Έντυπη Έκδοση

Μην τα παίρνεις κοντά

Ηταν μια από κείνες τις μοναδικές φωτό που ανέδειξαν τον Fred Herzog σε έναν από τους κορυφαίους φωτογράφους δρόμων «με χρώμα». Πολύ πριν τη γενιά του Stephen Shore και του William Eggleston και για μισό περίπου αιώνα, ο Herzog αναδείχθηκε σε κορυφαίο τεχνίτη της κάμερας, άσχετα αν η διεθνής αναγνώριση ήταν πολύ μικρή.

Μεγάλος ήταν ο δρόμος που χώριζε το δεκατετράχρονο αγόρι από το Ροτβάιλ της Γερμανίας το 1944, από το Βανκούβερ της Βρετανικής Κολομβίας όπου βρέθηκε όταν πρωτοαντίκρισε μια ασπρόμαυρη φωτό του λιμανιού του σε κάποιο περιοδικό -μόνο οι Ρωμαιοκαθολικοί είχαν έγχρωμες φωτογραφίες στα βιβλία τους, τότε. Κι αυτή η φωτό έστρεψε τον Herzog στην άλλη γωνιά του πλανήτη όταν δίπλωσε τη σελίδα στο βιβλίο της γεωγραφίας και μαρκάρισε την πόλη-σύνορο που έμελλε να στοιχειώσει τη ζωή και την τέχνη του.

Κάναμε αυτή τη μικρή εισαγωγή, για να εξηγήσουμε στον αμύητο αναγνώστη το μέγεθος αυτού του σπουδαίου καλλιτέχνη αλλά, ταυτόχρονα, να δικαιολογήσουμε, με αφορμή αυτή τη συγκεκριμένη φωτό, τη συγκίνηση που μας προκάλεσε όταν την πρωτοείδαμε.

Η εικόνα ενός επαρχιακού κουρείου με τη γυμνή λάμπα να κρέμεται από το ταβάνι, τις φωτογραφίες των αστέρων του Χόλιγουντ κολλημένες πρόχειρα δίπλα στο μεγάλο καθρέφτη, το φτηνό τραπεζάκι με τον «εκδοτικό πλούτο» της εποχής, το ρολόι-εκκρεμές, το... δειγματολόγιο από τις μόδες της αντρικής κομμωτικής, η μπριγιαντίνη, το μπριόλ, μια γλιτσερή πομάδα σαν στιλβωτικό παπουτσιών για γερό κράτημα, μια πούδρα αρωματική για τον ερεθισμένο μας σβέρκο, μια after shave που ακόμα αναζητάμε, ο τιμοκατάλογος, ο άδειος δρόμος, όλα μα όλα συνθέτουν το παζλ της εικόνας του δικού μας κουρείου κάπου εκεί στα μέσα της δεκαετίας του '60... Και του Παράσχου του κουρέα μας...

Κι ήταν μορφή ο κύριος Παράσχος. Ψηλός, σωματώδης, καλοκουρεμένος, με την άσπρη του μπλούζα μέχρι τη μέση, μας υποδεχόταν με τον αέρα του αφέντη μπροστά στον οποίο άπαντες έσκυβαν το κεφάλι τους. Για μας δε τους μικρούς, ήταν ένα κράμα αυστηρού καθηγητή και αυταρχικού επιστάτη από τον οποίο δεν γλίτωνες όπου κι αν κρυβόσουν...

Η υποδοχή που μας έκανε με τη χειροκίνητη μηχανή κουρέματος στο δεξί του χέρι, ισοδυναμούσε με την εικόνα του Τζακ Νίκολσον με το τσεκούρι στη «Λάμψη» του Κιούμπρικ! Ισοδυναμούσε με τα μαρτύρια των πρώτων χριστιανών... Μας θύμιζε τις ουρές των πεζοναυτών στα υπαίθρια κουρεία του... Βιετνάμ μια εποχή που οι τρίχες είχαν το πάνω χέρι και όλοι μα όλοι εκλιπαρούσαν για... λίγο μαλλάκι! Αλλά οι εντολές -φανερές ή κρυφές αδιάφορο-, ήταν ρητές και σαφείς.

«Με την ψιλή!»

Ετσι η πρώτη μας κίνηση, εκόντες άκοντες, μόλις καθόμασταν στην ηλεκτρική καρέκλα, ήταν να σκύψουμε το κεφάλι. Ηταν τέτοια η θέση μας κι η πίεση που ασκούσε ο κυρ-Παράσχος με το ελεύθερο χέρι του, ώστε κάθε απόπειρα να έχουμε εικόνα από το ανοσιούργημα της... υλοτομίας στο πολύπαθο κρανίο μας, ήταν εκ προοιμίου καταδικασμένη.

«Ασε κάτι» εκλιπαρούσαμε. «Δεν θα μπορούμε να κυκλοφορήσουμε!».

«Εχω εντολές» απαντούσε.

«Θα σου δώσουμε κάτι παραπάνω, αρκεί να μη μας κουρέψεις με την ψιλή».

Αλλά ο Παράσχος έκανε πως δεν άκουγε και κάθε απόπειρα δωροδοκίας έπεφτε στο κενό.

Οταν κάποτε τελείωνε το κούρεμα του... γκαζόν και ήμασταν ελεύθεροι να κοιταχθούμε, σπάνια, πολύ σπάνια, δεν αφήναμε ένα επιφώνημα αποστροφής ή μια γκριμάτσα αποδοκιμασίας μπροστά στο είδωλο που μόρφαζε μέσα απ' τον σπασμένο καθρέφτη...

Κι είχε μια και μοναδική πατέντα, ένα στιλ κουρέματος για κάθε ηλικία και κάθε τύπο. Σε μας, τους μικρούς, αποψίλωνε το κεφάλι και το προσομοίωνε με χωμάτινο γήπεδο ποδοσφαίρου ή συνοικιακή αλάνα επαρχιακής μεγαλούπολης, ενώ στη θέση των γκολ ποστ άφηνε μια φούντα, ένα θυσανωτό ανάχωμα που έκοβε τη φόρα στις «πάσες» και τις «ψιλές» με τις οποίες μας φιλοδωρούσαν οι μεγαλύτεροι...

«Τι ωραίο κούρεμα», αναφωνούσε ο πατέρας μας. «Αυτός ο Παράσχος είναι καλλιτέχνης. Αύριο θα περάσω να τον πληρώσω και να του πω την επόμενη φορά να σας τα πάρει κοντύτερα! Μαθητές είσαστε, όχι γιεγιέδες!».

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Στη στήλη
ΟΛΗ Η ΠΟΛΗ ΤΟ ΚΟΥΒΕΝΤΙΑΖΕΙ