Έντυπη Έκδοση

Η ξενομανία κυριαρχεί στην ελληνική σκηνή

Η Χρύσα Καψούλη, σκηνοθέτις της παράστασης «Αγριες Νότες», που εγκαινίασε το Φεστιβάλ ελληνικού θεατρικού έργου 21ου αιώνα στο «Αγγέλων Βήμα»

Οι πόρτες του θεάτρου «Αγγέλων Βήμα» άνοιξαν την περασμένη Δευτέρα, όπου το Φεστιβάλ διαρκείας ελληνικού θεατρικού έργου 21ου αιώνα εγκαινίασαν οι «Αγριες Νότες» της Νίνας Ράπη, σε σκηνοθεσία της Χρύσας Καψούλη.

Τζιμάρας Τζανάτος, Μάνος Καρατζογιάννης, Χριστίνα Χειλά-Φαμέλη, Αθηνά Μαξίμου Τζιμάρας Τζανάτος, Μάνος Καρατζογιάννης, Χριστίνα Χειλά-Φαμέλη, Αθηνά Μαξίμου Μια σημαντική προσπάθεια στήριξης και ανάδειξης του ελληνικού θεατρικού κειμένου σε μια ελληνική πραγματικότητα που δεν εμπιστεύεται εύκολα την ελληνική πένα, παρ' όλο που, σύμφωνα με τη Χρύσα Καψούλη, υπάρχει πληθώρα ελληνικών έργων πολύ υψηλού επιπέδου.

Οι «Αγριες Νότες» ξεχωρίζουν ως μια οργουελικού τύπου αλληγορία, ένα βαθύ πολιτικό σχόλιο, που στηλιτεύει τον κλοιό μέσα στον οποίο ζούμε και τους μηχανισμούς θεσμικής προπαγάνδας που μας έχουν σε μόνιμη καταστολή. «Σε αυτό το έργο περιέχεται όλη η ελληνική ιστορία, υπάρχουν πάρα πολλά ψήγματα προσωπικοτήτων ανθρώπων από πολύ παλιά μέχρι σήμερα», υποστηρίζει η σκηνοθέτις.

Αμέσως μετά το τέλος της παράστασης και λίγο πριν αρχίσουν οι πρόβες για το επόμενο έργο του Φεστιβάλ, η Χρύσα Καψούλη μάς υποδέχτηκε στο φουαγέ του θεάτρου και μας μίλησε για την ξενομανία του Ελληνα, την αλλοτρίωση που διέπει την εποχή μας, το φασισμό και φυσικά την τέχνη που όταν γίνεται σωστά τρομοκρατεί πάντα την εξουσία.

«Γίνεται μια πολύ μεγάλη προσπάθεια τα τελευταία χρόνια να υπάρξει ελληνικό έργο», σύμφωνα με τη σκηνοθέτιδα. «Εχουμε πάρα πολλούς συγγραφείς, αλλά δεν ανεβαίνουν τα έργα, καθώς το κοινό προτιμά να πάει να δει έναν Αγγλο συγγραφέα, έναν Αμερικανό, έναν Σουηδό, έναν Δανό. Οι Ελληνες γενικά είμαστε ξενομανείς και έχουμε την αντίληψη ότι τα ελληνικά έργα είναι κάτι παρακατιανό. Από το 2004 επιμένω με ελληνικά έργα ως DameBlanche και Χρύσα Καψούλη. Οπως όταν δεν φοράμε ελληνικά ρούχα δεν έχουμε ελληνική μόδα, έτσι κι όταν δεν ανεβάζουμε ελληνικά έργα δεν μπορούμε να βρούμε την ταυτότητά μας».

- Τα δυστοπικά περιβάλλοντα επιστρέφουν και απαντώνται σε ένα ευρύ φάσμα τεχνών. Πού αποδίδετε αυτή την τάση;

«Αυτό συμβαίνει γιατί οι δυστοπίες τείνουν να γίνουν μια πραγματικότητα. Επικοινωνούμε και γνωριζόμαστε μέσω Διαδικτύου και δεν βγαίνουμε να πούμε δυο λόγια με ένα φίλο. Πρέπει να επαναξιολογήσουμε τα πράγματα. Εγώ πιστεύω στην επαφή και τον άνθρωπο, γι' αυτό και στην παράστασή μου υπάρχει έντονη σωματικότητα. Ο πυρήνας του θεάτρου για μένα είναι ο άνθρωπος».

- Υπάρχει παρακράτος στην Ελλάδα -και αν ναι, ποια είναι η ισχύς του;

«Στην Ελλάδα υπάρχει μόνο παρακράτος! Ερχεται κάποιος και σου λέει "είμαι χορηγός και σου δίνω τόσα" κι εσύ εκείνη τη στιγμή λες "πού τα βρήκες;". Ολο αυτό το δίκτυο που λειτουργεί κάτω από την κοινωνία και όλα αυτά τα νήματα τα πολιτικά και τα φασιστοειδή είναι συνδεδεμένα απόλυτα με το οικονομικό κομμάτι. Στην παράσταση η φιγούρα του φύλακα ενσαρκώνει ξεκάθαρα μια φασιστοειδή φιγούρα. Την ίδια στιγμή που δείχνει να αγαπάει την κόρη του, είναι ικανός να σκοτώσει. Εχει την αφέλεια ενός επαρχιώτη και την ίδια στιγμή είναι αδίστακτος και τελικά δεν είναι παρά ένα όργανο που κοιτάει να κάνει τη δουλειά του και ενδιαφέρεται μόνο για τον εαυτό του. Είναι όμως στην ανθρώπινη φύση».

- Θα μπορούσαμε δηλαδή να δικαιολογήσουμε τη μορφή του φασίστα φύλακα; Δικαιολογείτε τους ψηφοφόρους της Χρυσής Αυγής;

«Οχι. Απλά συνήθως λέμε "Αυτός είναι ένας πάρα πολύ καλός άνθρωπος, πώς είναι δυνατόν να μας λέει για τη Χρυσή Αυγή;". Ο φασισμός είναι τόσο βαθιά ριζωμένος, που ενώ ο άλλος σου λέει απέχω από αυτό, όλες οι πράξεις και οι κινήσεις του τείνουν στο φασισμό. Πιστεύω πως σε αυτό το έργο περιέχεται όλη η ελληνική ιστορία. Βλέπουμε μια τεράστια διαδρομή μέσα από τέσσερις διαφορετικές γενιές, όπως και οι ηθοποιοί μας».

- Την ίδια στιγμή που το έργο μοιάζει να είναι άχρονο, δίνετε έστω και αφηρημένα ένα χρονικό στίγμα.

«Επαιζα με αυτό. Αν ακολουθείς εντελώς το ρεαλισμό, το κοινό αισθάνεται ότι το έργο δεν το αφορά και εγώ ήθελα να πατήσω σε σημεία ιστορικά για να βάλω τον κόσμο μέσα σε αυτό».

- Τρομάζει η τέχνη την εξουσία;

«Αναλόγως από ποια πλευρά βρίσκεται ο καλλιτέχνης και τι τέχνη κάνει. Αν παίξω για παράδειγμα εγώ μουσική, δεν θα συγκλονιστεί ο κόσμος, δεν θα σωθούν οι άνθρωποι που πνίγονται στο Αιγαίο. Το βέβαιο είναι ότι μπορούμε να κάνουμε πράξεις που μέσα από την τέχνη μπορούν να είναι φορτισμένες πολιτικά. Θεωρώ ότι το έργο μου συνιστά πολιτική πράξη, όπως και οι performances στις πλατείες. Οταν ενώνονται οι άνθρωποι αποκτούν αυτόματα ισχύ».

- Τότε γιατί όλη αυτή η αδράνεια;

«Γιατί μας αρέσει να έχουμε το σπίτι μας, το αυτοκίνητό μας, μας αρέσει να περνάμε καλά. Ο καπιταλισμός νίκησε. Είμαστε αθεράπευτοι καταναλωτές. Αυτή είναι η νίκη του καπιταλισμού. Γι' αυτό είμαστε σε ένα μεγάλο πόλεμο, όχι με όπλα, αλλά με την οικονομία».

- Σε τι εξυπηρετούσε η επίφαση της διαδραστικότητας στην παράσταση;

«Δεν θέλω να είναι παθητικός ο θεατής στις παραστάσεις μου. Θέλω με κάποιον τρόπο να συμμετέχει και να αισθάνεται ότι μπορεί να επηρεάσει το έργο».

i info

Η παράσταση της Χρύσας Καψούλη ανεβαίνει κάθε Δευτέρα και Τρίτη στις 8.00 στη σκηνή του «Αγγέλων Βήμα» (Σατωβριάνδου 36).

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Με λέξεις-κλειδιά
Θέατρο
Συνεντεύξεις
Παραστάσεις