικό πάθος και στη συνέχεια ακολούθησαν αρκετοί άλλοι. Είχε γίνει μάλιστα της μόδας».

- Ως προς τη χορογραφία, ποιες είναι οι μεγαλύτερες δυσκολίες του Βέρθερου;

Ν. Ζ.: «Και ο ανδρικός και ο γυναικείος ρόλος είναι αρκετά απαιτητικοί ως προς την τεχνική, τη σωματική δύναμη και κυρίως την εκφραστικότητα, καθώς δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι εκτός από χορευτές είμαστε και ηθοποιοί».

Ε. Ι.: «Στην πραγματικότητα, είμαστε ταυτόχρονα αθλητές και καλλιτέχνες. Οφείλουμε να διατηρούμαστε σε άριστη φυσική κατάσταση και με τεχνική που να εξελίσσεται με την πάροδο του χρόνου. Ενας χορευτής πρέπει να καλύπτει ένα ευρύ φάσμα Τεχνών και κυρίως να διαθέτει μουσικότητα και ηθοποιία. Περισσότερο ακόμη και από τους μονωδούς, μιας και δεν έχουμε την εκφραστική δύναμη του λόγου και μένει μόνο η εκφραστικότητα του σώματος. Με αυτό ως μοναδικό όπλο πρέπει να εκφράσουμε όλο το νόημα ενός πολύπτυχου έργου».

- Υπάρχει κάποια επιπλέον δυσκολία στο γεγονός ότι το έργο του Γιανίκ Μποκέν αποτελεί μια νέα χορογραφία, στην οποία δεν υπάρχουν πολλές παραστάσεις προκειμένου να αντλήσετε «υλικό»;

Ν. Ζ.: «Εγώ προσωπικά δεν διακρίνω κάτι αρνητικό σε αυτό, γιατί έτσι βάζεις κατά κάποιον τρόπο και τη δική σου υπογραφή. Το έργο παρ' ότι έχει παρουσιαστεί και στο παρελθόν, στη δική μας χορογραφία ο Μποκέν πρόσθεσε επιπλέον στοιχεία. Αλλαξε πολλά και αυτό δεν θα το χαρακτήριζα τόσο δυσκολία όσο πρόκληση».

- Πώς ήταν η συνεργασία σας με τον Μποκέν;

Ε. Ι.: «Αψογη. Ο Μποκέν είναι ένας υπέροχος άνθρωπος. Ο απόλυτος επαγγελματίας. Ακούραστος, επίμονος. Μέχρι να γίνει αυτό που ακριβώς θέλει, δεν θα το παρατήσει. Για όλους τους χορευτές ήταν παράδειγμα προς μίμηση».

- Ο Γκέτε είχε γράψει στις περίφημες επιστολές του στον Εκερμαν, ότι όποιος δεν έχει νιώσει έστω μια φορά στη ζωή του ότι είναι ο Βέρθερος, είναι δυστυχισμένος, συμφωνείτε;

Ε. Ι.: «Εγώ θα συμφωνήσω απόλυτα. Αν δεν ζήσεις έστω μια φορά τον απόλυτο έρωτα, τι νόημα έχει η ζωή»;

Ν. Ζ.: «Αρκεί να μην έχεις το τέλος του Βέρθερου (γέλια)».

- Θέλετε να μας μιλήσετε για την παράδοση της Αλβανίας στο μπαλέτο; Αρκετοί δεν το γνωρίζουν και σε αυτό φαντάζομαι ευθύνονται τα στερεότυπα που μας διακατέχουν.

Ν. Ζ.: «Πράγματι, είναι κάτι που το ακούω συνεχώς. Ειδικά στις αρχές, το 1997 που πρωτοήρθα. Από πού είσαι; Από την Αλβανία; Καλά έχετε χορό εσείς εκεί; Η Αλβανία όμως είχε την τύχη να έχει πολύ καλές Ακαδημίες, λόγω του δίαυλου με τη Σοβιετική Ρωσία, και όλοι γνωρίζουμε την παράδοση της Ρωσίας στον κλασικό χορό. Η Αλβανία λοιπόν διαθέτει Λυρική Σκηνή από τη δεκαετία του '50, αμέσως μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, όπου συνέρρεε όλη η υψηλή κοινωνία της εποχής, με όλες τις παραστάσεις sold out. Αυτή ήταν η βάση πάνω στην οποία οικοδομήθηκε η παράδοσή μας στο μπαλέτο. Σκέψου ότι όταν πάω στην Αλβανία τα κανάλια με περιμένουν στο αεροδρόμιο. Υπήρχε δηλαδή παιδεία πάνω σε αυτό το κομμάτι, κάτι που στην Ελλάδα χρειάζεται ακόμη αρκετή δουλειά. Θεωρώ όμως ότι με την Ακαδημία και το Κέντρο Πολιτισμού "Σταύρος Νιάρχος", όλα θα πάνε καλά και τα παιδιά που θέλουν να ασχοληθούν με αυτό το κομμάτι θα μένουν εδώ και δεν θα φεύγουν στο εξωτερικό. Το μόνο που δεν λείπει στην Ελλάδα είναι το ταλέντο».

- Το 1997 με όλες τις πολιτικές εξελίξεις στην Αλβανία δεν επηρεάστηκε και αυτός ο χώρος;

Ν. Ζ.: «Σαφώς επηρεάστηκε αλλά για πολύ λίγο, για λίγους μήνες ουσιαστικά που έκλεισε το θέατρο. Είχε βγει ο στρατός και κόσμος στους δρόμους με τα όπλα, δεν θα μπορούσε να υπάρχει τέχνη. Τότε αναγκάστηκα να φύγω κι εγώ».

- Διαφορετικά, δεν θα σκεφτόσασταν να φύγετε;

Ν. Ζ.: «Οχι, γιατί ήμουν στα καλύτερά μου απ' όλες τις απόψεις. Οικονομικά, καλλιτεχνικά, από άποψη εξελικτική, γνωριμιών κ.τ.λ. Είχαν αρχίσει μάλιστα να με καλούν και στο εξωτερικό».

- Θέλετε να μου μιλήσετε για τις δύσκολες εκείνες μέρες που ακολούθησαν στην Αλβανία; Εκεί που έχεις μια ανοδική πορεία, όλα να καταρρέουν εν μια νυκτί. Ξέρετε σε μεγάλο βαθμό το βιώνουν και οι νέοι στην Ελλάδα.

Ν. Ζ.: «Οχι, πιστέψτε με, δεν το έχετε βιώσει αυτό που συνέβη στην Αλβανία και σας εύχομαι να μην το ζήσετε ποτέ. Ως ένα βαθμό, ίσως το βιώνατε αν η χώρα σας χρεοκοπούσε. Στην Αλβανία το πρόβλημα δεν ήταν μόνο οικονομικο-υλικό αλλά και ψυχολογικό. Σκεφτείτε ότι μετά τις 9 το βράδυ βγαίνανε έξω τα τανκς και δεν μπορούσες να κυκλοφορήσεις. Βέβαια, τις πρώτες ημέρες των γεγονότων δεν τις έζησα καθώς ήμουν στο θέατρο της Γενεύης στην Ελβετία».

- Πώς προέκυψε η Ελλάδα;

Ν. Ζ.: «Αρχικά είχα πάει στην Ελβετία με την προοπτική να μείνω 3 μήνες, κάτι σαν πρακτική. Εν συνεχεία φύγανε 8 άντρες χορευτές και υπήρχε η δυνατότητα να δουλέψω σε πιο μόνιμη βάση εκεί. Με όλα αυτά όμως που γίνονταν στην Αλβανία και με την οικογένειά μου εκεί, ανησυχούσα πολύ και δεν μπορούσα να μείνω. Είχα σκοπό να γυρίσω πίσω να δω την κατάσταση και να επιστρέψω. Ολες οι πρεσβείες όμως είχαν κλείσει, οι μόνες που λειτουργούσαν ήταν η ιταλική και η ελληνική. Ευτυχώς, όμως, είχα ένα δάσκαλο που είχε έρθει πριν από εμένα στην Ελλάδα και μου έκανε πρόταση για ένα έργο με τον Χάρη Μανταφούνη για τρεις μήνες πάλι. Φυσικά, με κλειστό το θέατρο στην Αλβανία, δέχτηκα αμέσως. Αν και είχα σκοπό να επιστρέψω στην Ελβετία, μου άρεσε πολύ η ζωή στην Ελλάδα και έμεινα. Μου αρέσει η δουλειά μου, αλλά πάνω απ' όλα μου αρέσει η ζωή. Θέλω να περνάω καλά».

- Συνδυάζονται εύκολα αυτά τα δύο;

Ν. Ζ.: «Εδώ μπορούσα να τα συνδυάσω καθώς συγκριτικά με την Ελβετία, η Ελλάδα είναι πολύ πιο κοντά στην Αλβανία. Από άποψη κλίματος, κόσμου, διασκέδασης».

- Αισθανθήκατε ποτέ ρατσιστική αντιμετώπιση;

Ν. Ζ.: «Πολύ έντονα και περισσότερο στις αρχές και κυρίως λόγω άγνοιας. Αυτό είναι το κύριο αίτιο του ρατσισμού».

- Ακόμη και μέσα στο καλλιτεχνικό σας περιβάλλον;

Ν. Ζ.: «Στο χώρο μας υπάρχει ανταγωνισμός, όχι ρατσισμός. Οχι, βέβαια, στη Λυρική Σκηνή. Εδώ είμαστε μια οικογένεια. Δεν υπάρχουν σύνορα στην τέχνη και τους καλλιτέχνες».

- Θέλετε να μου μιλήσετε για μία χαρακτηριστική περίπτωση ρατσιστικής αντιμετώπισης;

«Πρώτα απ' όλα στις αρχές, όταν έκανα τα χαρτιά μου για την ανανέωση της άδειας παραμονής, θυμάμαι περίμενα μια ολόκληρη ημέρα και λίγο πριν έρθει η σειρά μου, ένας αστυνομικός έκλεισε την πόρτα και μας είπε ότι τελείωσε το ωράριο και έπρεπε να έρθουμε την επόμενη ημέρα. Αυτό συνέβη δύο φορές. Την τρίτη που διαμαρτυρήθηκα -στο μεταξύ είχα προνοήσει και είχα φέρει μαζί μου δικηγόρο- με έσπρωξε, με έριξε κάτω, και όταν του είπα ότι είμαι χορευτής στην Εθνική Λυρική Σκηνή, μου είπε τι είναι αυτό και με απείλησε ότι θα με συλλάβει. Πολλά παρόμοια περιστατικά. Δυστυχώς, υπάρχει ρατσισμός και δεν βοηθάει ούτε η πολιτική ούτε τα Μέσα Ενημέρωσης».

- Πώς αντιλαμβάνεστε το άνοιγμα της Λυρικής στο ευρύ κοινό;

Ε. Ι.: «Δεν μπορώ να κάνω διακρίσεις στο κοινό. Από όπου και αν προέρχεται το κοινό είναι ευτυχία σε τέτοιους δύσκολους καιρούς να το έχουμε δίπλα μας. Με όλες τις πρωτοβουλίες τού κ. Μιχαηλίδη, έρχονται άνθρωποι που δεν θα έρχονταν τα προηγούμενα χρόνια. Και όχι μόνο από άποψη ρεπερτορίου ή ανοίγματος σε εξωτερικούς χώρους αλλά και από άποψη προώθησης και διαφήμισης».

Ν. Ζ.: «Είναι πολύ σημαντικό γιατί για έναν καλλιτέχνη το κοινό είναι η δύναμή του. Και δεν μιλάω μόνο από οικονομικής άποψης αλλά καθαρά δημιουργικής. Την ώρα που είσαι πάνω στη σκηνή το κοινό σού δίνει μεγάλη ενέργεια. Δεν λέω, φυσικά, ότι χορεύουμε αποκλειστικά για το κοινό. Τα τελευταία χρόνια έχουν γίνει πολύ αξιόλογες προσπάθειες».

- Αν είχατε τη δυνατότητα να αλλάξετε κάποια πράγματα από άποψη υποδομής, πού θα εστιάζατε;

Ν. Ζ.: «Κατ' αρχάς στις σκηνές στην Ελλάδα, που αισθάνεσαι σαν να χορεύεις στο δρόμο και υπάρχει ο κίνδυνος ανά πάσα στιγμή να τραυματιστείς. Ενας χορευτής δεν ζητάει πολλά πράγματα για να κάνει αυτό που ξέρει και τον ευχαριστεί. Ενα ωραίο κοστούμι και μια σωστή σκηνή, διαφορετικά δεν θα σκέφτεσαι να χορέψεις αλλά να μην σπάσεις κανένα πόδι».

i info

10, 12, 15 & 16 Οκτωβρίου 2014 / Ωρα έναρξης 20.00

Χορογραφία: Γιανίκ Μποκέν

Σκηνικά - Κοστούμια - Φωτισμοί: Ρενάτο Τζανέλλα

Πιάνο: Γιώργος-Εμμανουήλ Λαζαρίδης

Σαρλότε - Βέρθερος οι εραστές: Μαρία Κουσουνή - Βαγγέλης Μπίκος (10/10 & 15/10)

Ευρυδίκη Ισαακίδου - Ντανίλο Ζέκα (12/10 & 16/10)

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Με λέξεις-κλειδιά
Συνεντεύξεις
Χορός
Πρόσωπα