Έντυπη Έκδοση

Οι άστεγοι συγκροτούν ομάδα

Το νέο μυθιστόρημα του Πολ Οστερ

Στο μυθοπλαστικό σύμπαν του Πολ Οστερ, από την «Τριλογία της Νέας Υόρκης» μέχρι τα πιο πρόσφατα έργα του, ο άστεγος άνθρωπος έχει μάλλον δεσπόζουσα θέση. Οχι μόνο ο κυριολεκτικά άστεγος αλλά κι ο αποξενωμένος από τους γύρω του, ο πένης διανοούμενος, ο περιπλανώμενος ερημίτης.

Απ' αυτήν την άποψη, το «Σάνσετ Παρκ» που μόλις κυκλοφόρησε από το «Μεταίχμιο» (μετ. Σπ. Γιανναράς) δεν αποτελεί εξαίρεση. Οι άστεγοι εδώ συγκροτούν ομάδα! Είναι νέοι, μεταξύ είκοσι και τριάντα, άλλοι με απαιτητικές σπουδές πίσω τους, άλλοι με καλλιτεχνικές ανησυχίες, κι όλοι τους με εισόδημα από ελάχιστο έως ανύπαρκτο και με θαμπό τον ορίζοντα μπροστά τους. Ωστόσο, μυθιστορηματική αδεία πάντα, καταλαμβάνουν εν έτει 2008 ένα μικρό, άθλιο, εγκαταλελειμμένο κτήριο στην ομώνυμη περιοχή του Μπρούκλιν, στήνοντας έτσι μια φωλιά και μια ιδιότυπη οικογένεια, κι όσο κρατήσει...

Από κάποια μαύρη τρύπα του συστήματος, το «καλύβι» των ηρώων στο Σάνσετ Παρκ έχει νερό και ρεύμα, αλλά η γειτονιά είναι επικίνδυνη και οι αρχές, ανά πάσα στιγμή, μπορούν κάλλιστα να τους ξεσπιτώσουν με τη βία. Η απειλή παραμένει ζωντανή ώς τις τελευταίες σελίδες, όπως ακριβώς και η μορφή ενός καταληψία που -μολονότι πιο απόμακρος- ξεχωρίζει ανάμεσά τους, του νεαρού Νεοϋορκέζου Μάιλς Χέλερ. Γύρω από τις δικές του περιπέτειες, κυρίως, χτίζει το οικοδόμημά του ο Οστερ. Κι όπως διαπιστώνεις όσο παραδίνεσαι στη διαυγή του πρόζα, το «Σάνσετ Παρκ» δεν είναι ένα μυθιστόρημα για την οικονομική κρίση ούτε ένα παζλ από ιστορίες που ξεφυτρώνουν η μία μέσα απ' την άλλη σαν αντεστραμμένες όψεις της πραγματικότητας. Είναι η ζοφερή, πολυπρισματική και δοσμένη χωρίς μελοδραματισμούς αφήγηση του χρονικού της οικογένειας των Χέλερ ή αλλιώς, η ιστορία της διάλυσης και της επανασύνδεσης ενός σπιτικού, μ' ό,τι διόδια χρειάστηκε να καταβάλουν τα μέλη του στη διαδρομή κι όποιο κόστος τους αναλογεί ακόμη.

Αρτι αφιχθείς από τη Φλόριντα, όπου εξακολουθεί να ζει η ανήλικη, κουβανέζικης καταγωγής αγαπημένη του κι όπου ο ίδιος εργαζόταν σε συνεργείο καθαρισμού κατασχεμένων διαμερισμάτων, ο Μάιλς Χέλερ επιστρέφει στη γενέτειρά του έπειτα από πολύχρονη απουσία, στη διάρκεια της οποίας είχε εγκαταλείψει σπουδές, βολές και συγγενείς, είχε περιορίσει τις παλιές του ανάγκες μία προς μία κι η μόνη πολυτέλεια που επέτρεπε στον εαυτό του ήταν η αγορά βιβλίων τσέπης -«η ανάγνωση ήταν μια εξάρτηση απ' την οποία δεν επιθυμούσε να γιατρευτεί».

Γιατί είχε ρίξει μαύρη πέτρα πίσω του; Ο Οστερ το αποκαλύπτει εξαρχής: επειδή είχε θεωρήσει τον εαυτό του υπεύθυνο για το θανατηφόρο ατύχημα του ετεροθαλούς αδελφού του. Κάτι που ο Χέλερ συνεχίζει να κρατά κρυφό τόσο από τους καταληψίες-συγκατοίκους του όσο και από τη μικρή του ερωμένη. Με κανέναν δεν έχει μοιραστεί τις τύψεις και τις ενοχές του. Οι δε δικοί του, και οι εξ αίματος και οι θετοί, που παρακολουθούν διακριτικά τις κινήσεις του και γνωρίζουν πως δεν κινδυνεύει, σέβονται τη σιωπή του κι ας σιγοβράζουν στο ζουμί τους περιμένοντας να κάνει εκείνος μια κίνηση επαναπροσέγγισης.

Ο θάνατος (ό,τι καλύτερο για να επανεκτιμήσεις όσα έχεις περιφρονήσει), οι απώλειες και οι ματαιώσεις (που σε σκληραγωγούν), το «μανιασμένο κλείσιμο» στον εαυτό, η ενηλικίωση που ενίοτε αποδεικνύεται ιδιαίτερα επώδυνη ή καθυστερεί τόσο πολύ που σε καθηλώνει, οι ισορροπίες ανάμεσα σε γονείς και παιδιά, όπως και σε κάθε άλλη σχέση, αδελφική, φιλική, συντροφική, το αίτημα της συγχώρεσης, της αγάπης αλλά κι ενός πιο ασκητικού και πιο πνευματικού τρόπου ζωής -ιδού τα θέματα που σκαλίζει εδώ ο Αμερικανός συγγραφέας υπερασπιζόμενος το σμίξιμό μας με τους άλλους και τους καρπούς της κάθε στιγμής. Κι αυτά, μέσα από σπαρταριστά πορτρέτα χαρακτήρων, όπως για παράδειγμα εκείνο του πατέρα Χέλερ, ως επικεφαλής ενός αυστηρού αλλά κλυδωνιζόμενου λογοτεχνικού οίκου, ή εκείνο της πρώην κυρίας Χέλερ, ως διάσημης και ταλαντούχου ηθοποιού που απέτυχε παταγωδώς στα νιάτα της ν' ανταποκριθεί στο ρόλο της μαμάς.

Ομολογημένα πυροδοτημένο «από την ιδέα της έξωσης κάποιου από την κατοικία του», μια πρακτική που πήρε τεράστιες κοινωνικές διαστάσεις στις ΗΠΑ όταν έσκασε η φούσκα των στεγαστικών δανείων, το «Σάνσετ Παρκ» συνδυάζει την εξωτερική συνθήκη της οικονομικής κατάρρευσης με το προσωπικό πρόβλημα της εξορίας και της αποξένωσης του κεντρικού πρωταγωνιστή. Οπως έχει παραδεχτεί ο Οστερ, «δεν έχω ξαναγράψει τέτοιο βιβλίο, με τόσες διαφορετικές οπτικές γωνίες, όλες σε παρόντα χρόνο. Υπάρχει μια αίσθηση θεατρικότητας, λες κι οι χαρακτήρες είναι ηθοποιοί σε θεατρικό έργο». Αντίστοιχα αισθητή, πάντως, γίνεται και η κριτική του απέναντι στη «χώρα όπου οι άνθρωποι μισούν τα βιβλία», κι όπου ακόμα και η δική του λογοτεχνική ακτινοβολία είναι ασήμαντη σε σχέση μ' αυτήν που καρπώνεται στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού.

«Μπορεί η οικογένειά σου να έχει γίνει κομμάτια, όμως αυτή είναι επίσης οικογένειά σου» διαβάζουμε σ' ένα σημείο, εκεί όπου ο πρεσβύτερος Χέλερ αναλογίζεται τον τυφώνα που σκιάζει την επιχείρησή του και το άδηλο μέλλον των υπαλλήλων της. Οπως όμως συμπληρώνει ευθύς αμέσως, «είναι δουλειά σου να τους προστατεύεις και να τους κάνεις να καταλαβαίνουν πως, παρά την ηλίθια κουλτούρα που τους περιβάλλει, τα βιβλία εξακολουθούν να έχουν αξία, και πως η δουλειά που κάνουν είναι σημαντική και ουσιαστική».

***

Ψιλά γράμματα

* Ποια είναι η θέση του βιβλίου στη Φινλανδία των 5,5 εκατ. κατοίκων, τιμώμενη χώρα φέτος στη διεθνή έκθεση της Φρανκφούρτης; Η ετήσια βιβλιοπαραγωγή είναι υψηλότατη σε σχέση με τον πληθυσμό -4.000 τίτλοι-, αλλά το ποσοστό των μεταφράσεων από άλλες γλώσσες είναι μόλις 17%. Ο αριθμός των εκδοτών φτάνει τους 3.500, εκ των οποίων οι δέκα ισχυρότεροι ελέγχουν το 55% της συνολικής βιβλιοπαραγωγής. Η ενιαία τιμή του βιβλίου έχει καταργηθεί από το 1971, με αποτέλεσμα το ίδιο βιβλίο να το βρίσκεις αλλού με 20 κι αλλού με 40 ευρώ. Εκτοτε, όμως, ο αριθμός των βιβλιοπωλείων συρρικνώθηκε: από τα 750 που λειτουργούσαν στα τέλη της δεκαετίας του '60, σήμερα έχουν απομείνει γύρω στα 450.

* Οι αντιδράσεις για τα κρατικά λογοτεχνικά βραβεία 2013 -για την ακρίβεια ως προς το βραβείο απόδοσης στα νέα ελληνικά έργου της αρχαίας ελληνικής γραμματείας- συνεχίζονται. Μετά τον Γιώργη Γιατρομανωλάκη, που αρνήθηκε να το μοιραστεί με τον Λίνο Μπενάκη για λόγους «προσωπικού γούστου και αυτοσεβασμού», ένας ακόμη από τους συνυποψηφίους για το βραβείο, ο Θ. Κ. Στεφανόπουλος, με εκτενές άρθρο του στο «Books' journal», («Κρατικά βραβεία και αναξιοκρατία») στηλιτεύει την προβληματική σύνθεση της κριτικής επιτροπής (κανένας αρχαιοελληνιστής στα μέλη της!) και περνάει από το μικροσκόπιο τη μετάφραση του «Προτρεπτικού επί φιλοσοφίαν» του Ιάμβλιχου από τον Λίνο Μπενάκη, εξηγώντας για ποιους λόγους δεν θα έπρεπε να βραβευτεί. Ακούει, άραγε, κανείς;

* Από τους σημαντικότερους και δημοφιλέστερους εκπροσώπους της μεταπολεμικής γερμανικής λογοτεχνίας, μαζί με τον Γκίντερ Γκρας και τον Χάινριχ Μπελ, ο Ζίγκφριντ Λεντς δεν υπάρχει πια -έφυγε την περασμένη Τρίτη, στα 88 του. Γεννημένος στο Λικ της Πολωνίας και με σπουδές γερμανικής και αγγλικής φιλολογίας στο Αμβούργο, υπήρξε ιδρυτικό μέλος της «Ομάδας 47» και μέσα από το πληθωρικό του έργο επιζητούσε την υπέρβαση του ναζιστικού παρελθόντος της Γερμανίας. Στα ελληνικά έχουν εκδοθεί τέσσερα έργα του («Εκθεση ιδεών», «Το τρένο που δεν χαιρετούσε», «Η γλυκιά Σουλάικεν», «Γραφείο απολεσθέντων αντικειμένων»), κι όπου να 'ναι θα κυκλοφορήσει απ' τον «Πατάκη» το μυθιστόρημά του «Ενός λεπτού σιγή».

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Με λέξεις-κλειδιά
Βιβλίο
Συγγραφείς/Συγγράμματα
Παρουσίαση βιβλίου