Έντυπη Έκδοση

«Αισθάνεσαι σαν να είσαι πρωθυπουργός!»

«Ξεκίνησα από την ομάδα της γειτονιάς μου, τη Νίκη Βόλου, που είναι ένα σημαντικό κομμάτι στην καρδιά μου και την καριέρα μου. Εκεί έμενα, έπαιζε και ο συχωρεμένος ο αδελφός μου, ο Μπάμπης. Ηταν διαφορετικά τα πράγματα εκείνη την εποχή, πηγαίναμε για μπάλα για να περάσει η ώρα.

Η Νίκη ήταν η καλύτερη ομάδα της περιοχής, πρωταθλήτρια Θεσσαλίας. Αγωνίστηκα περίπου έξι χρόνια στην Α' Εθνική, μέχρις ότου σ' ένα ματς με τον Ολυμπιακό για το Κύπελλο Ελλάδας με είδε ο Μπούκοβι από την εξέδρα και πρότεινε να με πάρουν.

Στον Ολυμπιακό έζησα μεγάλες στιγμές. Μόλις πήγα στον Πειραιά κατακτήσαμε το πρωτάθλημα ύστερα από πολλά χρόνια και το ξαναπήραμε την επόμενη χρονιά. Η θέση μου ήταν σέντερ-μπακ, ήμασταν δίδυμο με τον Κώστα Πολυχρονίου, αγαπητό φίλο, που με βοήθησε να μπω και στη ΔΕΗ, όπου ήδη εκείνος εργαζόταν. Δεν υπήρχε επαγγελματικό ποδόσφαιρο τότε, προσπαθούσαμε να βρούμε μια δουλειά για να έχουμε ένα εισόδημα.

Θυμάμαι πάρα πολλά από τα ματς με τον Ολυμπιακό, όπου έκανα και το μεγάλο ρεκόρ των συνεχόμενων αγώνων. Και χτυπημένος έπαιζα, δεν έλεγα όχι. Αφού με έβαζε ο προπονητής μου... Βέβαια, τα χτυπήματα ήταν λίγα τότε. Είχαμε φοβερή ομάδα. Τερματοφύλακας ο Φρονιμίδης, στην άμυνα Πλέσσας, Μίλησης, που έγινε και κουμπάρος μου, ο Πολυχρονίου φυσικά, μπροστά Γιούτσος, Γιώργος Σιδέρης, Μποτίνος, Βασιλείου. Με ορισμένους βλεπόμαστε μέχρι τώρα, τον Βασίλη τον Μποτίνο, τον Σιδέρη, μέχρι πρότινος και τον Πλέσσα, ο οποίος ωστόσο έφυγε στην Αμερική και ζει εκεί εσχάτως. Ο κόσμος με θυμάται ακόμη, στο δρόμο όταν περπατάω με χαιρετάει. Η φανέλα του Ολυμπιακού είναι πολύ βαριά και έχει μεγάλη αξία. Την εκτιμώ πάρα πολύ, όπως και τον κόσμο. Οταν τη φοράς, δεν θέλεις να τη βγάλεις. Αισθάνεσαι σαν να είσαι πρωθυπουργός.

Μετά τον Ολυμπιακό έπαιξα στο Αιγάλεω και τελευταίος σταθμός ήταν ο Ατρόμητος Περιστερίου το 1975 στη Β' Εθνική, ο οποίος ανέβηκε στην Α'. Δεν θέλω να θυμάμαι πώς και γιατί έφυγα από το λιμάνι. Ηταν η χούντα τότε στα πράγματα. Εν πάση περιπτώσει, ας μην τα σκαλίζουμε, δεν είμαι τέτοιος άνθρωπος, δεν μ' αρέσει να τα μπερδεύω.

Οταν κρέμασα τα παπούτσια μου, ασχολήθηκα με την προπονητική. Πέρασα από τους πάγκους των Νίκης Βόλου, Παναιτωλικού, Καλλιθέας, του Λεβαδειακού, τον οποίο ανέβασα από τη Β' στην Α' Εθνική και έμεινα κατόπιν μαζί με το φίλο, τον Κώστα Πολυχρονίου. Τα χρόνια πέρασαν, αλλά οι φίλαθλοι με θυμούνται ακόμη, γι' αυτό θέλω να τους ευχαριστήσω για την αγάπη τους εδώ και τόσα χρόνια».

Ο Χρήστος Ζαντέρογλου γεννήθηκε το 1940 στη Νέα Ιωνία του Βόλου και πρωτόπαιξε ποδόσφαιρο σε ηλικία 15 χρόνων στην ομάδα της γειτονιάς, τη Νίκη. Στην αρχή ήταν σέντερ-φορ, μέχρι που με αφορμή έναν αγώνα της Εθνικής Νέων, στον οποίο τραυματίστηκε ένας αμυντικός, αναγκαστικά πήρε τη θέση του και καθιερώθηκε από τα 18 του ως αμυντικός. Το 1965 μετεγγράφηκε στον Ολυμπιακό του Μπούκοβι, κατακτώντας δύο πρωταθλήματα (1966, 1967) κι ένα Κύπελλο Ελλάδας (1965). Στην Εθνική αγωνίστηκε 13 φορές. Κατέχει ένα σπουδαίο ρεκόρ, καθώς έλαβε μέρος σε 147 συνεχόμενα ματς στην Α' Εθνική με την «ερυθρόλευκη» φανέλα, αλλά και τη Νίκη Βόλου, επί μία πενταετία περίπου. Χαλκέντερος μέσα στο γήπεδο θεωρείται από τους καλύτερους ποδοσφαιριστές που έβγαλε ποτέ η Μαγνησία μαζί με Μποτίνο και Συνετόπουλο, που επίσης μεταπήδησαν στον Ολυμπιακό. Συνολικά, ο Βολιώτης άσος αγωνίστηκε σε 361 ματς Α' Εθνικής, 114 με τα χρώματα της Νίκης Βόλου, 158 με τον Ολυμπιακό, 84 με το Αιγάλεω και 5 με τον Ατρόμητο.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Αθλητισμός
Στη στήλη
Σαν παλιό σινεμά