Έντυπη Έκδοση

Αριθμητική ισοπέδωση της πολιτικής

Σε χώρες στις οποίες δεν ισχύει η άμεση εκλογή αρχηγού του κράτους, όπως στη Γερμανία, το ζήτημα της προεδρικής εκλογής σπανίως προκαλεί πολιτική ένταση. Ενα τέτοιο πολιτειακό γεγονός αναδεικνύει απλά υφιστάμενους συσχετισμούς δυνάμεων στον πολιτικό όσο και τον κοινωνικό χώρο, επιβεβαιώνοντας εκ νέου έναν κανόνα ισορροπίας του πολιτικού συστήματος.

Μολονότι στη χώρα μας ο Πρόεδρος του κράτους έχει αποστερηθεί τις αρμοδιότητες που του καθόριζε πριν από την αναθεώρησή του το ισχύον Σύνταγμα, η επικείμενη προεδρική εκλογή έχει προκαλέσει μια πρωτοφανή ένταση στο πολιτικό σκηνικό. Από τις αρχές ήδη αυτού του χρόνου σωρεύεται ένα εκρηκτικό δυναμικό πολιτικής οξύτητας, λόγω του οποίου φαντάζει απίθανη οποιαδήποτε απόπειρα συναίνεσης, άκρως αναγκαίας σήμερα για κρίσιμης σημασίας ζητήματα, όπως η υπερχρέωση του Δημοσίου που έφερε την κοινωνία στα όρια επιβίωσής της.

Το σημερινό πολιτικό σκηνικό, παρά τις εντός Κοινοβουλίου δυσαναλογίες του, αντανακλά φαινόμενα, αντίστοιχα εκείνων της πρώτης προεδρικής εκλογής του Κωνσταντίνου Καραμανλή (1980), όταν εγκαινιάσθηκε ουσιαστικά (και αριθμητικά) η διαδικασία ανάδειξης αρχηγού κράτους από την εθνική αντιπροσωπεία. Ο «εθνάρχης» της τότε Δεξιάς εκλέχτηκε τελικά με τα 3/5 του συνόλου των μελών της εθνικής αντιπροσωπείας, αποσπώντας ψήφους από βουλευτές και άλλων κομμάτων. Ορισμένοι δε εξ αυτών αμείφθηκαν άμεσα με ανταλλάγματα, όπως ο Κ. Μητσοτάκης που ορίσθηκε εν συνεχεία υπουργός Εξωτερικών στην κυβέρνηση Γεωργίου Ράλλη.

Τα αίτια της κλιμακούμενης καθημερινά έντασης δεν έχουν προηγούμενο εν σχέσει με την ανάδειξη νέου Προέδρου, όπως βεβαίως και οι πρωτόγνωροι για την Ελλάδα συσχετισμοί δυνάμεων σε κυβερνητικό, πολιτικό και κομματικό επίπεδο. Θεωρώντας αναλυτικά τις συνθήκες που οδήγησαν σταδιακά στην υφιστάμενη πόλωση γύρω από το προεδρικό ζήτημα, η τελική κατάληξη επικεντρώνεται σε δύο βασικά δεδομένα: η μεν κυβερνητική πλειοψηφία επιζητεί τρόπους συγκέντρωσης προεδρικών ψήφων για αποφυγή των πρόωρων εκλογών, η δε αντιπολίτευση επιχειρεί να ματαιώσει την ανάδειξη Προέδρου σύροντας με τούτο τα συγκυβερνώντα κόμματα στην κάλπη. Εν προκειμένω και οι δύο πλευρές δεν καθοδηγούνται στην επιλογή τους από τη συνταγματική επιταγή, που θέλει ο αρχηγός του κράτους να εκλέγεται με τη μέγιστη δυνατή πλειοψηφία από το εθνικό Κοινοβούλιο. Ενώ όμως το Σύνταγμα προτρέπει σε σύγκλιση θέσεων και επιλογών προκειμένου για μια εθνική προσέγγιση στο θέμα της προεδρικής εκλογής, το ίδιο προβλέπει παραδόξως και την «ποινή» των πρόωρων βουλευτικών εκλογών στην περίπτωση αδυναμίας εκλογής νέου Προέδρου. Τούτο ουδέποτε συνέβη μεν ώς τώρα, αυτή τη φορά όμως φαίνεται πως η «ποινή» επικρέμαται ήδη.

Το αίτημα διεξαγωγής πρόωρων βουλευτικών εκλογών δεν συνδέεται όμως μόνο με την προεδρική εκλογή, καθώς τούτο προβάλλει ως ζητούμενο και από την ίδια την κοινωνία. Στην πορεία της τρέχουσας κρίσης, η κατάσταση στον κοινωνικό χώρο έχει φθάσει πλέον στο απροχώρητο και οι ενδείξεις (δημοσκοπήσεις κ.ά.) αναφέρουν ήδη απώλεια λαϊκής «δεδηλωμένης» για την υφιστάμενη συγκυβέρνηση. Αντί όμως οι κυβερνητικοί εταίροι να επικεντρώνουν την πολιτική τους στην ουσιαστική αντιμετώπιση των προβλημάτων επιβίωσης σχεδόν του μισού μιας κοινωνίας πενήτων, όπως την παρουσιάζουν επίσημες καταγραφές στοιχείων, οι ίδιοι ασκούνται σε μια αριθμητική εξίσωση του προεδρικού ζητήματος, ισοπεδώνοντας κάθε έννοια του πολιτικού. Η αντιπολίτευση, αφ' ετέρου, δείχνει να επαφίεται στην επενέργεια μιας άλλης αριθμητικής, εκείνης που προσφέρουν οι δημοσκοπήσεις και στη βεβαιότητα αδυναμίας εξεύρεσης των «25», όσων δηλαδή ψήφων αναζητεί εναγωνίως η συγκυβέρνηση για αποφυγή πρόωρων εκλογών. Κάτι που δεν «θα καταστρέψει ασφαλώς ό,τι πετύχαμε με κόπους και θυσίες», διότι τίποτε ανάλογο δεν συνέβη. Εκείνο που επετεύχθη, είναι απλά η καταβολή των δόσεων σε δανειστές και δη με νέα δανεικά. Ετσι όμως δεν παράγεται πολιτική αλλά ανακυκλώνεται μια στείρα αριθμητική επιζητώντας το ανιαρό εξαγόμενο του «180 - 155 = ... 24, 23, 22, 21 και ό,τι ήθελε προκύψει».

Οι συγκυβερνώντες επιμένουν ωστόσο να παραδίδουν και μαθήματα διαπραγματευτικής τακτικής σε αντιπάλους και μη, τα οποία ουδέποτε οι ίδιοι θα εφάρμοζαν, πριν παραδώσουν τη διακυβέρνηση μέσα από διαδικασίες λαϊκής ετυμηγορίας. Η νέα κοινοβουλευτική πλειοψηφία που θα στηρίξει μια νέα κυβέρνηση επιβάλλεται να είναι αυτόθι εκείνη που θα αναδείξει στο αξίωμά του και το νέο Πρόεδρο του κράτους.

Στο πλαίσιο μιας ενδημικής ανούσιας προεδρολογίας γίνεται συχνά λόγος για εκλογή του Προέδρου «από το λαό» με αλλαγή συνταγματικών άρθρων. Τούτο θα επέφερε μια επί πλέον έντονη αντιπαράθεση χωρίς μάλιστα κανένα νόημα, καθ' ότι ο Πρόεδρος του κράτους περιορίζεται ήδη σ' ένα συμβολικό πλέον ρόλο. Εκείνο που θα μπορούσε να αναβαθμίσει τον προεδρικό θεσμό, ίσως να ήταν η εισαγωγή του γερμανικού συστήματος. Κατά το οποίο, πέραν των βουλευτών, στην προεδρική ψηφοφορία μετέχει και ίσος αριθμός αντιπροσώπων από διάφορους κοινωνικούς χώρους (αυτοδιοίκηση, οικονομία, συνδικάτα, εκκλησίες κ.ά.). Τούτο θα προσέδιδε ενισχυμένη αντιπροσωπευτικότητα στο θεσμό, αναδεικνύοντας τη σημασία του προεδρικού αξιώματος, ο ιδιαίτερος συμβολισμός του οποίου είναι σημαντικός κατά τη μετάδοση μηνυμάτων πανεθνικής εμβέλειας και ομοψυχίας. Ανεξάρτητα δε της βαρύτητας του θεσμικού ρόλου, κάτι που συνδέεται με την προσωπικότητα εκείνου που τον ασκεί, δεν επιτρέπεται να εξαντλείται τούτος σε επικύρωση διαταγμάτων ή να επιδίδει απλώς ο Πρόεδρος παράσημα και ξίφη σε νέους αξιωματικούς των ενόπλων δυνάμεων.

ΥΓ. Προς συνταγματολόγους κ.ά. «ειδικούς»: Μήπως θα έπρεπε κάποτε να απαλειφθεί ο (επιεικώς) αδόκιμος όρος «Πρόεδρος της Δημοκρατίας», διότι τέτοιος απλά δεν μπορεί να υφίσταται; Διότι η δημοκρατία είναι μορφή πολιτεύματος και όχι θεσμός. Καθιερώνοντας τον όρο Πρόεδρος του κράτους, όπως τούτο ισχύει σε άλλες χώρες, ήτοι Republikpresident, αποδίδεται κατ' ουσίαν και το ακριβές περιεχόμενο του όρου. Η έννοια Republik δεν σημαίνει δημοκρατία αλλά πολιτεία, η οποία και προήλθε από την κατάργηση της μοναρχίας.

* Δημοσιογράφος, πολιτικός επιστήμων tzortzis.jan@gmail.co

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Πολιτική
Στη στήλη
Ανάλυση στα γεγονότα