Ηλεκτρονική Έκδοση

WSJ ΚΑΙ ΓΕΡΜΑΝΙΚΟΣ ΤΥΠΟΣ

Διχασμένοι οι ευρω-ηγέτες

Η κρίση χτυπά το κέντρο και οξύνει τις αντιπαραθέσεις

Μετά από δύο χρόνια σχετικής οικονομικής ηρεμίας, οι Ευρωπαίοι πολιτικοί επέστρεψαν στις διαφωνίες τους για την οικονομική πολιτική, εν μέσω διογκούμενων ανησυχιών για την ανακοπή της ανάκαμψης της περιοχής και το αδιέξοδο που πρέπει να άρει το πολιτικό της σύστημα, αναφέρει δημοσίευμα της εφημερίδας Wall Street Journal, στον απόηχο της κρίσης χρέους. Οι ανησυχίες για πιθανή «επιστροφή» της κρίσης στην ευρωζώνη παραμένουν και σήμερα στον γερμανόφωνο τύπο- με ιδιαίτερες αναφορές στη νότια Ευρώπη, αλλά και στη δημοσιονομική πολιτική της Γαλλίας.

Η Ιταλία και η Γαλλία θέλουν να χαλαρώσει το πρόγραμμα της δημοσιονομικής λιτότητας, που έχει τη σφραγίδα της Γερμανίας. Η Ρώμη και το Παρίσι έχουν παρουσιάσει προϋπολογισμούς για το 2015 που αναβάλλουν τη μείωση των ελλειμμάτων για χάρη μεγαλύτερης στήριξης των οικονομιών τους, υποστηρίζοντας ότι η Ευρωζώνη υποφέρει από έλλειψη ζήτησης.

Η επιδίωξή τους, όμως, για μεγαλύτερη επιείκεια δημιουργεί μία πιθανή σύγκρουση με τη Γερμανία και άλλες βόρειες χώρες της ΕΕ, οι οποίες ανησυχούν ότι η χαλάρωση της δημοσιονομικής πειθαρχίας θα μειώσει την πίεση στην Ιταλία και τη Γαλλία να προχωρήσουν σε ριζικές αλλαγές στις αγορές εργασίας και να μεταρρυθμίσουν τις οικονομίες τους.

«Το προηγούμενο έτος, οι επενδυτές δεν είχαν στα ραντάρ τους την Ευρωζώνη, αλλά τώρα την έχουν, λόγω των όσων συμβαίνουν μεταξύ της Γαλλίας και της Γερμανίας και του θορύβου από την Ελλάδα», δήλωσε ο Νίκολας Βερόν, εταίρος του ινστιτούτου Bruegel των Βρυξελλών και του ινστιτούτου Peterson στην Ουάσιγκτον.

Οι αποδόσεις των κρατικών ομολόγων αυξήθηκαν σε όλες τις μεγάλες χώρες της Ευρωζώνης. Εκτός από την Ελλάδα, περισσότερο επλήγησαν η Πορτογαλία και η Ιρλανδία, καθώς και η Ιταλία, η οικονομία της οποίας δεν έχει αναπτυχθεί από τις αρχές του 2011. Τα γαλλικά ομόλογα εξασθένησαν, επίσης, ενώ υπήρξε ασθενής ζήτηση στη δημοπρασία ομολόγων που έκανε η Ισπανία.

Η Ελλάδα, αναφέρει η WSJ, «ηγείται για μία ακόμη φορά μίας πτώσης της αγοράς της Ευρωζώνης, εξ αιτίας αμφιβολιών σχετικά με την ικανότητά της να διασφαλίσει χρηματοδότηση το επόμενο έτος, καθώς και της αυξανόμενης πιθανότητας πρόωρων εκλογών».

Δίνη

«Η οικονομική δραστηριότητα στην Αμερική και η νότια Ευρώπη προκαλούν ανησυχίες» επιγράφεται ανάλυση της Frankfurter Allgemeine, η οποία επισημαίνει ότι «αυξήθηκε το κόστος δανεισμού μέσω κρατικών ομολόγων για την Ιταλία, την Ισπανία, την Πορτογαλία και την Ελλάδα. Μία αφορμή ήταν οι πληροφορίες για εκροές κεφαλαίων στην Ιταλία, οι οποίες φαίνεται να αποτυπώνονται στους ισολογισμούς του διευρωπαϊκού συστήματος πληρωμών της ΕΚΤ (Target 2). Ο επικεφαλής του Ινστιτούτου Οικονομικών Μελετών του Μονάχου Χανς Βέρνερ Ζιν κάνει λόγο για εκροές 67 δισεκατομμυρίων ευρώ τον Αύγουστο και τον Σεπτέμβριο. Ιδιαίτερα αυξημένο κόστος δανεισμού καταγράφουν τα κρατικά ομόλογα της Ελλάδας, καθώς οι αγορές φαίνεται να διακατέχονται από αμφιβολίες για την σταθερότητα της κυβέρνησης» υποστηρίζει η εφημερίδα.

Ο Χανς Βέρνερ Ζιν εκφράζει σήμερα αναλυτικά τις απόψεις του στην εφημερίδα Rheinische Post του Ντύσελντορφ, επισημαίνοντας ότι φοβάται «οικονομικό μαρασμό» στην Ευρώπη. Όπως επισημαίνει, «οι χώρες της νότιας Ευρώπης κινδυνεύουν να χάσουν μία ολόκληρη γενιά με δεδομένα τα σημερινά τεράστια ποσοστά ανεργίας. Χώρες ολόκληρες θυσιάζονται, ενώ η αβεβαιότητα λόγω κρίσης στην Ουκρανία θα μπορούσε να προκαλέσει τρίτο υφεσιακό επεισόδιο μετά την κρίση της Lehman Brothers το 2008 και την ευρω-κρίση του 2012».

Επενδύσεις για την υπέρβαση της κρίσης;

Ο ίδιος απορρίπτει πάντως την πρόταση για υψηλότερες επενδύσεις στη Γερμανία και στην Ευρώπη με στόχο την αντιμετώπιση της κρίσης. Όπως υποστηρίζει «κάτι τέτοιο θα ήταν απλώς προπέτασμα καπνού. Οι πιο αδύναμες χώρες της ευρωζώνης θα πρέπει να ενισχύσουν την ανταγωνιστικότητά τους, ώστε να μπορούν και πάλι να διαθέτουν τα προϊόντα τους. Μέχρι σήμερα περιορίζουν τα ελλείμματά τους στο ισοζύγιο συναλλαγών μόνο και μόνο γιατί μειώνουν τις εισαγωγές τους. Δεν βελτιώνουν τη δική τους θέση στην αγορά».

Διαφορετική άποψη εκφράζει ο καθηγητής Κλέμενς Φυστ, διευθυντής του Ινστιτούτου Μελετών της Ευρωπαϊκής Οικονομίας (ZEW), με άρθρο στην οικονομική επιθεώρηση Handelsblatt, χωρίς πάντως να αποδέχεται την αλόγιστη κρατική χρηματοδότηση. Για τη Γερμανία ο Φυστ προτείνει τα εξής: «Πρώτον, το σημαντικό είναι να δράσουμε με προσοχή, όχι με ταχύτητα. Οι δημόσιες επενδύσεις πρέπει να αυξηθούν με φειδώ, διαφορετικά καθίστανται αναποτελεσματικές. Γι αυτό δεν πρόκειται να επιφέρουν αναπτυξιακή ώθηση βραχυπρόθεσμα. Αν αυτό είναι που θέλουμε, θα έπρεπε να ζητήσουμε φοροελαφρύνσεις. Δεύτερον, αυξημένες δημόσιες επενδύσεις δεν σημαίνει εξ΄ορισμού αυξημένα χρέη. Αλλά ίσως η μερική χρηματοδότηση με δανεισμό θα είχε νόημα. Μία συμβιβαστική λύση θα ήταν η χρηματοδότηση νέων επενδύσεων κατά το ήμισυ από μείωση των καταναλωτικών δαπανών και από νέο δανεισμό».

Αγωνία για τον γαλλικό προϋπολογισμό

Γαλλία και Γερμανία προσπαθούν να ενισχύσουν τον συντονισμό τους σε εποχές κρίσιμες για την Ευρώπη και παρά τις όποιες διαφωνίες για το σχέδιο προϋπολογισμού που κατέθεσε η γαλλική κυβέρνηση για το 2015. Όπως επισημαίνει η εφημερίδα του Berliner Zeitung «το Βερολίνο γνωρίζει ότι η κρίση στην Ευρώπη δεν πρόκειται να επιλυθεί χωρίς τη Γαλλία. Είναι και αυτός ένας λόγος που επιδεικνύει εγκράτεια στη διαμάχη περί προϋπολογισμού. Αλλά και στην υπόλοιπη Ευρώπη τα βλέμματα στρέφονται προς τη Γερμανία. Η Ιταλία, που επίσης κινείται στο όριο του κριτηρίου για το έλλειμμα, επιθυμεί μία επιεική αντιμετώπιση για την ίδια και για τη Γαλλία. Άλλοι φοβούνται μία χαλάρωση των κριτηρίων αντίστοιχη με εκείνη του 2003, όταν Γερμανία και Γαλλία δεν είχαν εκπληρώσει τα κριτήρια».

«Η Γαλλία ανοίγει αγορές και κάνει ιδιωτικοποιήσεις» σημειώνει η οικονομική επιθεώρηση Handelsblatt, εγκωμιάζοντας το γεγονός ότι ο νέος υπουργός Οικονομίας Εμανουέλ Μακρόν βάζει πλέον πιο φιλόδοξους στόχους για το γαλλικό πρόγραμμα ιδιωτικοποιήσεων και κάνει λόγο για έσοδα δέκα δισεκατομμυρίων ευρώ από την πώληση κρατικής περιουσίας έναντι τεσσάρων δισεκατομμυρίων που προέβλεπε ο αρχικός σχεδιασμός. Όπως σημειώνει η εφημερίδα «ο Μακρόν θέλει να λάβει από τώρα τα εύσημα των Βρυξελλών, καθώς, μέχρι τα τέλη Οκτωβρίου η ΕΕ αποφασίζει εάν θα κάνει δεκτό τον γαλλικό προϋπολογισμό, παρότι για μία ακόμη φορά δεν τηρείται το όριο του ελλείμματος».

ΠΗΓΗ: WSJ, DW

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Διεθνή
Με λέξεις-κλειδιά
Ευρωπαϊκή Ένωση
Οικονομική κρίση
Διεθνείς αγορές και Χρηματιστήρια
Κυβέρνηση