Έντυπη Έκδοση

«Μια δυνατή φιλία»

Η ατμόσφαιρα μιας κοινωνίας όπου θριάμβευαν οι δειλοί και οι καιροσκόποι, στο βιβλίο του Πιερ Λεμέτρ «Καλή αντάμωση εκεί ψηλά»

«Ραντεβού στον ουρανό, όπου ο Θεός θα μας ενώσει ξανά, ελπίζω. Καλή αντάμωση εκεί ψηλά, αγαπημένη μου γυναίκα». Ετσι τέλειωνε το γράμμα ενός στρατιώτη του Α' Παγκοσμίου Πολέμου που έμελλε να οδηγηθεί στο απόσπασμα κατηγορούμενος άδικα για προδοσία.

Απ' αυτή τη φράση ακριβώς -«Καλή αντάμωση εκεί ψηλά»- δανείστηκε ο Πιερ Λεμέτρ τον τίτλο του μυθιστορήματός του που, τέτοιες μέρες πέρσι, καρπωνόταν το Γκονκούρ έχοντας ήδη σημειώσει πωλήσεις εκατοντάδων χιλιάδων αντιτύπων. Και να που τώρα, χάρη στην ελληνική έκδοσή του (μτφρ. Εφη Κορομηλά, εκδ. Μίνωας), μπορούμε να απολαύσουμε κι εμείς την αφηγηματική δεινότητα, το σαρδόνιο χιούμορ, το σαρκασμό και την ειρωνεία του Λεμέτρ, καθώς ξεδιπλώνει τις περιπέτειες δύο αποστράτων που προσπαθούν να επιβιώσουν στην τόσο αφιλόξενη γι' αυτούς μεταπολεμική Γαλλία. Οχι, δεν υπάρχει εδώ κάποια μεγάλη ιστορία αγάπης. Υπάρχει η ιστορία μιας δυνατής φιλίας ανάμεσα σε δύο άντρες εντελώς διαφορετικούς μεταξύ τους κι ακόμα, δυο απάτες εθνικής εμβέλειας με τεράστια οικονομική και συμβολική σημασία, αποκαλυπτικές του τι μπορεί να συλλάβει ο ανθρώπινος νους είτε από απόγνωση, είτε από κυνισμό, είτε από απληστία.

«Να πώς τελειώνει ο πόλεμος, καημένε μου», γράφει ο ένας από τους κεντρικούς ήρωες του βιβλίου στον άλλο, όσο αναρρώνουν ακόμα σε ξεχωριστά νοσοκομεία. «Ενας τεράστιος κοιτώνας γεμάτος εξαντλημένους άντρες που ούτε να τους στείλουν στα σπίτια τους δεν είναι ικανοί. Κανείς για να σου πει μια κουβέντα, να σου σφίξει έστω το χέρι. Οι εφημερίδες μας είχαν υποσχεθεί αψίδες θριάμβου κι αντί γι' αυτό μας στοιβάζουν σε αίθουσες που μπάζουν από παντού. Το "στοργικό ευχαριστώ της ευγνωμονούσης Γαλλίας" μετατράπηκε σε μια ατέλειωτη ταλαιπωρία, τσιγκουνεύονται το χαρτζιλίκι των 52 φράγκων, μας μοιράζουν με το σταγονόμετρο το ρουχισμό, τη σούπα, τον καφέ. Μας φέρονται σαν να 'μαστε κλέφτες...».

Στο «Καλή αντάμωση...» πρωταγωνιστούν ένας πρώην τραπεζικός υπάλληλος, ταπεινής καταγωγής, συνεσταλμένος και λεμφατικής κράσης, κι ένας εκρητικής ιδιοσυγκρασίας, θηλυπρεπής, προικισμένος ζωγράφος εθισμένος στη μορφίνη, ο οποίος προτιμά να λογαριάζεται νεκρός παρά να επιστρέψει στους κόλπους της μεγαλοαστικής οικογένειάς του. Σε αντίθεση με τον πρώτο που δεν φέρει σπουδαία σωματικά τραύματα, ο δεύτερος έχει χάσει από ακρωτηριασμό το ένα του πόδι και το πρόσωπό του, σμπαραλιασμένο από οβίδα, μοιάζει με χοάνη που προκαλεί αποτροπιασμό. Και οι δυο, έπειτα από τέσσερα χρόνια στο Μέτωπο, θα μπορούσαν να συγκαταλέγονται στους τυχερούς που γύρισαν άθικτοι πίσω, αν λίγο πριν από τη συνθηκολόγηση δεν έπεφταν θύματα της μωροφιλοδοξίας ενός συμπατριώτη τους αξιωματικού που γύρευε παράσημα με κάθε κόστος. Οση δε προσοχή δίνει ο Λεμέτρ στη μετέπειτα πορεία των δυο αποστράτων, άλλη τόση δίνει και στου τελευταίου, χρεώνοντάς τον μάλιστα μ' ένα σκάνδαλο ολκής που, αλίμονο, βασίζεται σε πραγματικό γεγονός.

Αφραγκοι και περιθωριοποιημένοι, οι δυο φίλοι φυτοζωούν σε μια τρώγλη στο Παρίσι μέχρι που κάποια στιγμή, πατώντας πάνω στη λατρεία των νεκρών που συνεπαίρνει τη χώρα, βάζουν μπροστά μια μεγαλεπήβολη απάτη, ικανή να τους κάνει από τη μια μέρα στην άλλη ζάπλουτους: κρυμμένοι πίσω από ένα ψευδεπίγραφο καλλιτεχνικό πρακτορείο, υπόσχονται μεγαλειώδη μνημεία πεσόντων σε δεκάδες σωματεία, κοινότητες και δήμους, διεκδικώντας από παντού διόλου αμελητέες προκαταβολές. Την ίδια περίοδο, ο αξιωματικός που αναφέραμε πιο πάνω, ξεπεσμένος αριστοκράτης αλλά και προνομιακός αποδέκτης κυβερνητικών συμβολαίων, εκμεταλλευόμενος την άμεση ανάγκη δημιουργίας μαζικών νεκροταφείων, δίνει ρεσιτάλ αισχροκέρδειας: παραδίδει φέρετρα μικροσκοπικού μεγέθους, όπου για να χωρέσουν οι σοροί πρέπει να κομματιαστούν, κι απασχολεί για ψωροδίφραγκα Σενεγαλέζους εργάτες που αδυνατούν να διακρίνουν την ταυτότητα των Γάλλων πεσόντων από εκείνη των Γερμανών...

Γραμμένο με οίστρο, με συνεχείς εναλλαγές κωμικών και τραγικών καταστάσεων, με αριστοτεχνικά δοσμένους χαρακτήρες και μια πλοκή που σε καθηλώνει ώς την τελευταία σελίδα, το «Καλή αντάμωση εκεί ψηλά» ζωντανεύει την ατμόσφαιρα μιας ολόκληρης εποχής και τα ήθη μιας κοινωνίας που επέτρεψε την ηρωοποίηση δειλών και την ευημερία καιροσκόπων, φαινόμενα που, δυστυχώς, εκατό χρόνια μετά δεν έχουν πάψει να επαναλαμβάνονται. Οπως διευκρινίζει ο Λεμέτρ στο επιλογικό του σημείωμα, η απάτη με τα μνημεία των πεσόντων είναι φανταστική. Αντίθετα, οι καταχρήσεις δημοσίου χρήματος που αποδίδει στον αριστοκράτη ήρωά του, προέρχονται σε μεγάλο βαθμό από το «Σκάνδαλο των στρατιωτικών εκταφών» που ξέσπασε το 1922, απασχόλησε ευρέως τον Τύπο και μόνο αλώβητη δεν άφησε την τότε γαλλική κυβέρνηση.

Γεννημένος στο Παρίσι το 1951 και με σπουδές ψυχολογίας, ο Πιερ Λεμέτρ άργησε να διεκδικήσει την ιδιότητα του συγγραφέα. Για πολλά χρόνια δίδασκε επικοινωνία σε τμήματα επαγγελματικής κατάρτισης ενηλίκων, αλλά με το που δημοσίευσε, το 2006, το πρώτο του -αστυνομικό- μυθιστόρημα διαπίστωσε πως θα μπορούσε πλέον να βιοπορίζεται κι αλλιώς. Ακολούθησαν έξι ακόμη νουάρ που μεταφράστηκαν σε πολλές γλώσσες αποσπώντας άφθονες διακρίσεις και βραβεία για το συγκεκριμένο είδος, αλλά για τους λάτρεις της «υψηλής λογοτεχνίας» παρέμενε άγνωστος. Να όμως που κατάφερε να τους κατακτήσει!

***

Ψιλά γράμματα

* Γιατί οι Γερμανοί εκδότες έχουν τόσο μειωμένο ενδιαφέρον για τους Ελληνες συγγραφείς; ρωτά η Αντρέα Σέλινγκερ (στέλεχος του Ινστιτούτου Γκέτε) τη νεοελληνίστρια Μικαέλα Πρίντζιγκερ, μεταφράστρια μεταξύ άλλων των έργων του Πέτρου Μάρκαρη, σε συνομιλία τους που δημοσιεύεται στο ελληνογερμανικό σάιτ diablog.eu. Ιδού η απάντηση:

* «Στους εκδοτικούς οίκους έχουν τα σκήπτρα οι σκεπτικιστές. Για τους επώνυμους εκδοτικούς οίκους, ένας άγνωστος Ελληνας συγγραφέας, που δεν θα πουλούσε με την πρώτη προσπάθεια περί τα 10.000 αντίτυπα, είναι αδιάφορος. Κείμενα από τα ελληνικά αποτελούν ένα πολύ μικρό ποσοστό των μεταφράσεων από τις λεγόμενες "μικρές" γλώσσες. Μπροστά στην αγγλοαμερικανική υπεροχή όλες οι άλλες γλώσσες θεωρούνται άλλωστε "μικρές". Επιπλέον, ο Ελληνας συγγραφέας έρχεται αντιμέτωπος με τον τετραγωνισμό του κύκλου: να γράψει για τη χώρα του αλλά -παρακαλώ πολύ!- αποφεύγοντας την ομφαλοσκόπηση. Οταν γράφει για ένα γενικό θέμα απορρίπτεται βαριεστημένα, ενώ ένας Αγγλοαμερικανός συγγραφέας μπορεί να επινοεί ιστορίες περί ανέμων και υδάτων και να θεωρείται ακόμα και τότε εμπορικός».

* Και τι κάνει η Ελλάδα για να προβάλει προς τα έξω τη λογοτεχνία της; ρωτάει εμμέσως ο συντάκτης των «Iris Times», Ρίτσαρντ Πάιν, σε πρόσφατο ρεπορτάζ του, αναφερόμενος στο πρόγραμμα «Φράσις» και στους καρπούς που έδωσε μέχρι το κλείσιμο του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου. Οπως γράφει, μέσα σε δύο χρόνια, και μ' έναν προϋπολογισμό 189.000 ευρώ, το «Φράσις» στήριξε τη μετάφραση 28 βιβλίων (από τα 100 υποψήφια), εκ των οποίων μόλις τέσσερα προορίζονταν για την αγγλόφωνη αγορά.

* Ποιους συγγραφείς μας, πέρα από τον Καζαντζάκη, μεταφρασμένους στ' αγγλικά, προτείνει στους αναγνώστες της εφημερίδας ο ίδιος; Τον Δημήτρη Χατζή, την Ευγενία Φακίνου, τον Γιώργη Γιατρομανωλάκη, τον Παύλο Μάτεσι, τον Πάνο Καρνέζη, τον Μάρκαρη, τον Βαγγέλη Χατζηγιαννίδη, ενώ κάνει μνεία της σειράς Modern Greek Writers του Κέδρου και της συλλογής ιστοριών του Παπαδιαμάντη των εκδόσεων Denis Harvey, που εδρεύουν στην Εύβοια. Σ.Π.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Με λέξεις-κλειδιά
Παρουσίαση βιβλίου
Βιβλίο
Συγγραφείς/Συγγράμματα