Έντυπη Έκδοση

Δημόσια και ιδιωτικά εγκλήματα

Το σύγχρονο ελληνικό δραματικό έργο δεν αποτελεί δομική επιλογή των θεσμικών φορέων ώστε να του δίνεται η ευκαιρία να δοκιμάζεται σε όσο το δυνατόν αρτιότερες (κρατικές) συνθήκες. Διάσπαρτο σε μεγαλύτερες ή μικρότερες σκηνές ή σε κατά συνθήκη σκηνές προσπαθεί να αρθρώσει λόγο, να ακουστεί, να δηλώσει την ύπαρξή του συνήθως με πενιχρά μέσα.

Αναλόγια όπου συνυπάρχουν έργα καθιερωμένων και πρωτοεμφανιζόμενων συγγραφέων διαφορετικών τάσεων και γραφής, παρά τις καλές προθέσεις, δεν υποκαθιστούν τις ολοκληρωμένες παραγωγές, ούτε φυσικά λειτουργούν με επαγγελματικούς όρους θεατρικής παραγωγής. Η απουσία επιτροπών από εγκεκριμένους θεατρολόγους, με εξειδίκευση στη δραματουργία, γίνεται ορατή τόσο σε απόπειρες αφιερωμάτων στη νεοελληνική δραματουργία κάποιων θεάτρων όσο και στις επιτροπές του υπουργείου Πολιτισμού που βραβεύουν πρωτοεμφανιζόμενους συγγραφείς.

Αναγκαστικά, απουσιάζει όχι μόνο ένα απόθεμα έγκυρης νεοελληνικής δραματουργίας που έχει υπεύθυνα αξιολογηθεί και από το οποίο μπορεί να αντληθεί υλικό για παραστάσεις, αλλά και η αναγκαία προώθηση με όλους τους πρέποντες όρους υλικοτεχνικής υποδομής ώστε να αναδειχτούν τα αντιπροσωπευτικότερα της εποχής μας δραματικά κείμενα.

Η σελίδα αυτή, στο μέτρο του δυνατού, αναζητά τη νεοελληνική δραματουργία σε ποικίλους χώρους στην προσπάθειά της να την κάνει γνωστή αλλά και αξιολογώντας τα επιμέρους δραματουργικά και παραστασιακά υλικά της. Δύο παραστάσεις σχετικά νέων δραματουργών μας εγκαινιάζουν τη χειμερινή περίοδο που μόλις άρχισε.

Δημήτρης Φοινίτσης,

«ΕΓΚΑΤΑλελειμμένοι - Σχεδίασμα Ι»

**Σκηνοθεσία: Δημήτρης Φοινίτσης «Εγκατα» Εκδόσεων Αιγόκερως

Ο Δημήτρης Φοινίτσης, ηθοποιός, θεατρολόγος με ειδίκευση στη σκηνοθεσία, δραματικός συγγραφέας με μεταπτυχιακές σπουδές στη δημιουργική γραφή και δημοσιογράφος, παρουσιάζει μια χειροποίητη παράσταση πάνω στο τελευταίο του έργο σε αντισυμβατικό όσο και στερούμενο σκηνικών προδιαγραφών φιλόξενο χώρο της αποθήκης των εκδόσεων «Αιγόκερως».

Το έργο «Εγκαταλελειμμένοι» ανήκει στην ευρεία κατηγορία του θεάτρου ντοκουμέντου όπως έχει αναδιαμορφωθεί στη σύγχρονη εποχή, αφού το πραγματικό γεγονός που αποτελεί τη ραχοκοκαλιά του εμπλουτίζεται ελεύθερα από στοιχεία μυθοπλασίας, στη λογική των έργων «Wolfgang» του Γιάννη Μαυριτσάκη ή «Sabine Χ» του Μανώλη Τσίπου που ανέβηκαν παλαιότερα στο Εθνικό Θέατρο. Στην προκειμένη περίπτωση, έναυσμα αποτελεί η αυτοκτονία «μέσω συνεργού» μιας γυναίκας που εδώ δραματοποιείται ελεύθερα αναπτύσσοντας σε έξι εικόνες την τυχαία γνωριμία της Γυναίκας (Ελάφι) και του Αντρα (Λύκου) έως την τελική κατάληξη της επιζητούμενης αυτοκτονίας-δολοφονίας της πρώτης από τον δεύτερο. Μεταξύ των σκηνών παρεμβαίνουν μαρτυρίες έξι προσώπων στο δικαστήριο καθώς και η ζωντανή σύνδεση με ρεπόρτερ που καλύπτει την υπόθεση και την κατάληξή της στη Δικαιοσύνη αρκετά χρόνια μετά.

Αρτια δομημένο, χωρίς περιττολογίες ή πλατειασμούς, καίριο και περιεκτικό, με εναλλαγές στη γλώσσα των μαρτύρων που του δίνει πολυγλωσσία, το έργο κρατάει αμείωτο το ενδιαφέρον του θεατή παρ' όλο που από πολύ νωρίς φαντάζεται την απόληξη της σχέσης των δύο προσώπων.

Δύο δοσμένοι στους ρόλους τους ηθοποιοί, η Ιουλία Σιάμου και ο Χρυσοβαλάντης Κωστόπουλος, διαγράφουν ανάγλυφα, με λιτά μέσα και χωρίς τη βοήθεια τεχνικών υποδομών και σε περιορισμένο χώρο, την πορεία της σχέσης των δύο προσώπων. Ο δυναμισμός στο λόγο και τις εκφράσεις της Σιάμου δεν προδιαθέτει για την αυτοκτονική επιθυμία εκείνης εντείνοντας τις αμφιβολίες του θεατή· εξάλλου, αυτό το δυναμισμό της και το αδίστακτο του χαρακτήρα θα χρησιμοποιήσει για να επιτύχει το ποθούμενο τέλος. Απέναντί της, ο Κωστόπουλος αποδίδει άψογα τον στενοκέφαλο σεκιουριτά που αποδεικνύεται σε καταπιεσμένο και ερωτικά στερημένο άντρα με τις κατάλληλες κυρτώσεις του σώματος και τις διαβαθμίσεις της φωνής.

Ατυχώς, οι δύο ηθοποιοί θα κληθούν να ερμηνεύσουν στο παραπλήσιο δωμάτιο και τα άλλα επτά πρόσωπα-μάρτυρες στο δικαστήριο, όπως και τον ρεπόρτερ που κανονικά προβλέπονται να εμφανίζονται βιντεοσκοπημένα. Η απουσία τεχνολογικής υποδομής και ο ανύπαρκτος προϋπολογισμός οδήγησαν σε εκπτώσεις που λειτούργησαν σε βάρος του έργου -που γι' αυτό ίσως υποτιτλοφορείται «Σχεδίασμα Ι»- ενώ οι εμβόλιμες κινησιακές εικόνες με τις μάσκες ελαφιού-λύκου που φορούν οι ηθοποιοί και κάποια μικρά σκηνοθετικά ευρήματα δεν μπόρεσαν να αναπληρώσουν την εμφανή «υποβάθμιση» του κειμένου. Ευχή να ανασχεδιαστεί σε πλήρη παράσταση.

Το κείμενο κυκλοφορεί σε καλαίσθητη έκδοση από τον «Αιγόκερω».

Μαρία Τρανού,

«Ο Εφορος και οι Κόρες»

**Σκηνοθεσία: Κλεώνη Φλέσσα Θέατρο του Νέου Κόσμου - Κάτω Χώρος

Εξυπνη η ιδέα να θίξει κανείς τα κακώς κείμενα της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας και ειδικά το οικονομικό «κυνήγι» των πολιτών από ένα αδέκαστο κράτος, μεταφέροντας τη δράση στη φύση όπου καταφεύγουν για να ζήσουν οι εξαθλιωμένοι αστοί κυνηγημένοι από τους εφόρους-εκπροσώπους της εξουσίας. Ακόμη πιο έξυπνη η ιδέα να μετατρέψει κανείς αυτό το «κυνήγι» σε βουκολικό σατυρικό δράμα, χρησιμοποιώντας τις τεχνικές της ρίμας και του παραδοσιακού δεκαπεντασύλλαβου. Αυτό επιχείρησε η φιλόλογος, με σπουδές στη θεατρική γραφή στο Λονδίνο, Μαρία Τρανού. Εγχείρημα, ωστόσο, παράτολμο που ίσως μόνο ο αιρετικός Μποστ έχει πετύχει.

Πράγματι, ο δεκαπεντασύλλαβος για να λειτουργήσει θέλει ακρίβεια στην επιλογή λέξεων, ευστοχία στην απόδοση του νοήματος, και, σήμερα πλέον, οικονομία στο λόγο. Φοβάμαι ότι η συγγραφέας δεν απέφυγε πλεονασμούς και άστοχες λέξεις προκειμένου να πετύχει τη ρίμα, ενώ συχνά αισθανόσουν τους ηθοποιούς ότι δεν μπορούσαν να ελέγξουν την ανάσα τους έως ότου ολοκληρώσουν ένα νόημα, άλλοτε ταχυλογώντας με αποτέλεσμα το μη κατανοήσιμο και άλλοτε σπάζοντας τη ροή σε ατυχή σημεία. Επιπλέον, οι όσες επιτυχείς ατάκες χάνονταν σε πλεονασμό λέξεων, ενώ η πρόκληση γέλιου στο οποίο στοχεύει σκωπτικά το κείμενο ήταν σπάνια.

Πιστεύω ότι οι τέσσερις ηθοποιοί (Σοφία Μανώλη, Ιζαμπέλα Κυριαζή, Κώστας Σιλβέστρος, Βασίλης Τσιγκριστάρης) παρά τις δυσκολίες που έπρεπε να αντιμετωπίσουν, επεδίωξαν το καλύτερο αποτέλεσμα. Δεν είμαι σίγουρος ότι η σκηνοθεσία της Κλεώνης Φλέσσα, ειδικά στη διδασκαλία του έμμετρου λόγου, τους βοήθησε αποτελεσματικά. Ωστόσο, θα επαινέσω ανεπιφύλακτα το εικαστικό μέρος της παράστασης της Αρτέμιδος Φλέσσα με το στρωμένο με κόκκινα φύλλα δάπεδο, τα κοστούμια, τις κατασκευές ελαφιού και αλόγου που ανέδιδαν ποίηση σε συνδυασμό με τους φωτισμούς του Περικλή Μαθιέλη και τις μουσικές παρεμβάσεις του Θοδωρή Οικονόμου.

Ιδιαίτερη μνεία αξίζει αφ'ενός στις μάσκες ζώων-προγράμματα που βρίσκονταν στις θέσεις των θεατών, όπως και στο υψηλής αισθητικής άρτιο πρόγραμμα με το κείμενο και σχέδια του Θοδωρή Κωβαίου, από ανακυκλωμένο χαρτί, των εκδόσεων «Απαρσις».

* Καθηγητής Σημειωτικής της Παράστασης και Θεωρίας της Επιτέλεσης στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πατρών

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Με λέξεις-κλειδιά
Κριτική θεάτρου
Θέατρο