Έντυπη Έκδοση

Η τράπεζα και ο αστακός του διευθυντή

Στο βιβλιοπωλείο των εκδόσεων του Μορφωτικού Ιδρύματος Εθνικής Τραπέζης το μηχάνημα πληρωμών δεν αναγνώρισε το ΡΙΝ της χρεωστικής μου κάρτας για τρεις συνεχείς φορές, με αποτέλεσμα να μπλοκαριστώ και να μην μπορώ να εξοφλήσω το τιμολόγιο των περίπου 50 ευρώ.

Επειδή δεν είναι πρώτη φορά, αποφάσισα να τηλεφωνήσω στην υπηρεσία εξυπηρέτησης πελατών και να ζητήσω το λόγο. Η συνομιλία μας με την υπάλληλο καταγραφόταν, καθώς έδινα αριθμό ταυτότητας, διεύθυνση κατοικίας, ονόματα γονέων, τράπεζα που συνεργάζομαι και ένα σωρό άλλες απαντήσεις στις ατακαριστές και όλο πιο αδιάκριτες ερωτήσεις: Πόσα βιβλιάρια έχετε, πόσες κάρτες... δώστε τα τρία τελευταία νούμερα της μπροστινής πλευράς της κάρτας σας... και «τώρα εμείς θα ρωτάμε και εσείς θα "πατάτε" νουμεράκια στο τηλέφωνό σας»... Εκεί ένιωσα τη γλώσσα μου να παραλύει... τα νεύρα μου να συστρέφονται σαν φίδια και διέκοψα. Πλήρωσα με την εφεδρική πιστωτική μου κάρτα... και έδωσα τέλος στο μαρτύριό μου.

Η τράπεζα με κάλεσε να ερευνήσουμε το θέμα, πράγμα που κάναμε επανειλημμένως χωρίς αποτέλεσμα, εγώ όμως προτίμησα να διαβάσω το βιβλίο «Η τέχνη της μνήμης», της Frances Yates, που αγόρασα και με τρόπο φυσικό... και χωρίς καμία τέχνη... θυμήθηκα τον πατέρα μου!

Ηταν δεκαετία του '60 όταν νοίκιασε ένα μικρό οικόπεδο κοντά στο σπίτι μας... Εγκατέστησε μια ζυγαριά και «δήλωσε» «έμπορος» παλιών σιδήρων και μετάλλων -δουλειά που την έμαθε στην εφηβεία του από Εβραίους φίλους του, στη Θεσσαλονίκη. Μέχρι τότε τα παλιοσίδερα και τα μέταλλα -χάλκινα, μπρούντζους, μπαταρίες αυτοκινήτων κ.λπ.- τα «αποθηκεύαμε» στην αυλή στο πίσω μέρος του σπιτιού μας, όπου τα μεταφέραμε περνώντας από τη σάλα -αφού σηκώσουμε την κουρελού.

Τώρα όμως με το μαγαζί μας, εκτός που απαλλαχθήκαμε από λάσπες, σκόνη, σκουριά και καθημερινό σφουγγάρισμα, είδαμε σιγά σιγά να εμφανίζονται παλιατζήδες με κάρα και γαϊδουράκια... τρίκυκλα φορτωμένα με παιδιά και παλιοσίδερα, κυρίως Ρομά και άλλοι για να πουλήσουν σε μας. Πληρώναμε φυσικά τοις μετρητοίς, ενώ εμείς, εφ' όσον πουλούσαμε στο εργοστάσιο, πληρωνόμασταν με πίστωση ή με γραμμάτια. Ετσι τελείωσε το μικρό μας κεφάλαιο και άρχισε ένας «πρωτοποριακός» για την εποχή αγώνας με την τράπεζα για δανεικά, που κατάφερε να πάρει -λόγω ταμπεραμέντου και φερεγγυότητας- ο πατέρας μου. Και τότε η μητέρα μου γυρνώντας μια μέρα από την αγορά βρήκε στο ψυγείο έναν πολύ μεγάλο αστακό: Παιδιά, τρέξτε να δείτε τι μας έφερε ο μπαμπάς, φώναξε, ενώ μας έδειχνε τον αστακό που κουνούσε τις τεράστιες δαγκάνες του. Ποτέ δεν είχαμε δει αστακό, ακούγαμε όμως τις φήμες και τον ξέραμε από το σινεμά.

Εβαλε η μάνα μου τη μεγάλη κατσαρόλα για τα ραδίκια στη φωτιά και όταν πήρε το νερό να βράζει, έριξε μέσα τον αστακό. Εκείνος όμως «πήδηξε» από την κατσαρόλα και χτυπιόταν στα μωσαϊκά, που μας αναστάτωσε. Παλέψαμε όλοι μαζί... τον πιάσαμε, τον δέσαμε με σπάγκο και εγώ -που πάντα συντρέχω στα δύσκολα- τον κράτησα δυνατά και τον έχωσα στο καυτό νερό. Αυτή ήταν η πρώτη και η τελευταία φορά -τέτοια ήταν η φρίκη από την ένταση του σώματός του στα χέρια μου!

Οταν ο αστακός «ησύχασε», η μάνα μου θυμήθηκε πως τρώγεται με μαγιονέζα και μου έδωσε λεφτά να αγοράσω και έπειτα τον σπάσαμε μ' έναν παλιό καρυοθραύστη και ένα μικρό σφυρί και τον μοιραστήκαμε -τα 4 παιδιά πήραμε περισσότερο. Τότε μπήκε ο μπαμπάς μου και στάθηκε στην πόρτα της κουζίνας. Δεν μιλούσε, μόνο κοκκίνιζε σαν να ανέβαζε πυρετό και μας κοιτούσε για κάμποσα δευτερόλεπτα που τρώγαμε ευτυχισμένοι στο τραπέζι... Μετά άρχισαν να τρέχουν δάκρυα από τα μάτια του -ποτέ πριν δεν είχα δει τον πατέρα μου να κλαίει-, έπειτα άρχισε να πηγαινοέρχεται στο διάδρομο και να βρίζει μπερδεμένα: τη μοίρα του... τον Θεό... τον αστακό που μύριζε θάλασσα... τη μάνα μου, που δεν κατάλαβε τον «ιερό προορισμό»: Ο πανάκριβος αστακός, που με μέσον αγόρασε ο πατέρας μου, ήταν «αντίδωρο» για το διευθυντή της τράπεζας.

Από τότε, όταν μιλάω με διευθυντή τραπέζης, στη θέση του κεφαλιού του βλέπω την εικόνα ενός αστακού και όταν βλέπω αστακό στη θέση του πάνω στον τραπέζι βλέπω ένα κεφάλι διευθυντή: η εικόνα εκείνης της ημέρας γράφτηκε στον πυρήνα του έσω κόσμου μου και στο βάθος του κροταφικού μου λοβού «σφηνοειδώς» και εγχάρακτα!

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Στη στήλη
Η ΜΑΤΙΑ ΤΗΣ ΣΟΦΙΑΣ