Έντυπη Έκδοση

Τρανσιλβανία Οδός

Το σκοτάδι έπεφτε γρήγορα στις χιονοσκέπαστες πλαγιές του όρους Μπιχάρ. Ενας παγωμένος αέρας είχε σηκωθεί πάνω από τα καμένα λιβάδια κι οι λιγοστοί κάτοικοι του χωριού που ήταν έξω για δουλειές, βιάζονταν να επιστρέψουν στη σιγουριά και την ασφάλεια του σπιτιού τους.

 Η πλατεία έρημη, χωρίς παρκαρισμένα αυτοκίνητα, αραιά και πού κάποιος ποδηλάτης, σκιές μόνο που σκόνταφταν στο γλιτσιασμένο τσιμέντο και κόκκινα φώτα που αναβόσβηναν στο γειτονικό μπαρ, για να δώσουν την αίσθηση του ερέβους από ένα σύμπαν τρομακτικό, έτοιμο να καταπιεί αυτή τη σκούρα κουκκίδα.

Ο κόμης Βλαντ Ντρακούλ πίσω από το παράθυρο του απρόσιτου πύργου του, αναστέναξε θλιμμένα.

«Ζωή κι αυτή», μονολόγησε. «Καμία χαρά, καμία συγκίνηση. Βαρέθηκα τη μονοτονία της εξοχής, το πάλλευκο του χιονιού, τη μιζέρια της κάσας μου, τα μακρόσυρτα ουρλιαχτά μου χωρίς ανταπόκριση... Λαχταρώ έναν καθρέφτη, ένα σπαγγέτι αλ πέστο, ένα σταυρό, τον ήλιο, τη μυρωδιά του φρεσκοστυμμένου αίματος που σπανίζει. Οι λιγοστές παρθένες του χωριού προσμέτρησαν τις μέρες τους πριν χρόνια, κι εγώ ο απέθαντος καταδικάστηκα να ζω στα όρια μιας φυλακής, χωρίς ούτε ΜΙΑ ευκαιρία απόδρασης!».

Και είχε δίκιο! Ολα παγωμένα κι ακίνητα. Καρφωμένα στο κάδρο μιας... comme il faut εποχής που απαγόρευε τη δράση κι εξόριζε την πρωτοβουλία στο πυρ, όταν δεν συμβάδιζε με τους πολλούς... Πάνε οι εποχές που το αίμα έβραζε, που η κάθε αψιμαχία γεννούσε τη σπίθα για έναν πόλεμο που πάντα κατέληγε σε ανθρωποθυσίες.

«Τι πάρτι κι εκείνο με τους... παλουκωμένους Βογιάρους!» αναστέναξε ο Ντρακούλ, κοιτώντας τα γαμψά του νύχια που γυάλιζαν από το μανικιούρ. Τα ολόισια μαλλιά του πετούσαν σπίθες στατικού ηλεκτρισμού από το πιστολάκι της αμπιγιέζ Νάντιας, πέφτοντας με χάρη στους λεπτούς ώμους του που τους κάλυπτε μία μαύρη ολομέταξη κάπα γνωστού γαλλικού οίκου.

«Τότε μάλιστα! Οκτακόσιοι Βογιάροι στην παγίδα της πρόσκλησής μου για ολονύκτιο πάρτι, κατέληξαν παλουκωμένοι στην πίσω αυλή. Ετσι, πώς να πλήξεις; Ή το 1459 με τους Οθωμανούς διπλωμάτες που αρνήθηκαν να βγάλουν τα καπέλα τους για λόγους θρησκευτικής πίστης. Αλλά κι εγώ, το χειρίστηκα έξυπνα... Τους επαίνεσα για την ευλάβειά τους και τους υποσχέθηκα πως τα καπέλα θα μείνουν για πάντα στα κεφάλια τους... Παλουκωμένοι με τα καπέλα στα κρανία τους, έγραψαν τη λαμπρότερη σελίδα του Οίκου των Ντρακούλ που κανείς, ούτε ο Στόκερ, δεν τόλμησε να αντιγράψει...» Σταμάτησε, κοίταξε αδιάφορα έξω, ύστερα πήρε το κομψό κινητό του σε μαύρο χρώμα και κάλεσε τον αρχισταυλάρχη. Ενα ολοκαίνουργιο τριαξονικό φορτηγό, ένα θηρίο δύναμης και υπεροχής, ένας Βουκεφάλας, δώρο των σταφυλοπαραγωγών της περιφερείας του σε ένδειξη υποταγής, περίμενε πειθήνια στους στάβλους του να το δαμάσει. Βουτώντας ανόρεχτα ένα κράκερ διαίτης μέσα σε οργανική βυσσινάδα, και φορώντας τα μαύρα διπλοεστιακά γυαλιά του με κοκάλινο σκελετό από τις φάλαγγες και το μετατάρσιο του τελευταίου θαυμαστή του, κατέβηκε μεγαλόπρεπα τη μαρμάρινη σκάλα και μπήκε στο αμαξοστάσιο.

«Πλήττω... Χρειάζομαι μια ένεση αδρεναλίνης, κάτι να εκτοξεύσει τη λίμπιντό μου, κι όποιον πάρει ο Χάρος!» μονολόγησε ο Ντρακούλ και τσίγκλησε το θηρίο.

Μπροστά του, ανοιγόταν διάπλατη η Τρανσιλβανία Οδός, έργο που ένωνε τη βορειοδυτική με την κεντρική χώρα. «Πελάτες μοοοουυυ!» ανέκραξε μαρσάροντας και βάζοντας στόχο ένα κομβόι από μικρά αμαξάκια που ήταν σταματημένα δεξιά κι αριστερά για λόγους δημοσίου συμφέροντος...

Καθώς το θηρίο έπεφτε με δύναμη πάνω στο πρώτο, άρχισε μια καραμπόλα, μια αλυσιδωτή αντίδραση φωτιάς και τρόμου, μια εκατόμβη τραυματιών, νεκρών και τσακισμένων λαμαρίνων, ίδια η δαντική Κόλαση πάνω στη ζέουσα άσφαλτο.

«Επιτέλους!» ανέκραξε ο Ντρακούλ. «Αίμα! Αφθονο, δωρεάν κι αφορολόγητο. Τι να μου κάνουν τα σακουλάκια των μεταγγίσεων. Εδώ είναι η πηγή... Επάνω του !». Κι άρχισε να ρουφάει ενώ οι εργάτες του εργοταξίου έπαιζαν ακόμη με... τα σημαιάκια τους.

«Εϊ, εσείς...» τους φωνάζει «Ελάτε, έχει και για σας».

«Μπα», του απαντούν. «Εμείς χορτάσαμε τόσα χρόνια. Εσύ, πού ήσουν κρυμμένος και κάνεις σαν νηστικός;».

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Στη στήλη
ΟΛΗ Η ΠΟΛΗ ΤΟ ΚΟΥΒΕΝΤΙΑΖΕΙ