Έντυπη Έκδοση

Οι πεταλούδες είναι ελεύθερες...

Τι έγραφα πριν από λίγο καιρό για το «κατσιβέλικο» καλοκαιράκι, τις ζεστές μέρες του Οκτώβρη μετά τα πρωτοβρόχια;

Αυτό απολαμβάνω εδώ στην «άγρια-ελληνική-δύση» και πολύ χαίρομαι! Μοσχοβολάει η φύση τη... σήψη της, μια αποφορά από οικείες χημείες που ανακυκλώνουν με πυγμή το χρόνο. Κάποιοι κάνουν μπάνια ακόμα στις παραλίες, αυτές που βγήκαν στο σφυρί υπογείως και αδιαφανώς. Δεν τους λες «χειμερινούς κολυμβητές», «φθινοπωρινοί» είναι μάλλον, σε μια θάλασσα που παραμένει αιωνίως καλοκαιριάτικη. Παρ' όλ' αυτά, ευχήθηκα «καλό χειμώνα» τις προάλλες στον οπωροπώλη μου, όταν είδα τις τροφαντές μάπες στα καφάσια του να προκαλούν! Διότι ο χειμώνας αρχίζει ακριβώς μόλις κόψεις την πρώτη λαχανοσαλάτα, την πασπαλίσεις σκορδάκι και τη λούσεις με μπόλικο λεμόνι από τα μυρωδάτα της αυλής, που πήρανε μπροστά και φέτος.

Μαζέψαμε καρύδια, σφραγίσαμε βαρέλια και είμαστε έτοιμοι για τις χαρές που περιμένουν, αλκοολούχες και γλυκοκαρυδάτες! Η τελετουργία αυτή ομορφαίνει τον καιρό, υπάρχει ένα πρωτόκολλο στις ζωές των χωρικών που ακολουθείται χωρίς εκτροπές, διότι διαφορετικά εκδικείται. Η γειτόνισσα έστρωσε κλώσα με δεκαπέντε αβγά, σε 21 μέρες «νταν» βγήκαν πέντε μωρά και τα χάρισε στη φιλενάδα μου. Είναι κουκλιά τα άτιμα, το ένα είναι κουτσό, δεν ξέρω αν θα περπατήσει, μπορεί να το τάξουμε στον Αϊ-Νικολάκη του λόφου... Ας είναι, του χρόνου τέτοιο καιρό θα έχουν μεγαλώσει, μπορεί να κλωσάνε κι αυτά κι εμείς αλλιώς θα είμαστε, θα έχουμε νέο Πρόεδρο της Δημοκρατίας, θα έχουμε κι άλλη κυβέρνηση, οι κοτούλες μπορεί να είναι πιο ευτυχισμένες, να τρώνε πια φτηνό αραποσίτι... Εγώ όμως θα παραμείνω έτσι όπως είμαι.

Μου αρέσει αυτή η κατάσταση... πολυτελείας στην οποία διατελώ, ήσυχη και «ευκολοχόρταστη»... Για να χορτάσω, όμως, δρόμο πήρα και δρόμο άφησα και το φιλοσοφούσα το θέμα. Φοβόμουν πολύ στα μικράτα μου σκιές, φαντάσματα, θεριά και ερπετά. Από όλα τα φοβικά μου το τρομακτικότερο όλων ήταν εκείνη η απειλή της μάνας, όταν δεν της καθόμουν σαν καλή κόρη. «Μωρή», έλεγε, «θα σε χώσω μέσα στη βράκα της κατσιβέλας...». Είχαμε μια κατσιβέλα που ερχόταν σπίτι και διακόνευε. Ομορφη και γελαστή, φορούσε εμπριμέ σαλβάρι και ωραία μαντίλα που την έλεγε τσεμπέρι. Η μαμά τής έδινε φρούτα, λαδάκι, κανένα κεσέ ξινόγαλα. Κι εκείνη με μαγικές κινήσεις τα έχωνε στη βράκα της. «Πώς τα χωράει;», ρωτούσα τη μαμά κι εκείνη έλεγε: «Κι εσένα χωράει άμα θέλει!». Τρόμαζα στην εκδοχή να βρεθώ μέσα στο σαλβάρι κι ανατρίχιαζα με την υπόθεση να ανεχθώ τις μυρωδιές που αναδίδονταν εκεί... Η κατσιβέλα βέβαια λαμποκοπούσε πάστρα. Είχε βαμμένα τα δάκτυλα στα χέρια με κνα όλο το χρόνο, και τα πανωφόρια της μοσχοβολούσαν πράσινο σαπούνι. Κάποια στιγμή την έχασα και μ' έχασε, έφυγα από το πατρικό κι όταν έπειτα από χρόνια επέστρεψα, έμαθα πως είχε πεθάνει τυφλή από ζάχαρο... Τα εγγόνια της προκόψανε, όμως, έχει κι ένα δισέγγονο που σπούδασε φαρμακοποιός, όπως έλεγε η μαμά...

Τα κλειστοφοβικά τα ξεπέρασα με τα χρόνια, έχω να δω σαλβάρι φορεμένο από τότε, στα ενδιάμεσα δούλεψα με αμφιβολίες και φόβους και το αποτέλεσμα είναι μοιραίο... Με το κατσιβέλικο καλοκαιράκι προσώρας αισθάνομαι χαλαρά, λες και μπήκα οικειοθελώς στη βράκα της Φικριέ... Μοσχοβολάει, πάνω απ' το κεφάλι μου πετούν ψυχαράκια και πεταλούδες λογιώ λογιώ και δεν φοβάμαι! Τις βλέπω κι αναρωτιέμαι αν ήρθαν από την Κίνα... Αν είναι αυτές δηλαδή που «το πέταγμά τους» στη χώρα... της ομάδας της Σανγκάης προκάλεσε τον «τυφώνα» που μας πήρε και μας σήκωσε στη Δύση! Δεν το πιστεύω... Αυτά τα ανόητα νεοφαντασιακά των αγορών δεν έχουν καμία σχέση με τα δικά μας φορτία. Οι γκρίζες πεταλούδες που μαζεύονται στην αυλή είναι ψυχαράκια, ψυχές που κάνουν τσάρκα σε τόπους ζωντανών το φθινόπωρο, μέχρι να βγουν οι καλικάντζαροι. Ξέρω ακόμα πως όσο κι αν πετάξουν κι αυτές και οι πλουμιστές κανένα τυφώνα δεν προμηνύουν! Χορεύουν τα χαρμόσυνα κι ο κήπος συνοδεύει τις φούρλες τους τρυφερά... Οι πεταλούδες μέσα στο μικρό καλοκαιράκι είναι ελεύθερες και ωραίες!

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Στη στήλη
Μεθοριακά