Έντυπη Έκδοση

Γεωπολιτική και διπλωματία κατά την επανάσταση του 1866

Η Κρήτη, λόγω γεωγραφικής θέσης, κατέχει δεσπόζουσα στρατηγική θέση· κομβικό σημείο στη θαλάσσια οδό προς τη Μέση Ανατολή και την ανατολική Μεσόγειο. Οι Μεγάλες Δυνάμεις του 19ου αιώνα (Μεγάλη Βρετανία, Γαλλία και Ρωσία) κατανοούσαν τη στρατηγική σπουδαιότητα της Μεγαλονήσου αλλά και τη ραγδαία αποδυνάμωση του «Μεγάλου Ασθενούς», της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας

Η πολιορκία της Μονής Αρκαδίου (δημοσιεύτηκε σε αγγλική εφημερίδα) και ένθετη φωτογραφία από την πρώτη προκήρυξη της Επανάστασης το 1866 Η πολιορκία της Μονής Αρκαδίου (δημοσιεύτηκε σε αγγλική εφημερίδα) και ένθετη φωτογραφία από την πρώτη προκήρυξη της Επανάστασης το 1866 . Ωστόσο, η ισορροπία δυνάμεων δεν επέτρεπε την κατοχή της Κρήτης από οποιαδήποτε εκ των τριών Μεγάλων Δυνάμεων. Κάθε σκέψη για ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα ήταν απαγορευτική, διότι συνεπαγόταν την αναβάθμιση της Ελλάδας στη νοτιανατολική Ευρώπη. Η Επανάσταση του 1821 είχε αναδείξει ένα νέο, δυναμικό και φιλόδοξο έθνος, με μακρά παράδοση, το οποίο θα μπορούσε να εξελιχθεί σε ισχυρή περιφερειακή δύναμη και ναυτικό κράτος εις βάρος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και των ιμπεριαλιστικών σχεδίων των Μεγάλων Δυνάμεων στην ευρύτερη γεωπολιτική περιοχή.

Στην εξίσωση όμως εισέρχονταν τρεις παράγοντες που περιέπλεκαν την κατάσταση: ο πόθος των Κρητών για ένωση με την Ελλάδα, η αμέριστη συμπαράσταση του Ελληνισμού στο σκοπό αυτό και η παρουσία μουσουλμανικής μειονότητας στη Μεγαλόνησο που εναντιωνόταν στην Ενωση. Τηρουμένων των αναλογιών, το Κρητικό Ζήτημα του 19ου αιώνα θα μπορούσε να συγκριθεί με το Κυπριακό Ζήτημα που εξακολουθεί να ταλανίζει τον Ελληνισμό ώς σήμερα.

Φαινομενικά, το 1866, στη Μεγαλόνησο επικρατούσε ησυχία, εν αναμονή της εφαρμογής των όρων του σουλτανικού φιρμανιού Χατί Χουμαγιούν του 1858, μια σειρά φορολογικών και διοικητικών μεταρρυθμίσεων και παραχωρήσεων προς τον χριστιανικό πληθυσμό, που όμως η σουλτανική κυβέρνηση δεν εφάρμοσε ποτέ.

Ξεσπά η επανάσταση

Ζυμώσεις για νέα επανάσταση ξεκίνησαν στην ηγεσία των χριστιανών της Κρήτης. Δημιουργήθηκε δίκτυο επαφών με τους εξόριστους Κρητικούς στην Αθήνα. Παράλληλα, οι επαναστατικές πρωτοβουλίες των Κρητικών λάμβαναν θερμή ενθάρρυνση από την κυβέρνηση του Αλέξανδρου Κουμουνδούρου.

Τον Μάιο του 1866 ξέσπασε η επανάσταση. Με υπόμνημά τους προς τις τρεις Μεγάλες Δυνάμεις οι επαναστάτες πρότειναν ένα ευρύ φάσμα πιθανών λύσεων, από την παραμονή υπό διαλλακτικότερη οθωμανική κυριαρχία ώς μια εγγυημένη από τις ξένες Μεγάλες Δυνάμεις αυτονομία και την πλήρη ένωση με την Ελλάδα. Η αντίδραση των Μεγάλων Δυνάμεων στο υπόμνημα υπήρξε η απόλυτη σιωπή, ενώ η Υψηλή Πύλη αποφάσιζε να καταπνίξει την κρητική εξέγερση.

Η Ελλάδα του 1860 δεν ήταν ισχυρή στρατιωτικά, οικονομικά και διπλωματικά ώστε να αναμετρηθεί επί ίσοις όροις με τους Τούρκους. Επιπρόσθετα, η ελληνική κυβέρνηση Βούλγαρη-Δεληγιώργη δεχόταν πιέσεις από τις Μεγάλες Δυνάμεις να μην αναμειχθεί ενεργότερα υπέρ των εξεγερμένων Κρητών.

Ο νέος βασιλιάς Γεώργιος Α' είχε προσδεθεί στο άρμα των Μεγάλων Δυνάμεων. Η επίσημη Ελλάδα μπορούσε να κινηθεί μόνο διπλωματικά (π.χ. υπόμνημα Δεληγιώργη προς τις Μεγάλες Δυνάμεις και απόπειρα σύναψης ελληνοσερβικής συμμαχίας από τον μετέπειτα πρωθυπουργό Κουμουνδούρο). Ωστόσο, το λαϊκό αίσθημα στην Ελλάδα ήταν αταλάντευτα με το μέρος των Κρητών αδελφών τους, το οποίο εκφραζόταν με συλλαλητήρια υπέρ των Κρητών.

Παρά την αδιάλλακτη στάση του Παλατιού και του Βούλγαρη, ο Δεληγιώργης ανέλαβε πρωτοβουλίες για τον καλύτερο συντονισμό της επανάστασης. Με υπόδειξή του συγκροτήθηκαν δύο αρχηγεία, το ένα στις ανατολικές επαρχίες και το άλλο στις δυτικές.

Επανέφερε το θέμα της Ηπείρου και της Θεσσαλίας, εκμεταλλευόμενος τον αναβρασμό που επικρατούσε μεταξύ των υπόδουλων Ελλήνων. Στόχευε στη διπλωματική ανάμειξη των Μεγάλων Δυνάμεων, που θα έσπευδαν να αποσοβήσουν την εξάπλωση της επανάστασης στα Βαλκάνια, φοβούμενες την ανεξέλεγκτη ανακίνηση του Ανατολικού Ζητήματος. Η τακτική αυτή ήταν ορθή, αλλά προσέκρουσε στην άρνηση του Γεωργίου Α', οποίος, σε αντίθεση με τον Οθωνα που συνηγορούσε υπέρ μιας ενεργητικής/επιθετικής πολιτικής, υποστήριζε την εφαρμογή μιας «σώφρονος» πολιτικής, εναρμονισμένης με τις επιδιώξεις των Μεγάλων Δυνάμεων.

Εθελοντικά σώματα Ελλήνων στρατιωτικών και Κρητικών αποβιβάστηκαν στην Κρήτη για να ενισχύσουν τον Αγώνα. Μεταξύ των ηγετών της επανάστασης του 1866 ξεχωρίζουν οι Ιωάννης Ζυμβρακάκης, Παναγιώτης Κορωναίος και ο καπετάν-Κόρακας.

Παρά τις πρώτες νίκες των επαναστατών, ο καλύτερα οργανωμένος και πολυπληθέστερος οθωμανικός στρατός (45.000 στρατιώτες έναντι 20.000 επαναστατών), ενισχυμένος από τον στόλο που επέβαλε τον ναυτικό αποκλεισμό της Μεγαλονήσου, επικράτησε στρατιωτικά. Ελληνικά πλοία διέσπασαν αρκετές φορές τον κλοιό, αλλά αυτό δεν έφτανε.

Οι σχέσεις μεταξύ Ελλάδας και Οθωμανικής Αυτοκρατορίας κλιμακώθηκαν επικίνδυνα. Με τελεσίγραφο προς την κυβέρνηση Βούλγαρη στις 29 Νοεμβρίου 1868, η οθωμανική κυβέρνηση απαιτούσε, μεταξύ άλλων, τη διάλυση των εθελοντικών σωμάτων, τον αφοπλισμό των ελληνικών πλοίων που μετέφεραν πολεμοφόδια στην Κρήτη και την τιμωρία όσων ευθύνονται για το θάνατο Τούρκων στρατιωτών.

Η Αθήνα απέρριψε το τελεσίγραφο και οι διπλωματικές σχέσεις μεταξύ των δύο κρατών διεκόπησαν. Οι εξελίξεις θορύβησαν τις Μεγάλες Δυνάμεις. Στις 2 Ιανουαρίου ο Ναπολέων Γ' συγκάλεσε έκτακτη συνδιάσκεψη στο Παρίσι.

Η συνδιάσκεψη του Παρισιού

Στη συνδιάσκεψη συμμετείχαν η Αυστρία, η Βρετανία, η Γαλλία, η Πρωσία, η Ρωσία και η Οθωμανική Αυτοκρατορία. Αρχικά, η Ελλάδα αποκλείστηκε από τη συνδιάσκεψη -η επίσημη εξήγηση ήταν ότι δικαίωμα συμμετοχής είχαν μόνο τα κράτη που είχαν υπογράψει τη συνθήκη του Παρισίου το 1856. Κατόπιν, με ρωσική παρέμβαση, η Ελλάδα προσκλήθηκε με συμβουλευτική ψήφο, αλλά η κυβέρνηση Βούλγαρη αρνήθηκε να συμμετάσχει στη συνδιάσκεψη, διότι θεωρούσε ότι θα μειονεκτούσε σε σχέση με την οθωμανική αντιπροσωπεία.

Στις 8 Ιανουαρίου 1869, ανακοινώθηκαν οι αποφάσεις της Συνδιάσκεψης του Παρισίου:

α) απαγόρευση της συγκρότησης άτακτων σωμάτων στο ελληνικό έδαφος για τη διεξαγωγή επιθετικών επιχειρήσεων εναντίον της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας,

β) απαγόρευση εξοπλισμού σε ελληνικά λιμάνια πλοίων που θα εφοδίαζαν εξεγέρσεις σε οθωμανικά εδάφη,

γ) διευκόλυνση επιστροφής στην Κρήτη όσων προσφυγικών οικογενειών το επιθυμούσαν,

δ) αποζημίωση όσων Οθωμανών υπηκόων ζημιώθηκαν κατά την εξέγερση.

Η αποδοχή των αποφάσεων της Συνδιάσκεψης από την Ελλάδα έπρεπε να γίνει σε μία εβδομάδα. Οι όροι αυτοί επέβαλλαν ουσιαστικά τη λήξη της Κρητικής Επανάστασης.

Τα νέα από το Παρίσι προκάλεσαν πολιτική κρίση στην Ελλάδα. Οι Μεγάλες Δυνάμεις πίεσαν τον Γεώργιο να αποδεχθεί τις αποφάσεις τους. Ωστόσο, ο νεαρός βασιλιάς φοβήθηκε ότι μια τέτοια πράξη θα είχε ως αποτέλεσμα την πτώση του, όπως είχε συμβεί με τον Οθωνα. Πανικόβλητος εξαιτίας της λαϊκής οργής ο Βούλγαρης παραιτήθηκε. Τελικά, έπειτα από πολλές απόπειρες, στις 24 Ιανουαρίου σχηματίστηκε κυβέρνηση από τον Ζαΐμη και την επομένη η ελληνική κυβέρνηση αποδέχθηκε τα αποτελέσματα της Συνδιάσκεψης. Στις 6 Φεβρουαρίου αποκαταστάθηκαν οι διπλωματικές σχέσεις μεταξύ της Ελλάδας και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Παρά τις ηρωικές θυσίες του κρητικού λαού και τον ολομέτωπο αγώνα για τρία ολόκληρα χρόνια η Επανάσταση απέτυχε. Το Κρητικό Ζήτημα παρέμεινε ένα ενεργό ηφαίστειο, το οποίο εξερράγη τρίτη και τελευταία φορά το 1897.

(*) ιστορικός, διευθυντής Εκδόσεων Historical Quest, www.historical-quest.com

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Στη στήλη
Ιστορικά
Κύριο θέμα
ΚΡΗΤΗ: Οι επαναστάσεις και η σημασία τους