Έντυπη Έκδοση

Κι ύστερα ήρθαν οι τουρίστες

Πρόσωπα σμιλεμένα απ' το χρόνο, τον αέρα και τον ήλιο, που κοιτάνε με πεντακάθαρο βλέμμα κατάματα το φακό. Ο Σκουλούδης στο μπακάλικό του. Ο Διαπούλης στο παπουτσάδικό του. Ο Χαλάς στο χασάπικό του. Ο Γλυνός στο καφενείο του. Η «Κούδαινα» σερβίροντας ρακή. Οι κοκέτες αδελφές Ζέρβα, ποζάτες, με τα μαύρα τσιμπιδάκια στα λευκά μαλλιά. Αλλά και η φύση και η αρχιτεκτονική της Ανδρου, που, ενωμένες αξεδιάλυτα, δημιουργούν συνθέσεις που θυμίζουν Γκαουντί. Ο σταχτοπράσινος σχιστόλιθος στα σπίτια, τις εκκλησίες, τους περιστεριώνες. Οι κρήνες και τα αλώνια. Οι παραλίες, οι νερόμυλοι. Οι παρελάσεις, οι σχολικές εκδρομές, οι αθλητικοί αγώνες, τα πανηγύρια...

Μια ολόκληρη εποχή και μια ανθρωπογεωγραφία που χάθηκαν, μια καθημερινότητα γεμάτη μόχθο που προσπεράστηκε από τις ευκολίες της σύγχρονης ζωής και μια γυμνή φύση, προτού αλωθεί, αυτά που διέσωσε η Μαρίνα Καραγάτση τη δεκαετία του '70, στη γενέτειρα τής μητέρας της, την Ανδρο, «οπλισμένη» με μια Canon αυτόματη.

Οι φωτογραφίες της στο λεύκωμα «Διαδρομές στην Ανδρο του '70» (από την Αγρα), οι οποίες μοιάζει να συνεχίζουν, με ένα άλμα στο χρόνο, το αόρατο νήμα της φωτογραφικής αποτύπωσης του νησιού από τον Ανδρέα Εμπειρίκο τη δεκαετία του '50, δεν είναι οι λήψεις του τουρίστα. Η ποιότητα και η διεισδυτικότητά τους αναδεικνύουν την «ψυχή» της Ανδρου. Θερμοκρασίες που χάθηκαν και πρόσωπα που εξαφανίζονται. «Δεν υπάρχουν σήμερα τέτοιοι άνθρωποι. Με αυτή την καθαρότητα, την αφέλεια και την εμπιστοσύνη», παραδέχεται η ίδια. Δεν ήταν το μοναδικό «δώρο» απ' τις πεζοπορίες της στους δύσβατους χωματόδρομους, προκειμένου να φτάσει στα ξεχασμένα χωριά του νησιού, αναζητώντας την «άλλη», την κρυμμένη όψη του. «Ανακάλυψα έναν άλλο κόσμο!», λέει σήμερα για την έκπληξη που της επιφύλασσε το νησί.

Είναι σημαντικό το ότι μέσα από την ασπρόμαυρη αποτύπωσή της εισχωρεί στον πυρήνα της ανδρεώτικης ζωής και γεωγραφίας, αποφεύγοντας την «παγίδα της γραφικότητας και του φολκλόρ» (όπως σημειώνει ο Σταύρος Πετσόπουλος).

Με χέρι σταθερό, «ματιά» εικαστικού, και τεχνική έμπειρου φωτογράφου παρ' ότι αυτοδίδακτη, η Καραγάτση, που εγκαταστάθηκε μόνιμα στο νησί το '76, φωτογραφίζει συστηματικά, σαν να εκτελούσε εργασία, από τα τέλη του '70 μέχρι τις αρχές του '80, τη φανερή και κρυφή Ανδρο, «σε ένα μεταιχμιακό όριο πριν τη ραγδαία αλλαγή και την ταχύρρυθμη εξέλιξη». Κι έτσι «διασώζεται ένας κόσμος αιώνων, προτού εμφανιστούν οι επιδοτήσεις και τα ευρωπαϊκά προγράμματα, κόσμος που έμοιαζε ασάλευτος», προσθέτει ο Σταύρος Πετσόπουλος. «Τα βόδια με το υνί μοιάζουν να έρχονται από τα χρόνια του Ησιόδου. Τα αλώνια δείχνουν προϊστορικά. Οι περίτεχνες και πολυσύνθετες μοναδικές ανδριώτικες λιθοδομές έρχονται από τα παρελθόντα χρόνια. Τα ρούχα, τα υφάσματα είναι άλλα».

Η Μαρίνα Καραγάτση με τον σύζυγό της Φίλιππο Τάρλοου (αριστερά) και τον Δημήτρη Πολέμη στη Μονή Αγίου Νικολάου, το 1977 Η Μαρίνα Καραγάτση με τον σύζυγό της Φίλιππο Τάρλοου (αριστερά) και τον Δημήτρη Πολέμη στη Μονή Αγίου Νικολάου, το 1977 Ο σύζυγός της, Φίλιππος Τάρλοου, Αμερικανός ζωγράφος, γεννημένος στο Μπρούκλιν, ήθελε να «προλάβει να ζήσει και να ζωγραφίσει την Ανδρο όσο ακόμα παρέμενε ανέγγιχτη, αθώα». Και γύρω στις αρχές του '76, την έπεισε να εγκατασταθούν στην πατρίδα της μητέρας της.

«Εγώ Αθηναία γεννήθηκα και Αθηναία θα πεθάνω», του αντιγύριζε. «Ωραίο το καλοκαίρι», σκεφτόταν η Μαρίνα Καραγάτση. «Πώς θα τη βγάζαμε φθινόπωρο και μετά όταν ερήμωνε το νησί; Και καλά ο Φίλιππος, θα ζωγράφιζε ολημερίς τα χωριά, τα βράχια, τις παραλίες. Εμείς όμως;». Την ανησυχούσαν το σχολείο του Δημητράκη τους και η συντηρητική νοοτροπία γονιών και μαθητών. «Βλακωδώς, όπως αποδείχτηκε». Και το δικό της όμως μέλλον το έβλεπε να διαγράφεται «ιδιαίτερα σκοτεινό και άραχλο (...). Τι θ' απογίνω εκεί στην Ανδρο, μακριά από τους φίλους, τις παρέες, τα ταβερνάκια, τα θέατρα, τα σινεμά, τις γκαλερί, τα φεστιβάλ;».

Δεν είχαν περάσει ούτε τέσσερις μήνες στο νησί όταν, αντί να ετοιμαστεί για να πάει στην Αγορά για ψώνια, «έτρεξα και έχωσα βιαστικά τη φωτογραφική μου μηχανή στο σακίδιό μου (...) και αποφάσισα να κάνω μια πρώτη δοκιμή και να ξεκινήσω να φωτογραφίζω την Ανδρο συστηματικά».

Ομολογεί ότι υπήρξε ιδιαίτερα τυχερή «γιατί μόλις άρχισα να ανηφορίζω, ως διά μαγείας έκαναν την εμφάνισή τους τα τέλεια μοντέλα: Εξι εφτά μαγαζάτορες, οι περισσότεροι με παλτουδιές και τραγιάσκες...». Ο ένας μετά τον άλλο δέχτηκαν αμέσως να ποζάρουν. «Ηταν να μην κάνω την αρχή(...). Τώρα βλέπω πως ανάμεσα σε μένα και σ' αυτούς τους ανθρώπους που φωτογράφισα υπάρχει μια σχέση που θα την ονόμαζα σχέση εμπιστοσύνης ή καλύτερα σχέση παμπάλαιας γνωριμίας».

Τα αποτελέσματα του ξεκινήματος την ενθάρρυναν να συνεχίσει. Με τον μπλε σκαραβαίο της «ξανοίχτηκα σε περιπέτειες πιο δύσκολες, πιο τολμηρές. Διακαής πόθος μου να γνωρίσω την άλλη Ανδρο, την απόμακρη, τη σχεδόν απάτητη». Με το χάρτη του νησιού οργάνωνε τις εξορμήσεις της επόμενης μέρας. Ετσι της αποκαλυπτόταν σταδιακά «η μυστική ομορφιά αυτών των σκιερών υγρών παραδείσων».

«Επιανα χωριό χωριό την Ανδρο, κάθε μέρα, από την ώρα που πήγαινε ο Δημήτρης στο σχολείο». Οταν τέλειωνε, έκανε μια βουτιά (ακόμα και τον Δεκέμβριο!), έπινε μια ρακή και επέστρεφε σπίτι της να μαγειρέψει. Από τη μεγάλη λαχτάρα της συχνά «τα έχανα και δεν ήξερα τι να φωτογραφίσω πρώτα, τους ανθρώπους ή τα έργα τους».

Τελικά, διέσωσε ακέραιο «ένα κόσμο εκατονταετηρίδων, ο οποίος όμως φέρει τα σημάδια του επερχόμενου κόσμου, σε συνδυασμό με τον κοσμοπολιτισμό της ναυτοσύνης, που αποτελεί τη μοναδική ιδιομορφία του νησιού», όπως επισημαίνει ο Σταύρος Πετσόπουλος για αυτή την πολύτιμη «εικονογραφική ελεγεία για τον τόπο, τους ανθρώπους και τα έργα τους». 7

INFO: Το λεύκωμα θα παρουσιαστεί στο θέατρο Πορεία την 21η Οκτωβρίου.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Με λέξεις-κλειδιά
Αφιέρωμα
Νησιωτική Ελλάδα
Βιβλίο
Περιηγήσεις/Διαδρομές
Ιστορία/Ιστορικά Γεγονότα