Έντυπη Έκδοση

Η κοκκινοσκουφίτσα και ο λύκος

Η όμορφη Αμάλ βγήκε από το μέγαρο Μαξίμου σαν άλλη κοκκινοσκουφίτσα, με το καλαθάκι της γεμάτο ελιές, λάδι και μέλι. Επειτα ανηφόρισε για το Μουσείο της Ακρόπολης, χαρίζοντας χαμόγελα στους θαυμαστές της. Στο Μουσείο άπλωσε και το αβρό χεράκι της και χάιδεψε δύο αγάλματα, χωρίς κάποιος να τολμήσει να της πει ότι αυτό δεν συνηθίζεται στην πολιτισμένη Δύση.

 Γύρω της περιφερόταν ανήσυχος ο παμπόνηρος ο λύκος (το αφεντικό της), που καιροφυλακτεί εδώ και τρία χρόνια να κλείσει το ντιλ με την ελληνική κυβέρνηση. Γιατί η δουλειά είναι μεγάλη, ιδίως αν «σπρώξει» την υπόθεση στα δικαστήρια. Για την άρρωστη όμως και αδύναμη γιαγιά-Ελλάδα το διακύβευμα είναι βαρύ και δεν θα έχει επιστροφή, αν η υπόθεση αυτή χαθεί σε μια αίθουσα δικαστηρίου.

Ας δούμε όμως ποια είναι τα αγκάθια του ελληνικού αιτήματος επιστροφής των Γλυπτών του Παρθενώνα διά της δικαστικής οδού. Αρχικά, με ποιο δίκαιο θα τα διεκδικήσουμε; Με το αγγλικό δίκαιο, της χώρας που τα κατέχει; Με το ελληνικό δίκαιο, της χώρας προέλευσής τους; Με το τουρκικό, του κράτους κατοχής τους κατά την αφαίρεσή τους; Με το κοινοτικό δίκαιο, καθώς αποσπάσθηκαν από το έδαφος κράτους-μέλους της Ε.Ε., ή με το διεθνές δίκαιο;

Το επόμενο ζήτημα που θα τεθεί είναι της κυριότητας του μνημείου όταν εκλάπησαν (1800-1804). Οι αντίδικοι θα ισχυριστούν πως τότε ήταν δημόσια περιουσία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Κι εμείς θα απαντήσουμε πως τελούσαμε υπό κατοχή και πως η δύναμη κατοχής όφειλε να σέβεται την πολιτιστική κληρονομιά της κατεχόμενης χώρας και να μην επιτρέψει την απόσπασή τους από το μνημείο, σύμφωνα με τις γενικές αρχές του διεθνούς δικαίου. Κι έπειτα θα αρχίσει η μεγάλη συζήτηση ποιος έδωσε την άδεια στον Ελγιν να τα πάρει. Θα μπει στο μικροσκόπιο το περιβόητο φιρμάνι, που δεν είναι ακριβώς φιρμάνι (διάταγμα), αλλά μια απλή επιστολή προς τον φρούραρχο της Ακρόπολης να επιτρέπει την είσοδο των συνεργατών τού Ελγιν να μπαίνουν στο χώρο χωρίς να πληρώνουν (5 λίρες ημερησίως), για να βγάλουν εκμαγεία των Γλυπτών, να κάνουν ζωγραφικές αποτυπώσεις και μια μικρή ανασκαφή πέριξ των θεμελίων του Παρθενώνα.

Εμείς έπειτα θα αμφισβητήσουμε τη γνησιότητα αυτού του εγγράφου και η άλλη πλευρά θα μας προτρέψει να προσκομίσουμε το πρωτότυπο, το γραμμένο στην τουρκική-αραβική γλώσσα της εποχής, το οποίο όμως ο Ελγιν είχε δηλώσει πως «χάθηκε». Ετσι, θα δείξουμε την ιταλική μετάφραση του συνεργάτη του Ελγιν, αιδεσιμότατου Hunt, στην οποία στηρίχθηκε και το βρετανικό Κοινοβούλιο για να αποδεχθεί τη νόμιμη κυριότητα της συλλογής. Εμείς τότε θα μιλήσουμε για «μπαξίσια» και «λαδώματα» προς την τουρκική φρουρά κι εκείνοι θα πουν πως ο Ελγιν τα αγόρασε, αντί 74.240 λιρών (με σημερινές τιμές, 4 εκατ. δολάρια), όσο του κόστισε η απόσπαση και μεταφορά τους.

Τελευταία, θα τεθούν τα θέματα της παραγραφής του αδικήματος έπειτα από παρέλευση 200 χρόνων, όπως και της χρησικτησίας. Θα προσθέσουν τα της προβολής των Γλυπτών σε ένα μουσείο με διεθνές προφίλ, όπως είναι το Βρετανικό Μουσείο, το οποίο επισκέπτονται δωρεάν 6 εκατομμύρια επισκέπτες ετησίως. Προσθέστε τώρα και την επιρροή του Ηνωμένου Βασιλείου στα διεθνή φόρα, για να δείτε ποιος είναι ο λόγος που αποφύγαμε ώς τώρα την προσφυγή στη Δικαιοσύνη. Θα το κάνουμε σήμερα, που η Ελλάδα βρίσκεται σε τόσο αδύναμη θέση;

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Πολιτική
Στη στήλη
ΚΟΝΤΡΑρίσματα