Έντυπη Έκδοση

HORST Ρ. HORST

Ο ιεροφάντης της κομψότητας

«Η μόδα είναι μια έκφραση της εποχής. Η κομψότητα όμως είναι κάτι πιο ακαθόριστο», δήλωνε εν έτει 1984 ο Γερμανοαμερικανός Χορστ Π. Χορστ, ο οποίος μαζί με τον Ιρβινγκ Πεν και τον Ρίτσαρντ Αβεντον αποτελούσαν την ελίτ των φωτογράφων του 20ου αιώνα. Η έκθεση «Horst: Photographer of style», στο μουσείο Victoria & Albert του Λονδίνου καταδύεται σε αλλοτινά μεγαλεία, τότε που ο αποστασιοποιημένος αισθησιασμός και ο πολύτιμος κλασικισμός ήταν ταυτόσημα

Οταν ο Χορστ εντάχθηκε στη «Vogue» το 1931, το Παρίσι ήταν το αδιαφιλονίκητο κέντρο στον κόσμο της μόδας. Η φωτογραφία έπαιρνε τα πάνω της και επισκίαζε τη γραφική απεικόνιση στα περιοδικά μόδας

Φωτ. Michael Somoroff Φωτ. Michael Somoroff Οπως ο Χορστ αναφέρει στο βιβλίο του «Εις υγείαν του τριάντα» (1971), οι λαμπεροί σταρ του Χόλιγουντ ήρθαν να καλύψουν τη θέση που έμεινε κενή έπειτα από την εξαφάνιση της αριστοκρατίας και των βασικών οικογενειών από το προσκήνιο

**

Ο ίδιος ο Χορστ επί το έργον, κατά τη διάρκεια μιας φωτογράφησης (1949) -Φωτ. Roy Stevens/Time & Life Pictures/Getty Images Ο ίδιος ο Χορστ επί το έργον, κατά τη διάρκεια μιας φωτογράφησης (1949) -Φωτ. Roy Stevens/Time & Life Pictures/Getty Images Ο Χορστ Πολ Αλμπερτ Μπόρμαν (14 Αυγούστου 1906 - 18 Νοεμβρίου 1999), γνωστός ως Χορστ. Π. Χορστ, δημιούργησε εικόνες που ξεπερνούν τη μόδα και το χρόνο. Λάτρης της γυναικείας φιγούρας και της ατμοσφαιρικής ψευδαίσθησης που φέρνει στο μυαλό ο κόσμος της αισθησιακής κομψότητας, ο κόσμος της μόδας. Στα εξήντα χρόνια καριέρας του, οι φωτογραφίες του έχουν κοσμήσει τις σελίδες του Ευαγγελίου της μόδας, του περιοδικού «Vogue» αλλά και του περιοδικού της αιώνιας τρυφηλότητας «House and Garden». Υπέγραφε πάντα τις δουλειές του με τη μονογραφή «Horst», πράγμα πολύ πρωτοποριακό για την εποχή του. Διεθνής προσωπικότητα, ο Χορστ εργάστηκε κυρίως στο Παρίσι και τη Νέα Υόρκη. Γεννήθηκε στη Γερμανία, έγινε Αμερικανός πολίτης το 1943, αλλάζοντας το επώνυμό του από Μπόρμαν σε Χορστ, ίδιο με το όνομά του. Η εξαιρετική δουλειά του, τόσο μέσα στο στούντιο όσο και έξω από το στούντιο, αποπνέει μια αμείλικτη οπτική περιέργεια και μια διά βίου επιθυμία για νέες προκλήσεις. Η τεράστια συλλογή του από χαρακτικά, σχέδια, τετράδια, λευκώματα, γράμματα, προσεκτικά διατηρημένη σε όλη τη διάρκεια της ζωής του, μαζί με τις χιλιάδες εκτυπώσεις από τα αρχεία του εκδοτικού οίκου Conde Nast, μαρτυρούν έναν βιρτουόζο του είδους με απύθμενο ταλέντο.

Οταν ο Χορστ εντάχθηκε στη «Vogue» το 1931, το Παρίσι ήταν ακόμα το αδιαφιλονίκητο κέντρο στον κόσμο της υψηλής μόδας. Η φωτογραφία είχε αρχίσει να παίρνει τα πάνω της, να επισκιάζει τη γραφική απεικόνιση στα περιοδικά μόδας και ο καινοτόμος εκδότης της Conde Nast, Μοντρός, αφιέρωσε μεγάλα ποσά για να βελτιώσει την ποιότητα της αναπαραγωγής της εικόνας. Επέμεινε ότι η «Vogue» θα συνεργαστεί μόνο με φωτογράφους που δουλεύουν το μεγάλο φορμάτ, το οποίο δίνει αρνητικά με εξαιρετική λεπτομέρεια.

Η Μάριελ Μάξγουελ στην αμερικανική «Vogue »(1939) Η Μάριελ Μάξγουελ στην αμερικανική «Vogue »(1939) Η δημιουργία της κάθε μίας φωτογραφίας του Χορστ ήταν μια διαδικασία συνεργασίας μιας ολόκληρης ομάδας, που περιελάμβανε τον φωτογράφο, το μοντέλο, τον καλλιτεχνικό διευθυντή, τον στιλίστα, τους βοηθούς στο στούντιο και τους τεχνικούς. Μιλάμε δηλαδή για την πρώτη ουσιαστικά εμφάνιση της υπερπαραγωγής των φωτογρα- φήσεων μόδας και την τελετουργία του concept. Το επάγγελμα του μοντέλου ήταν ακόμα στα σπάργανα στη δεκαετία του 1930 και πολλοί από εκείνους που τοποθετούσε κάτω από τα ζεστά φώτα του ήταν κομψοί φίλοι του, προσωπικό του περιοδικού, συχνά ηθοποιοί ή και επιφανείς της εποχής.

Ο Χορστ και οι σουρεαλιστές

Επίσημο φόρεμα και καπέλο της Ελσα Σκιαπαρέλι (1947) Επίσημο φόρεμα και καπέλο της Ελσα Σκιαπαρέλι (1947) Το καλλιτεχνικό κίνημα του υπερρεαλισμού διεύρυνε με μοναδικό τρόπο την ερμηνεία του κόσμου, κάνοντας στροφή προς τα όνειρα και το υποσυνείδητο για την αλίευση της έμπνευσης. Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1930, ο σουρεαλισμός δραπέτευσε από τις ρίζες του avant-garde κινήματος και μετατράπηκε σε σχεδιασμό, μόδα, διαφήμιση, θέατρο και κινηματογράφο.

Οι φωτογραφίες του Horst αυτής της περιόδου διαθέτουν μυστηριώδη, ιδιότροπα και σουρεαλιστικά στοιχεία σε συνδυασμό πάντα με την κλασική αισθητική του. Δημιούργησε trompe l'oeil (οφθαλμαπάτη) νεκρές φύσεις, φωτογράφησε τα υπερρεαλιστικά πατρόν των φορεμάτων της φίλης του σχεδιάστριας Ελσα Σκιαπαρέλι και συνεργάστηκε με τον Σαλβαδόρ Νταλί. Μοιράστηκε με τους υπερρεαλιστές την ίδια «κατακερματισμένη» γοητεία για την αναπαράσταση του γυναικείου σώματος.

Τα γυναικεία πόδια ως δείκτες ρολογιού στο έργο «Round the clock» (1987) Τα γυναικεία πόδια ως δείκτες ρολογιού στο έργο «Round the clock» (1987) Η πιο διάσημη φωτογραφία του από αυτή την εποχή είναι η «Mainbocher Corset» (1939). Δεκαετίες μετά, ο ίδιος ο Μπόχερ, σύζυγος του μοντέλου του Χορστ, εξέφρασε το θαυμασμό του για τη δεξιοτεχνία του φωτογράφου, γράφοντάς του: «Οι φωτογραφίες σας είναι καθαρή μεγαλοφυΐα και απόλαυση της ψυχής μου».

Σταρ, κοχύλια και σκιές

Εξώφυλλο της αμερικανικής «Vogue» (15 Μαΐου 1941) Εξώφυλλο της αμερικανικής «Vogue» (15 Μαΐου 1941) Οπως ο ίδιος αναφέρει αργότερα στο βιβλίο του «Εις υγείαν του τριάντα» (1971), οι λαμπεροί σταρ του Χόλιγουντ ήρθαν να καλύψουν τη θέση που έμεινε κενή έπειτα από την εξαφάνιση της αριστοκρατίας και των βασικών οικογενειών από το προσκήνιο. Ο Β' Παγκόσμιος Πόλεμος άλλαξε τις ισορροπίες στην Ευρώπη. Η τάση «διαφυγής» που πρόσφεραν το θέατρο και ο κινηματογράφος κέρδιζε σε δημοτικότητα. Ο Χορστ άρχισε να φωτογραφίζει αυτές τις νέες, «αταξικές» διασημότητες ντυμένες με τα κοστούμια των προηγούμενων μοντέλων του.

Το πρώτο γνωστό αστέρι του Χορστ που φωτογραφήθηκε ήταν η Βρετανή ηθοποιός Γερτρούδη Λόρενς, η οποία τότε εμφανιζόταν στο θεατρικό έργο του Ρόναλντ Τζινς «Μπορεί η λεοπάρδαλη;». Το πρώτο πορτρέτο του φωτογράφου ήταν της μεγάλης ηθοποιού του Χόλιγουντ, Μπέτι Ντέιβις, το οποίο δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Vanity Fair», αδερφάκι της «Vogue», το 1932.

Εγκατάσταση της έκθεσης στο μουσείο V&Α του Λονδίνου -Φωτ.: Victoria and Albert Museum, London Εγκατάσταση της έκθεσης στο μουσείο V&Α του Λονδίνου -Φωτ.: Victoria and Albert Museum, London Ενα άλλο βιβλίο του Χορστ, «Μοτίβα από τη φύση» (1946), αφήνει πίσω τη λάμψη των διάσημων και εστιάζει σε κοντινά, ασπρόμαυρα κάδρα φυτών, κοχυλιών και μετάλλων, τα οποία τράβηξε στο Βοτανικό Κήπο της Νέας Υόρκης, στα δάση της Νέας Αγγλίας, στο Μεξικό και στις ακτές κατά μήκος του Ατλαντικού και του Ειρηνικού. Ο Χορστ εμπνεύστηκε, εν μέρει, από τις φωτογραφίες των φυτών του Καρλ Μπλόσφελντ (1865-1932) και εντυπωσιάστηκε από «την αποκάλυψη της ομοιότητας των φυτικών μορφών με μορφές τέχνης όπως το σφυρήλατο σίδερο και γοτθικής αρχιτεκτονικής», όπως ο ίδιος γράφει στο βιβλίο. Η δουλειά αυτή του Χορστ συνδέθηκε επίσης με την τεχνική καθαρότητα του «φωτογραφικού βλέμματος», μια φιλοσοφία που σχετίζεται με τη «Νέα Αντικειμενικότητα», κίνημα της δεκαετίας του '20 και του '30.

Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1940, ο Χορστ εργάστηκε κυρίως στο στούντιο της Conde Nast, στον 19ο όροφο του κτηρίου Graybar, έναν art deco ουρανοξύστη στη λεωφόρο Λέξινγκτον του Μανχάταν. Το 1946 το παιχνίδι «ντύσε την κούκλα», η μόδα δηλαδή, είχε γίνει μία από τις μεγαλύτερες βιομηχανίες της Αμερικής, αποφέροντας συνολικά πάνω από έξι δισεκατομμύρια δολάρια το χρόνο. Το προσωπικό της «Vogue» επεκτείνεται ευθέως ανάλογα αυτής της βιομηχανίας. Το 1951 ο Χορστ βρίσκει ένα δικό του στούντιο, το πρώην ρετιρέ του καλλιτέχνη Pavel Tchelitchew, με ψηλά ταβάνια και μια εκπληκτική θέα πάνω από τον ποταμό. Αυτό τον βοηθά να αναπτύξει μια νέα προσέγγιση στη φωτογραφία, αξιοποιώντας την αφθονία του φωτός της ημέρας (daylight) και των ατμοσφαιρικών σκιών που δημιουργεί.

Και φτάσαμε στο γυμνό

H διάσημη φωτογραφία «Mainbocher Corset» (1939) H διάσημη φωτογραφία «Mainbocher Corset» (1939) Στις αρχές της δεκαετίας του 1950, ο Χορστ παρήγαγε μια σειρά ξεχωριστών φωτογραφιών, οι οποίες έρχονταν σε αντίθεση με το μεγαλύτερο μέρος της προηγούμενης δουλειάς του. Ουσιαστικά πρόκειται για μια μελέτη πάνω στην ανδρική φιγούρα, η οποία εκτέθηκε πρώτη φορά στο Παρίσι το 1953 και ανατυπώθηκε τη δεκαετία του 1980. Η μελέτη αυτή εξηγεί την προσέγγιση του Horst για την έννοια της μορφής. Ολα στηρίζονται στην έμφαση για την εξιδανίκευση του ανθρώπινου σώματος, τόσο το «εκφραστικό» φως όσο και η σκιά που δημιουργεί. Ανώνυμα γυμνά μοιάζουν με κλασικά, μνημειώδη γλυπτά. Οπως ο Μεχμέντ Αγά, ο τότε καλλιτεχνικός διευθυντής της αμερικανικής «Vogue», σχολίασε: «Ο Χορστ παίρνει τον αδρανή πηλό της ανθρώπινης σάρκας και φτιάχνει σχήματα δικής του επινόησης. Κάθε κίνησή του έχει προγραμματιστεί, κάθε γραμμή ελέγχεται και συντονίζεται με το σύνολο της εικόνας. Μερικές κινήσεις μοιάζουν φυσικές και απρόσεκτες, άλλες όπως αυτές της εικόνας "Ο θεός του Βολτέρου" εφευρέθηκαν από τον ίδιο τον καλλιτέχνη και δεν συναντώνται πουθενά αλλού».

Η δεκαετία του 1980 βρίσκει τον Χορστ εν μέσω μιας αναταραχής νέων βιβλίων, εκθέσεων και τηλεοπτικών ντοκιμαντέρ για τη ζωή του, και το έργο του έχει περάσει ήδη στους κλασικούς, αλλά η απώλεια της όρασής του το 1992 τον αναγκάζει να σταματήσει να βλέπει τη ζωή έτσι όπως του άρεσε να τη βλέπει.

Kοστούμια του Σαλβαδόρ Νταλί (1939) Kοστούμια του Σαλβαδόρ Νταλί (1939) * Η έκθεση «Horst: Photographer of style» θα διαρκέσει μέχρι τις 4 Ιανουαρίου του 2015.

Aνδρικό γυμνό (1952) Aνδρικό γυμνό (1952)

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Με λέξεις-κλειδιά
Μόδα
Πρόσωπα
Αφιέρωμα
Γυναίκες/σεξισμός
Φωτογραφία