Έντυπη Έκδοση

«Η Ρουμανία της καρδιάς μου»

Η Δήμητρα Στασινοπούλου από το 1994 ζει και εργάζεται στη Ρουμανία, από όπου και ξεκίνησε ναυπηρετεί την τέχνη της φωτογραφίας με το πάθος του ερασιτέχνη και τη ματιά του επαγγελματία, καταγράφοντας τόπους που δεν σάρωσαν οι άνεμοι του Δυτικού πολιτισμού, δημιούργησε μια σειρά μοναδικών άλμπουμ με πρώτο το φωτογραφικό πανόραμα της δεύτερης πατρίδας της. Στιγμιότυπα οικεία στην ίδια αλλά και στους χιλιάδες Ελληνες που ήταν και είναι κομμάτι της ιστορίας της γειτονικής χώρας

Λαμπρές προσωπικότητες Ελλήνων αστών εγκατεστημένων στη Ρουμανία μεγαλούργησαν κι έστησαν «χρυσές» γέφυρες μεταξύ των δύο φίλων λαών. Πολλοί από αυτούς ευεργέτησαν την πατρίδα στα δύσκολα χρόνια του νεοσύστατου ελληνικού κράτους ** Σήμερα ζουν στη Ρουμανία οργανωμένοι σε 22 κοινότητες 5.500 «παλιοί Ελληνες». Επίσης άλλοι 3.000 που μιλούν ελληνικά και έλκουν την καταγωγή τους από τους ομοεθνείς τους τού 18ου αιώνα, αλλά δεν μπορούν να το αποδείξουν εγγράφως

Υπάρχουν στιγμές στη ζωή που αισθάνεσαι την ανάγκη να μοιραστείς αυτά που είναι πολύτιμα για σένα. Αγαπάς μια χώρα όταν αγαπάς τους ανθρώπους της, και είναι αυτοί ακριβώς οι άνθρωποι που εμπνέουν βαθιές φιλίες και σε κάνουν να αισθάνεσαι τη χώρα τους δεύτερη πατρίδα. Οι φωτογραφίες αυτές είναι ένα ταξίδι ζωής που οδήγησε στην ανακάλυψη μιας χώρας, μιας δεύτερης πατρίδας, μέσα από στιγμές της καθημερινότητας, τα τοπία, μα πάνω από όλα τους ανθρώπους, που στα βλέμματά τους καθρεφτίζεται η Ρουμανία της παράδοσης και της προοπτικής.

«Η Ρουμανία της καρδιάς μου», που εκδόθηκε το 2005, είναι ένα φωτογραφικό λεύκωμα με εικόνες από τη Ρουμανία, μέσα στο οποίο επιχείρησα να «χωρέσω» όλη μου την αγάπη για τη χώρα αυτή, που με συγκίνησε με την απλότητα, την ομορφιά και την ευρύχωρη φιλοξενία της. Τα 4.000 αντίτυπα διατέθηκαν δωρεάν, τόσο στην Ελλάδα όσο και στη Ρουμανία. Απώτερος σκοπός της έκδοσης ήταν να συμβάλει, με τις μικρές της δυνάμεις, αφ' ενός στη διαμόρφωση μιας νέας εικόνας για τη χώρα της Ρουμανίας, που παρά τα προβλήματά της διατηρεί ακόμη ανέπαφη την αξιοπρέπεια των ανθρώπων της και την ομορφιά του φυσικού και αστικού τοπίου της, και αφ' ετέρου στη βελτίωση της κατανόησης μεταξύ του ελληνικού και του ρουμανικού λαού, οι οποίοι άλλωστε μοιράζονται ιστορικούς δεσμούς εδώ και χιλιάδες χρόνια.

Σε μία εποχή που η Ρουμανία εκμοντερνίζεται και παγκοσμιοποιείται -δεν είναι άλλωστε τυχαίο το ότι πλείστοι Ελληνες δραστηριοποιούνται και πάλι επιχειρηματικά στη χώρα- θεωρώ καθήκον όσων την αγαπάμε να προσπαθήσουμε να διαφυλάξουμε το ανθρώπινο πρόσωπό της, το φυσικό και πολιτιστικό της περιβάλλον, οικείο εξάλλου σε εμάς τους Ελληνες, καθώς ανακαλεί στη μνήμη μας μία περασμένη Ελλάδα, τη λεγόμενη εποχή της «αθωότητας», οπότε το φτωχό και επίπονο παρόν απλά ενέτεινε τις προσδοκίες και την αισιοδοξία για τις δυνατότητες που πρόβαλλαν στο μέλλον.

Υπάρχουν μεγάλες ομοιότητες μεταξύ των λαών της Ελλάδας και της Ρουμανίας, δεν είναι τυχαίο ότι οι στενές σχέσεις αλληλεπίδρασης μεταξύ τους υφίστανται ήδη από τα χρόνια της απώτατης αρχαιότητας. Στην ιστορική αναδρομή που ακολουθεί προσπάθησα να συνοψίσω αυτούς τους ιστορικούς δεσμούς των δύο λαών, ελπίζοντας στη βελτίωση της κατανόησης μεταξύ τους. Σε αντίθεση με άλλους λαούς «διαβατικούς», που πέρασαν από τη χώρα, οι Ελληνες εγκλιματίστηκαν, θεωρώντας τη Ρουμανία δεύτερη πατρίδα τους. Στο πέρασμά τους άφησαν ίχνη ανεξίτηλα και αναμνήσεις στο φιλόξενο λαό της Ρουμανίας. Εκκλησίες, αρχοντικά, σχολεία, ιδρύματα, πόλεις όπου άφησαν την ψυχή τους, χωρίς να ξεχνούν ωστόσο ποτέ το γένος και την καταγωγή τους.

Τα τελευταία χρόνια πολλοί Ελληνες δραστηριοποιούνται και πάλι στη Ρουμανία. Ενδόμυχη ελπίδα μου είναι τούτο το βιβλίο να τους έκανε να τη γνωρίσουν λίγο καλύτερα και να την αγαπήσουν περισσότερο. Ας μην ξεχνάμε ότι οφείλουμε χρέη αξεπλήρωτα σ' αυτήν τη χώρα της βαλκανικής γειτονιάς μας, που, εκτός των άλλων, επάνδρωσε τη Φιλική Εταιρεία.

Νεαρός σημαιοφόρος στην ετήσια παρέλαση στο Μπρασόβ Νεαρός σημαιοφόρος στην ετήσια παρέλαση στο Μπρασόβ Προσωπικά, μ' αυτό το βιβλίο αποτίνω μικρό μέρος απ' το «ευχαριστώ» που χρωστώ σε αυτήν τη χώρα της καρδιάς μου, που με δέχτηκε με τόση αμεσότητα κι αγάπη.

Ιστορική αναδρομή

Από την αρχαιότητα οι Ελληνες πρωτοήρθαν σε επαφή με τους λαούς οι οποίοι ζούσαν στις όχθες του ποταμού Ιστρου (Δούναβη) και των βορείων παραλίων του Αξενου (αφιλόξενου) Πόντου, που από τότε και «κατ' ευφημισμόν» ονομάστηκε «Εύξεινος». Αργότερα οι Ρωμαίοι ήταν αυτοί που έδωσαν το όνομα Δούναβης (Danubius) στον ποταμό Ιστρο. Για τους Ελληνες, η θάλασσα ήταν πάντα πρόκληση. Με τα πλοία τους επεκτάθηκαν και αποίκησαν όλη την τότε γνωστή οικουμένη. Πυρήνας και κίνητρο της ελληνικής διασποράς και του ελληνικού ανοίγματος προς τις Παραδουνάβιες χώρες ήταν το εμπόριο.

Η Ιστορία αναφέρει πως κατά το «Χρυσό Αιώνα», η παρευξείνια αυτή περιοχή, με τον πακτωλό του σιταριού της, υπήρξε ο σιτοβολώνας του αθηναϊκού μεγαλείου. Ο Πλούταρχος μας λέει ότι ο Περικλής επισκέφθηκε την περιοχή το 436 π.Χ., συνοδεία μεγάλης ναυτικής δύναμης, προκειμένου να εξασφαλίσει «το δρόμο του σιταριού» για την Αθήνα. Περίπου έναν αιώνα αργότερα, τον Δούναβη θα περνούσε και ο Μέγας Αλέξανδρος

Το 101-102 μ.Χ. οι Ρωμαίοι, υπό τον αυτοκράτορα Τραϊανό, κατέκτησαν μεγάλο τμήμα της σημερινής Ρουμανίας. Το 271 μ.Χ. αναγκάστηκαν να αποχωρήσουν, όταν οι επιδρομές των Γότθων άρχισαν να γίνονται ιδιαίτερα επικίνδυνες. Ενας μεγάλος αριθμός Ρωμαίων όμως παρέμεινε και αφομοιώθηκε από τον ντόπιο πληθυσμό, που με τη σειρά του υιοθέτησε τότε τη λατινική γλώσσα. Σήμερα, η Ρουμανία είναι η μόνη λατινογενής χώρα στο κέντρο μιας περιοχής η οποία κατοικείται, ως επί το πλείστον, από λαούς σλαβικής καταγωγής.

Από το Βυζάντιο

Αριστερά: Η αψίδα του θριάμβου στο Βουκουρέστι, αντίγραφο της αψίδας του Παρισιού και Δεξιά:  Το παλάτι του Καντακουζηνού, από τα γνωστότερα μνημεία της ρουμανικής πρωτεύουσας. Αριστερά: Η αψίδα του θριάμβου στο Βουκουρέστι, αντίγραφο της αψίδας του Παρισιού και Δεξιά: Το παλάτι του Καντακουζηνού, από τα γνωστότερα μνημεία της ρουμανικής πρωτεύουσας. Με τη διαίρεση του ρωμαϊκού κράτους, η Δακία παραχωρήθηκε στο Βυζάντιο. Μετά την πτώση του Βυζαντίου, και κατά την περίοδο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, πολλοί Ελληνες κατέφυγαν στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες, όπου έγιναν πρόθυμα δεκτοί. Μαζί με το Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης, δύο ήταν οι κοινωνικές ομάδες που συνέβαλαν στη διατήρηση των βυζαντινών παραδόσεων στη ΝΑ Ευρώπη: οι πριγκιπικές οικογένειες της Ρουμανίας και, για το διάστημα 1711-1821, οι Φαναριώτες, που ήταν και οι μοναδικοί χριστιανοί ηγέτες της περιοχής.

Οι Ρουμάνοι ηγεμόνες υπηρέτησαν με ζήλο τα ελληνικά γράμματα και προσέλαβαν κορυφαίους Ελληνες συμβούλους. Τα πλούτη τους τούς επέτρεψαν να ενισχύσουν και να στηρίξουν τα μεγάλα εκκλησιαστικά κέντρα στο Αγιον Ορος, τα Ιεροσόλυμα, τη Μονή Σινά και την Κωνσταντινούπολη. Στα αρχεία του Αγίου Ορους φυλάσσονται σήμερα τα έγγραφα σημαντικών Ρουμάνων ηγεμόνων, όπως του Σερμπάν Καντακουζηνού, αλλά και άλλων σημαντικών ηγεμόνων-δωρητών, όπως υπήρξαν οι Αλέξ. Λαπουσεάνου (1568), Ιερεμίας Μυβίλας (1603), Μιχαήλ Γενναίος (1599), Ράδος (1613), Γρ. Γκίκας και πολλοί άλλοι. Αντιγράφουν τη βυζαντινή Αυλή, στηρίζουν τις ελληνικές και θεολογικές σπουδές και δημιουργούν μία μικρογραφία του Βυζαντίου βόρεια του Δούναβη. Στην περιοχή συντελείται μια πραγματική αναγέννηση της Ορθοδοξίας. Η ελληνική, ως γλώσσα της διοίκησης της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, αλλά και ως γλώσσα των Ευαγγελίων, του χριστιανικού πολιτισμού και της κλασικής παιδείας, γίνεται η επίσημη γλώσσα της περιοχής.

Αναπαράσταση της ζωής στη ρουμανική επαρχία, στο Μουσείο Σαταλούι που βρίσκεται σε πάρκο στο Βουκουρέστι Αναπαράσταση της ζωής στη ρουμανική επαρχία, στο Μουσείο Σαταλούι που βρίσκεται σε πάρκο στο Βουκουρέστι Στα μέσα του 16ου αιώνα πολλοί Ελληνες μετανάστες (Μακεδόνες, Θράκες, Ηπειρώτες, Πελοποννήσιοι) αναζητούν καλύτερη τύχη στη Ρουμανία, εγκαταλείποντας τις άγονες εκτάσεις της πατρίδας. Μαζί τους κουβαλούν την εργατικότητα, την υπομονή, αλλά και το πείσμα για επιτυχία. Στην περιοχή της Τρανσυλβανίας, στο Μπρασόβ, το Σιμπίου και την Οράντεα, που ήταν σπουδαία κέντρα διαμετακομιστικού εμπορίου μεταξύ Ανατολής και Δύσης, ιδρύουν εμπορικές κοινότητες, τις «Κομπανίες» (τα σημερινά Εμπορικά Επιμελητήρια). Η πρώτη Ελληνική Κομπανία ιδρύθηκε στο Σιμπίου στις 8 Ιουλίου του 1636 και αποτελεί την πρώτη εθνική συσσωμάτωση σε ολόκληρο τον Ελληνισμό κατά την περίοδο της Οθωμανοκρατίας, καθώς και την παλαιότερη εμπορική κομπανία σε ολόκληρη τη ΝΑ Ευρώπη.

Οι Ελληνες έμποροι

Για έναν ολόκληρο αιώνα μετά το 1750, τα ελληνικά ήταν η γλώσσα του εμπορίου στα Βαλκάνια και οι περισσότεροι έμποροι, ανεξάρτητα από εθνική προέλευση, μιλούσαν ελληνικά. Οι Ελληνες έμποροι κράτησαν πάντα ζωντανή τη θρησκεία, την εθνική συνείδηση και την περηφάνια για την καταγωγή τους.

Παραδοσιακός γάμος στην Τρανσυλβανία Παραδοσιακός γάμος στην Τρανσυλβανία Το 18ο αιώνα, καθώς η Ευρώπη εκβιομηχανίζεται, αρχίζουν οι μεγάλες εμπορικές μεταφορές με πλοιάρια στον Δούναβη. Η χρησιμοποίησή του και η ανάπτυξη της εμπορικής κυκλοφορίας οφείλεται στην Ελλάδα. Λέγεται ότι, όπως ο Εύξεινος Πόντος ήταν κάποτε «ελληνική λίμνη», έτσι κι ο Δούναβης υπήρξε ο πιο «ελληνικός» απ' όλους τους μεγάλους ποταμούς του κόσμου.

Πολύ σημαντική για την οικονομική εξέλιξη και την πρόοδο της ελληνικής εμπορικής ναυτιλίας υπήρξε η Συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζή (1774). Η Ρωσία, υπερισχύοντας της Τουρκίας, της επέβαλε να επιτρέπει τη χρήση της ρωσικής σημαίας στα πλοία των χριστιανών υπηκόων της, και έτσι την ελεύθερη ναυσιπλοΐα. Ελληνες νησιώτες από το Αιγαίο κατασκεύασαν ευέλικτα μικρά ιστιοφόρα, αναλαμβάνοντας τις μεταφορές σε ολόκληρη τη Μεσόγειο. Εως και το 1821, πολλοί νησιώτες περνούν στη Μαύρη Θάλασσα κάνοντας εμπόριο σιταριού. Το 1813, τα νησιά του Αιγαίου είχαν 615 καράβια με πλήρωμα 18.000 άνδρες και 6.000 κανόνια, για να τους προστατεύουν από τους πειρατές. Τα καράβια αυτά ήταν που πολέμησαν αργότερα στον Αγώνα της Ανεξαρτησίας, αλλά και πολλοί σιτέμποροι χρηματοδότησαν τον αγώνα που είχε σχεδιαστεί το 1814 στην Οδησσό, με την ίδρυση της Φιλικής Εταιρείας. Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, στο λόγο του στην Πνύκα το 1836, αναφέρει χαρακτηριστικά ότι «αυτά τα σιτοκάραβα πολέμησαν το Σουλτάνο».

Στις αρχές του 20ού αιώνα, η πλειονότητα των πλοίων ήταν σε ελληνικά χέρια. Σύμφωνα με τις καταγραφές του σώματος πλοιάρχων και πλοηγών, το 1901 οι 73 στους 88 είναι Ελληνες και 7 Ρουμάνοι. Αλλά και ο Ελευθέριος Βενιζέλος, όταν επισκέφθηκε την περιοχή το 1913, είπε ότι «ούτε στο λιμάνι του Πειραιά δεν έχω δει τόσες πολλές ελληνικές σημαίες, όσες στα λιμάνια του Δούναβη».

Στην πόλη Μπρασόβ η ελληνική κοινότητα είχε ιδρύσει σχολείο από το 15ο αιώνα. Σήμερα παραμένει δραστήρια, με μαθήματα ελληνικής γλώσσας και τέσσερα καλλιτεχνικά συγκροτήματα Στην πόλη Μπρασόβ η ελληνική κοινότητα είχε ιδρύσει σχολείο από το 15ο αιώνα. Σήμερα παραμένει δραστήρια, με μαθήματα ελληνικής γλώσσας και τέσσερα καλλιτεχνικά συγκροτήματα Λαμπρές προσωπικότητες Ελλήνων αστών εγκατεστημένων στη Ρουμανία μεγαλούργησαν κι έστησαν «χρυσές» γέφυρες μεταξύ των δύο φίλων λαών· ναυτικοί, έμποροι, λόγιοι, καλλιτέχνες, μηχανικοί, δικηγόροι, πολιτικοί, τεχνίτες, επιχειρηματίες, τραπεζίτες, στρατιωτικοί, επαναστάτες, πολλοί από τους οποίους ευεργέτησαν την πατρίδα στα δύσκολα χρόνια του νεοσύστατου ελληνικού κράτους. Ακολουθούν μερικά μόνο ονόματα κορυφαίων και πασίγνωστων Ελλήνων από τη Ρουμανία: Ρήγας ο Βελεστινλής, γνωστός ως Ρήγας Φεραίος (1757-1798), Γεώργιος Σταύρου (1785-1869), Απόστολος Αρσάκης (1792-1874), Ευάγγελος Ζάππας (1800-1865), Παναγής Χαροκόπος (1835-1911).

Δούναβης-Μαύρη Θάλασσα

Η έξοδος των Ελλήνων από τη Ρουμανία αρχίζει την εποχή του Μεσοπολέμου, με αργούς ρυθμούς μέχρι το 1940, και παίρνει τη μορφή φυγής το 1947-48, μόλις άνοιξε το λιμάνι της Κωστάντζας.

Στο τέλος του 1949 πραγματοποιείται μια νέα «είσοδος» Ελλήνων στη Ρουμανία. Συγκεκριμένα, μετά τη λήξη του ελληνικού εμφύλιου πολέμου και την ήττα του «Δημοκρατικού Στρατού», μέρος αυτού -περίπου 15.000 άνδρες και γυναίκες- καταφεύγουν στη Ρουμανία ως πολιτικοί πρόσφυγες. Εκεί θα σπουδάσουν, θα εργαστούν και θα κάνουν οικογένειες, ορισμένοι δε από αυτούς με μικτούς γάμους μεταξύ Ελλήνων και Ρουμάνων. Μετά την αποκατάσταση της Δημοκρατίας στην Ελλάδα, το 1974, αλλά κυρίως μετά το 1981, το μεγαλύτερο μέρος τους επαναπατρίστηκε στη χώρα μας. Περίπου 800 επέλεξαν να παραμείνουν εκεί. Σήμερα ζουν στη Ρουμανία οργανωμένοι σε 22 κοινότητες 5.500 «παλιοί Ελληνες», οι οποίοι εκλέγουν και έναν βουλευτή· επίσης άλλοι 3.000 που μιλούν ελληνικά και έλκουν την καταγωγή τους από τους ομοεθνείς τους τού 18ου αιώνα, αλλά δεν μπορούν να το αποδείξουν εγγράφως. Η ελληνική είναι κατοχυρωμένη από το ρουμανικό Σύνταγμα ως μειονοτική γλώσσα. Περίπου 6.000 Ελληνες εγκαταστάθηκαν στη Ρουμανία, μετά την αλλαγή του καθεστώτος το 1989, για επαγγελματικούς λόγους, και συμβάλλουν κι αυτοί στην οικονομική ανάπτυξη της χώρας.

Τα νερά του Δούναβη και της Μαύρης Θάλασσας, οι κοινές αξίες και η τόσο μεγάλη ιστορία που μοιραζόμαστε ένωσαν και συναδέλφωσαν τους δύο λαούς και θα συνεχίσουν να τους ενώνουν.

* Το βιβλίο «Η Ρουμανία της καρδιάς μου» είναι προσβάσιμο στο Διαδίκτυο στη διεύθυνση http://www.dimitrastasinopoulou.com/files/books/pdf/Dimitra-Stasinopoulou-Romania.pdf

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Διεθνή
Με λέξεις-κλειδιά
Ρουμανία
Τέχνη/Πολιτισμός
Αφιέρωμα