Έντυπη Έκδοση

Η 33χρονη σκηνοθέτις Ροδούλα Γαϊτάνου σκηνοθετεί το «Ετσι κάνουν όλες» στην ΕΛΣ

«Πάντα μέτραγε στην Ελλάδα ποιανού κόρη είσαι και τι μέσον έχεις»

Η ορχήστρα απουσιάζει από το θέατρο Ολύμπια και τον τόνο στις πρόβες αναλαμβάνει να δώσει -ως είθισται- ένα πιάνο. Η Ροδούλα Γαϊτάνου, η 33χρονη σκηνοθέτις, που τα τελευταία χρόνια έχει ως επαγγελματική βάση τη Βασιλική Οπερα του Κόβεντ Γκάρντεν, στέκεται στο κέντρο της σκηνής μαζί με τους μονωδούς και τον Μίλτο Λογιάδη και επεξεργάζονται τις τελευταίες λεπτομέρειες της όπερας του Μότσαρτ «Ετσι κάνουν όλες».

 Της πρώτης νέας παραγωγής της Εθνικής Λυρικής Σκηνής για την καλλιτεχνική περίοδο 2014-2015. Ενα μόλις χρόνο μετά το επιτυχημένο ανέβασμα της «Σταχτοπούτας», η Ροδούλα Γαϊτάνου επιστρέφει στην Ελλάδα και μιλά στην «Ε» .

Μέσα από ένα λιμπρέτο «που γράφτηκε ως κωμωδία και μουσική σύνθεση που γράφτηκε ως τραγωδία». Ενα έργο που μας μιλά για την πίστη, την αλήθεια, τη γνώση και τα αντίρροπά τους, που καμιά φορά ενδέχεται να έχουν παρεμφερή αποτελέσματα.

- Παρ' όλη την προοδευτικότητά του, το έργο στο τέλος επιβεβαιώνει τα στερεότυπα. Σαν να μας λέει ο Ντα Πόντε ότι πράγματι «Ετσι κάνουν όλες». Πώς αντιλαμβάνεστε αυτή την αντίφαση;

«Οταν πρωτοπαρουσιάστηκε το έργο, το 1790, ήταν πολύ μπροστά για την εποχή του. Δεν είναι τυχαίο ότι για περισσότερο από έναν αιώνα δεν παιζόταν πουθενά. Ενα έργο που μιλά για σεξουαλική, συναισθηματική και κοινωνική απελευθέρωση των γυναικών, που παρόμοιά της απαντάται μόνο στο φεμινιστικό κίνημα έπειτα από 150 χρόνια. Για μένα έτσι κάνουν όλοι και όχι όλες. Πιο πολύ θεωρώ ότι ο τίτλος παίζει με το ταμπού της εποχής ότι οι γυναίκες δεν επιτρέπεται να απατήσουν».

- Ηταν και γεμάτη αντιφάσεις η βενετική κοινωνία, από την οποία καταγόταν ο Ντα Πόντε. Ταμπού και συντηρητισμός που παραβιάζονταν με το θέατρο και ειδικότερα την περίοδο του καρναβαλιού.

«Βέβαια. Το καρναβάλι περνάει στο έργο μέσα από το συνηθισμένο μοτίβο της μεταμφίεσης. Οι δύο άντρες της υπόθεσης μεταμφιέζονται όπως και στο καρναβάλι, που για πέντε μέρες γίνονταν όργια. Δεν θα το έλεγα συντηρητισμό αλλά σεμνοτυφία, που ίσχυε φυσικά μόνο όταν έβγαιναν οι μάσκες. Στο μεταξύ, θα μπορούσες να έχεις πάει ακόμη και με τη γυναίκα του φίλου σου» (γέλια).

- Μιλώντας για στερεότυπα, ποιο θεωρείτε το μεγαλύτερο στερεότυπο στην όπερα;

«Υπάρχουν πολλά και κυρίως αυτό που περιμένει να δει ο κόσμος, με αποτέλεσμα η όπερα να μην εξελίσσεται με τους ρυθμούς των άλλων τεχνών. Από το κλασικό και απλοϊκό που λέμε, να δούμε τη χοντρή κυρία να τραγουδά, μέχρι το σύνηθες, ότι αναφέρεται σε ελιτίστικο κοινό, ξεχνώντας ότι η όπερα γεννήθηκε ως λαϊκό είδος. Μέχρι πρόσφατα υπήρχε η δικαιολογία της γλώσσας. Το λύσαμε και αυτό με τους υπέρτιτλους».

- Γιατί τοποθετείτε την υπόθεση ειδικά στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα;

Μυρσίνη Μαργαρίτη, Χρ. Σταμπόγλης, Ειρήνη Καραγιάννη και Μυρτώ Παπαθανασίου Μυρσίνη Μαργαρίτη, Χρ. Σταμπόγλης, Ειρήνη Καραγιάννη και Μυρτώ Παπαθανασίου «Τότε ξεκίνησαν οι άνθρωποι να εμβαθύνουν επιστημονικά στην ανθρώπινη ψυχοσύνθεση. Η εποχή που γεννιούνται οι πρώτες φροϊδικές θεωρίες, όλη η έννοια της ψυχανάλυσης και της ψυχολογίας. Εκείνη την περίοδο ξεκινούν και τα πρώτα κλινικά πειράματα πάνω στη γυναικεία υστερία».

- Πώς συνδέονται όλα αυτά με την υπόθεση του λιμπρέτου;

«Ο Αλφόνσο, ο εμπνευστής ουσιαστικά όλης της ίντριγκας της υπόθεσης, είναι ένας απίστευτα καινοτόμος και ρηξικέλευθος άνθρωπος, τον έλκει καθετί καινούργιο. Είναι από τους πρώτους που ασχολείται με τη φωτογραφία. Φαντάζεστε πώς αισθάνθηκαν αυτοί οι άνθρωποι βλέποντας μια ζωντανή απεικόνιση;».

- Αλλαξε όλη η Τέχνη μετά την εμφάνιση της φωτογραφίας.

«Οχι μόνο η Τέχνη. Πλέον οι άνθρωποι είχαν επιλογή μεταξύ ψευδαίσθησης και πραγματικότητας. Μπορούσαν να επιλέξουν μεταξύ μιας εξιδανικευμένης εικόνας μέσα από ένα ζωγραφικό πίνακα και της απόλυτης αναπαράστασης μέσω της φωτογραφίας. Αυτό σαν ιδέα μάς άρεσε πολύ. Μια κοσμογονική αλλαγή που άλλαξε άρδην και την ανθρώπινη σκέψη. Σε αυτό το πλαίσιο το σκηνικό μας αναπαριστά ένα "cabinet of curiosities" - μία ιδιωτική συλλογή από ιδιαίτερα και αλλόκοτα αντικείμενα, που θα μπορούσε να θεωρηθεί πρόγονος ενός ιδιότυπου μουσείου. Από εκεί ξεκίνησε η ιδέα να εκθέτουμε αντικείμενα».

- Γιατί επιλέχθηκε να στηθεί όλος ο σκηνικός χώρος πάνω σε αυτό το χόμπι, ειδικά του Αλφόνσο;

«Ο Αλφόνσο είναι ο εμπνευστής όλης της ίντριγκας του έργου, κάτι που αντανακλά και στην ιδιότητά του ως συλλέκτη. Κάθε συλλέκτης έχει τον απόλυτο έλεγχο της συλλογής του».

- Μπήκατε καθόλου στον πειρασμό να το μεταφέρετε στη σύγχρονη πραγματικότητα;

«Οταν στήνεις ένα έργο -ούτως ή άλλως- η πρώτη σου σκέψη είναι η σύγχρονη πραγματικότητα. Δεν μπορείς να αδιαφορήσεις στο παρόν ακόμη και αν η αναπαράσταση υποτίθεται ότι λαμβάνει χώρα σε εντελώς διαφορετικό χρόνο. Οι χαρακτήρες του έργου διακρίνονται για τις αρχέτυπες συμπεριφορές τους. Αν τους φέρουμε όμως απόλυτα στα μέτρα μας, θα καταφέρουμε ένα είδος ταυτοποίησης που εμπεριέχει πάντα μια άρνηση. Με την απόσταση τη χρονική μπορείς να παρατηρήσεις καλύτερα και να εντρυφήσεις στο πώς αυτοί οι χαρακτήρες επικοινωνούν μεταξύ τους και τι αποτέλεσμα έχει αυτή η επικοινωνία».

- Ξέρουμε για την τραγωδία του σκεπτόμενου ανθρώπου. Το «Ετσι κάνουν όλες» θα μπορούσε να χαρακτηριστεί η κωμωδία του σκεπτόμενου ανθρώπου;

«Ο Χόρας Ουόλπολ είχε πει ότι γι' αυτούς που σκέπτονται ο κόσμος είναι μια κωμωδία και γι' αυτούς που αισθάνονται ο κόσμος είναι μια τραγωδία. Και τα δύο αυτά στοιχεία εμπεριέχονται σε αυτό το έργο. Μπορεί ένας σκηνοθέτης να το προσεγγίσει ως slapstick κωμωδία. Αμιγώς δηλαδή κωμικά, αλλά θεωρώ ότι δεν θα έχει κανένα νόημα. Οι υπερβολές και τα κωμικά στοιχεία του λιμπρέτου λειτουργούν συμβολικά, όπως επί παραδείγματι οι καταστάσεις που προκύπτουν με τις μεταμφιέσεις των πρωταγωνιστών, που είναι σαν να μας λέει ο Ντα Πόντε ότι μπορεί να έχουμε δίπλα μας για χρόνια έναν άνθρωπο και στην ουσία να μην τον γνωρίζουμε καθόλου».

- Ποιος είναι ο εννοιολογικός πυρήνας του έργου στον οποίο δεν γίνεται να αδιαφορήσει κανένας σκηνοθέτης;

«Δεν μπορείς να αδιαφορήσεις στην ισορροπία που δημιουργεί το λιμπρέτο και η μουσική. Ο Ντα Πόντε έχει γράψει μια κωμωδία και ο Μότσαρτ έχει συνθέσει μια τραγωδία, κι έτσι αποδίδεται η απόλυτη αλήθεια των συναισθηματικών καταστάσεων. Δεν είναι ούτε κωμωδία ούτε τραγωδία και γι' αυτό επέλεξαν τον τίτλο "drama giocoso". Ολο το νόημα όμως ο Ντα Πόντε το αναφέρει στο τέλος. "Τυχερός εκείνος που βλέπει πάντα τον κόσμο από τη θετική του πλευρά". Είναι πράγματι τυχερός όποιος έχει το σθένος να αντιμετωπίζει τις τραγωδίες της ζωής και τις περιπέτειες της ανθρώπινης ύπαρξης με χιούμορ και αισιοδοξία. Οποια τραγωδία και αν μας συμβεί, ο άνθρωπος θα επιβιώσει».

- Δεν είναι όμως και λίγο μοιρολατρική και εφησυχαστική αυτού του είδους η αισιοδοξία; Μήπως μας κρατά δέσμιους σε όσους μας δυναστεύουν;

«Δεν συμφωνώ. Το χιούμορ είναι ένας τρόπος να πηγαίνεις μπροστά αντί να κολλάς στην αυτολύπηση. Να θεωρείς συνεχώς τον εαυτό σου ένα θύμα της κατάστασης. Η αισιοδοξία, αντίθετα από τη μεμψιμοιρία, σε θέτει σε εγρήγορση».

- Θεωρείτε ότι στην Ελλάδα είμαστε μεμψίμοιροι;

«Εντελώς. Πάντα οι άλλοι φταίνε. Εμείς δεν φταίμε σε τίποτα. Το σύστημα φταίει. Πάντα βαλλόμαστε και εμείς είμαστε οι αθώοι. Τα ανυπεράσπιστα θύματα».

- Λείπει η αυτοκριτική;

«Την αυτοκριτική μας θα την κάνουμε όταν καταλάβουμε ότι ο καθένας λίγο έως πολύ αποτελεί μέρος του συστήματος. Εμείς το φτιάξαμε το σύστημα. Εμείς το ψηφίσαμε, εμείς το θρέψαμε και εμείς το συντηρήσαμε. Σίγουρα ο κόσμος περνάει δύσκολα, και αυτό το βλέπεις και έξω στο δρόμο, όπου έχει εξαφανιστεί το χαμόγελο και η θετική ενέργεια. Παράλληλα, όμως, δεν υπάρχει και ενδοσκόπηση. Αν αλλάξουμε τον τρόπο που αντιμετωπίζουμε τα πράγματα, ίσως από την κρίση προέκυπτε και ένα καλό».

- Ηταν συνειδητή η επιλογή να μείνετε και να εργαστείτε μόνιμα στο εξωτερικό;

«Από τη στιγμή που ασχολούμαι αποκλειστικά με την όπερα και όχι με το θέατρο, δεν θα μπορούσα να δουλέψω στην Ελλάδα, μιας και στην καλύτερη περίπτωση θα αναλάμβανα μία παραγωγή το χρόνο. Οι ευκαιρίες να δουλέψω στο εξωτερικό είναι σαφώς περισσότερες. Αυτή τη στιγμή η σταθερή μου συνεργασία είναι με το Κόβεντ Γκάρντεν, άρα η βάση μου είναι το Λονδίνο».

- Θεωρείτε ότι δεν υπάρχει αξιοκρατία στην Ελλάδα;

«Σε γενικές γραμμές ούτε υπήρχε ούτε υπάρχει. Πάντα μέτραγε ποιανού γιος ή κόρη είσαι, και τι μέσο έχεις. Παρ' όλα αυτά δεν θεωρώ ότι αποτελούν από μόνες τους οι σπουδές μια παρακαταθήκη που πρέπει οπωσδήποτε να σου ανοίξει πόρτες. Μόνο με τις σπουδές στην Αγγλία δεν πας πουθενά. Η αγορά εργασίας εκεί σε θέλει από τα 22 σου. Στην Ελλάδα πρώτα κάνουμε δέκα μάστερ και δύο διδακτορικά και μετά αρχίζουμε να ψάχνουμε για δουλειά. Λίγοι κάνουν εκεί διδακτορικό. Μόνο όσοι θέλουν να ακολουθήσουν ακαδημαϊκή καριέρα. Εδώ τα πράγματα δεν είναι στοχευμένα και κάνουμε για παράδειγμα διδακτορικό επειδή έκανε και ο γείτονας. Οσο περισσότερες είναι οι σπουδές σου τόσο μεγαλύτερες οι απαιτήσεις σου και όταν σου παρουσιάζεται μία ευκαιρία για δουλειά δεν την εκλαμβάνεις ως ευκαιρία αλλά ως αδικία».

i info

Θέατρο Ολύμπια 24, 25, 26, 31 Οκτωβρίου 2014. 1, 2, 8, 9 Νοεμβρίου. Ωρα έναρξης: 20.00.

Μουσική διεύθυνση: Μίλτος Λογιάδης (24, 25, 26, 31/10 - 1, 2/11),

Ζαν Κριστόφ Σαρρόν (8, 9/11).

Σκηνοθεσία: Ροδούλα Γαϊτάνου.

Σκηνικά - κοστούμια: Γιώργος Σουγλίδης.

Φωτισμοί: Σάιμον Κόρντερ.

Διεύθυνση χορωδίας: Αγαθάγγελος Γεωργακάτος.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Με λέξεις-κλειδιά
Σκηνοθέτες/Παραγωγοί
Συνεντεύξεις
Εθνική Λυρική Σκηνή