Έντυπη Έκδοση

ΝΕΑ ΔΙΑΣΤΑΣΗ ΣΤΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΟΜΠΑΜΑ ΣΤΗ ΜΕΣΗ ΑΝΑΤΟΛΗ

Ο πόλεμος συνεχίζεται... Οι συνέπειες έρχονται

Η συνεχιζόμενη κρίση στο Ιράκ και στην ευρύτερη περιοχή οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ο τρόπος αντιμετώπισής της πρέπει να επανεξεταστεί. Η λύση δεν είναι μόνο πρόβλημα των στρατιωτικών

Οι μάχες για την κατάληψη της πόλης Κομπάνι ανάμεσα στους τζιχαντιστές και τους Κούρδους υπερασπιστές της, η κυκλοφορία, αυτή την εβδομάδα, δυο βιβλίων στις ΗΠΑ -το ένα είναι του πρώην αρχηγού της CIA και μετέπειτα υπουργού Αμυνας Λέον Πανέτα και το δεύτερο του πρέσβη των ΗΠΑ στο Ιράκ Κρίστοφερ Χιλ, όταν η Χίλαρι Κλίντον ήταν υπουργός των Εξωτερικών- και η αποκάλυψη από τον αρθρογράφο της έγκριτης πολιτικής επιθεώρησης Foreign Policy, Τζακ Χες, εγγράφων του Στέιτ Ντιπάρτμεντ που δείχνουν ότι οι ΗΠΑ δεν βοήθησαν στην αρχή τους Κούρδους μαχητές που υπερασπίζονταν την πόλη Κομπάνι, δίνουν νέα διάσταση στη συζήτηση για την πολιτική του προέδρου Ομπάμα στο Ιράκ και ειδικότερα για την απόφασή του να αποσύρει τις αμερικανικές δυνάμεις από τη χώρα.

Οι πόλεμοι δεν αποτελούν λύση. Πρέπει να αναληφθεί μια νέα διεθνής πολιτική πρωτοβουλία για την αναζήτηση πολιτικής λύσης Οι πόλεμοι δεν αποτελούν λύση. Πρέπει να αναληφθεί μια νέα διεθνής πολιτική πρωτοβουλία για την αναζήτηση πολιτικής λύσης Ακόμη υποχρεώνουν και την Κλίντον να εμπλακεί στη συζήτηση αυτή όσο και αν η ίδια μάλλον δεν το επιθυμεί, αφού έχοντας το βλέμμα της στραμμένο στην υποψηφιότητά της για τις προεδρικές εκλογές του 2016, είναι προσεκτική στον τρόπο με τον οποίο δημοσιοποιεί τη διαφορετική άποψή της για κάποιες από τις αποφάσεις του προέδρου Ομπάμα, όπως για παράδειγμα εκείνη που αφορούσε την αντιμετώπιση της κρίσης στη Συρία.

Η κατάσταση στο Ιράκ, όπως φαίνεται, επιδεινώνεται καθημερινά και αφού έχει πλέον φύγει από τα όρια του κράτους, έχει μετατραπεί στη διασυνοριακή «βόμβα» που είναι μάλλον βέβαιο ότι θα οδηγήσει, πέρα από τις συνέπειες που ήδη είχε, και σε αλλαγές στο χάρτη της περιοχής. Σε αυτό συνετέλεσαν οι ανταγωνισμοί ανάμεσα στους Κούρδους, τους σιίτες, που είναι η πλειοψηφούσα δύναμη στη χώρα, και τους σουνίτες, η δυσπιστία των Ιρακινών και ιδιαίτερα του πρωθυπουργού Μαλίκι απέναντι στον πρόεδρο της Συρίας Ασαντ, μια δυσπιστία που δυσκολεύει πολύ την εξεύρεση κοινής και αποτελεσματικής στάσης για την αντιμετώπιση των τζιχαντιστών αλλά και, όπως αποκαλύπτουν οι δυο συγγραφείς στα βιβλία τους, η από ένα σημείο και μετά μάλλον περιοριστικού τύπου στάση των ΗΠΑ απέναντι στην κρίση.

Τόσο τα γεγονότα όπως εξελίχθηκαν τους τελευταίους μήνες όσο και το περιεχόμενο των δυο σημαντικών αυτών βιβλίων, οδηγούν στο συμπέρασμα ότι ο πρόεδρος Ομπάμα αντιμετώπιζε την κατάσταση στο Ιράκ με τη στενή λογική ότι πρόκειται για στρατιωτικό θέμα που αντιμετωπίζεται με στρατιωτικά μέσα, και όχι ως ευρύτερο στρατηγικό ζήτημα της περιοχής, γεγονός που θα προϋπέθετε μια πιο σύνθετη αντιμετώπιση. Ετσι σε συνδυασμό και με άλλους λόγους επικεντρώθηκε στην αποχώρηση των αμερικανικών στρατευμάτων από το Ιράκ και την αντικατάσταση του ρόλου τους από τον ιρακινό στρατό. Στη διαπίστωση αυτή, όπως προκύπτει από τα βιβλία τους, φαίνεται ότι συμφωνούν και οι δυο συγγραφείς, όπως φαίνεται να συμφωνούν και στο ευρύτερο ζήτημα της συνέχειας της εκεί αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας. Την άποψη αυτή είχε υποστηρίξει και η τότε υπουργός των Εξωτερικών Χίλαρι Κλίντον, χωρίς όμως, όπως αποδείχτηκε, αποτέλεσμα.

Ο πρώην υπουργός Αμυνας αναφέρει ότι θα έπρεπε να εξασφαλιστεί μια έστω περιορισμένης έκτασης στρατιωτική παρουσία στο Ιράκ ώστε να μην τεθεί σε κίνδυνο η εύθραυστη ισορροπία που κρατούσε ενωμένη τη χωρα, ενώ υπογραμμίζει ότι ακόμη και σήμερα θεωρεί ότι μια τέτοιου τύπου αμερικανική παρουσία θα μπορούσε να συμβουλεύσει αποτελεσματικά τον ιρακινό στρατό για τους τρόπους αντμετώπισης της ανασυντασσόμενης Αλ Κάιντα που αποτελεί τον βασικό πυρήνα των τζιχαντιστών. Από την πλευρά του, ο πρώην πρέσβης αναφέρει ότι στην Ουάσιγκτον είχε επικρατήσει η άποψη ότι το Ιράκ συνέχιζε να είναι πρόβλημα των στρατιωτικών, ενώ η σημασία που η Ουάσιγκτον απέδιδε στην αποχώρηση των αμερικανικών στρατευμάτων, πιέζοντας ακόμη και για την ψήφιση το 2009 του εκλογικού νόμου για τις εκλογές του επόμενου χρόνου ώστε αμέσως μετά να αρχίσει η αποχώρησή τους, είχε ως συνέπεια τη μείωση της επιρροής των ΗΠΑ στις εξελίξεις στη χώρα.

Και βέβαια είναι γνωστό ότι ο πρόεδρος Ομπάμα αποφάσισε την πλήρη απεμπλοκή των αμερικανικών δυνάμεων από το Ιράκ και για να διασκεδάσει τις αρνητικές εντυπώσεις της αμερικανικής και διεθνούς κοινής γνώμης που σε κάθε ευκαιρία έδειχνε την ενόχλησή της από την αμερικανική παρουσία στο Ιράκ, αλλά και γιατί μελετώντας τα οικονομικά στοιχεία είδε ότι η απόφαση του προκατόχου του Τζορτζ Μπους για την εισβολή στο Ιράκ στοίχισε υπέρογκα ποσά σε βάρος άλλων πολιτικών του αμερικανικού κράτους (βλ. αντιμετώπιση φυσικών καταστροφών, όπως ο τυφώνας Κατρίνα).

Για να γίνει καλύτερα αντιληπτό το μέγεθος του προβλήματος, ιδιαίτερα στη σημερινή δύσκολη οικονομικά περίοδο, αρκεί να αναφερθεί, όπως επισημαίνεται και σε πρόσφατο κύριο άρθρο της έγκριτης αμερικανικής εφημερίδας «Ουάσιγκτον Ποστ», ότι σύμφωνα με μια πολύ πρόσφατη μελέτη το κόστος των σημερινών επιχειρήσεων, που είναι σε σχέση με το παρελθόν μικρότερης διάρκειας και εμβέλειας, ανέρχεται ήδη σε ένα δισεκατομμύριο δολάρια.

Αναγκαίες πρωτοβουλίες

Η συνεχιζόμενη κρίση στο Ιράκ και στην ευρύτερη περιοχή οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ο τρόπος αντιμετώπισής της πρέπει να επανεξεταστεί. Η κρίση στο Ιράκ όπως και στη Συρία είναι μια κρίση πολιτικοκοινωνική που εκφράζεται και με στρατιωτικά μέσα και όχι απλώς μια στρατιωτική σύγκρουση. Η λύση της συνεπώς δεν είναι μόνο πρόβλημα των στρατιωτικών. Αντίθετα, προϋποθέτει και σημαντικές πολιτικές πρωτοβουλίες που δεν θα περιορίζονται σε ολιγοήμερες παύσεις πυρός και τίποτε περισσότερο.

Στο Ιράκ όπως και στη Συρία έχουν εδώ και καιρό καταστραφεί οι κοινωνικοί ιστοί των δυο κρατών αντίστοιχα, γεγονός που σημαίνει ότι κάθε ουσιαστική προσπάθεια αντιμετώπισης της κρίσης θα πρέπει να ξεκινά από τη διαμόρφωση μιας πρότασης συνολικής ανασυγκρότησης. Η μέχρι σήμερα έλλειψη μιας τέτοιας πρότασης δημιουργεί πρόσφορο έδαφος για την Αλ Κάιντα και τους υπόλοιπους τζιχαντιστές, που υπό το πρόσχημα της ισλαμικού τύπου ανασυγκρότησης αυξάνουν τη δύναμή τους.

Είναι κατανοητό ότι οι εξελίξεις κάνουν μια τέτοια προσπάθεια πολύ δύσκολη, αν όχι αδύνατη. Ομως την ίδια στιγμή την κάνουν και αναγκαία. Οπως απεδείχθη, οι πόλεμοι δεν αποτελούν λύση σε προβλήματα. Αντίθετα, στις περισσότερες περιπτώσεις τα διαιωνίζουν, τα διογκώνουν και τα πολλαπλασιάζουν. Ετσι παρά τους όποιους ενδοιασμούς και απογοητεύσεις, πρέπει να αναληφθεί μια νέα διεθνής πολιτική πρωτοβουλία για την αναζήτηση πολιτικής λύσης στην πράγματι τεραστίων διαστάσεων κρίση στο Ιράκ και στη Συρία. Με αυτό κατά νου η προχθεσινή σύσκεψη υπό τον πρόεδρο Ομπάμα στο Αμερικανικό Πεντάγωνο έχει σημασία για τη μελλοντική αντιμετώπιση των υπαρχουσών πλέον στρατιωτικών πτυχών της κρίσης, θα είχε όμως περισσότερη αν συνοδευόταν και από μια αντίστοιχη σύσκεψη πολιτικού-κοινωνικού τύπου και περιεχομένου.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Πολιτική
Με λέξεις-κλειδιά
Δημοσιεύματα/Αρθρα/Σχολιασμοί/Παρεμβάσεις
Συναντήσεις/Συμφωνίες/Συνομιλίες/Διαπραγματεύσεις
Μέση Ανατολή και αραβικός κόσμος