Ηλεκτρονική Έκδοση

Οικονομική στασιμότητα, αλά ιαπωνικά

Μακρόσυρτη αδυναμία

Για χρόνια στασιμότητα στην οικονομία της Ευρώπης -κατάσταση κατά την οποία η χρόνια μείωση των επενδύσεων μπορεί να οδηγήσει σε μία μακρά περίοδο αδύναμης ζήτησης, προειδοποιεί σχόλιο στην εφημερίδα Financial Times μετά τις έντονες αναταράξεις στις αγορές την προηγούμενη εβδομάδα.

“Αυτό που έγινε την προηγούμενη εβδομάδα”, σημειώνει ο Β. Μινχάου αρθρογράφος στους FT. “Οι κεφαλαιαγορές συνειδητοποίησαν πως υπάρχει η πιθανότητα μεγάλης ύφεσης σε όλη την ευρωζώνη με πολύ χαμηλό πληθωρισμό για τα επόμενα 10 - 20 χρόνια. Αυτό μας δείχνει η πτώση των προσδοκιών για τα διάφορα μεγέθη του πληθωρισμού. Οι επενδυτές δεν ανησυχούν για τη φερεγγυότητα ενός κράτους μέλους. Αυτό ήταν σαφέστατα διαφορετικό πριν από δύο χρόνια”.

Ωστόσο ο ίδιος σχολιάζει πως έτσι κι αλλιώς το τρέχον σενάριο είναι αρκετά ανησυχητικό. Οι επιπτώσεις για αυτούς που ζουν σε ένα τέτοιο λάκκο με φίδια είναι ήδη εμφανείς: υψηλή ανεργία, αύξηση της φτώχειας, στασιμότητα των ονομαστικών και των πραγματικών μισθών, βάρος χρέους που δεν μειώνεται σε πραγματικούς όρους, μείωση των υπηρεσιών του δημοσίου τομέα και των δημοσίων επενδύσεων.

Η χρόνια στασιμότητα, σημειώνει επίσης, είναι ανησυχητικές επιπτώσεις για τους επενδυτές.

“Τα πρόσφατα υψηλά επίπεδα των μετοχών βασίστηκαν στο καλύτερο δυνατό σενάριο: ότι ο ρυθμός αύξησης της παραγωγικότητας θα επανερχόταν στον ιστορικό μέσο όρο και πως το επίπεδο του ΑΕΠ θα έφτανε τελικά την προ κρίσης αναπτυξιακή τροχιά. Οι επενδυτές έχουν αρχίσει τώρα να ανησυχούν ότι τίποτα από όλα αυτά δεν πρόκειται να συμβεί. Το ΑΕΠ βρίσκεται κοντά στα επίπεδα του 2007. Η ανάπτυξη είναι αργή”, προσθέτει.

“Ούτε το ποσοστό του ΑΕΠ που αντιστοιχεί στα κέρδη μπορεί να αυξηθεί πολύ περισσότερο. Έτσι, εάν η ανάπτυξη της παραγωγικότητας παραμένει χαμηλή, τότε δύσκολα μπορεί να δει κανείς πώς οι επενδύσεις σε χρηματιστήρια μπορούν να αποφέρουν μεγάλες πραγματικές αποδόσεις. Η νομισματική πολιτική μπορεί να δώσει βραχυπρόθεσμη ώθηση στις αγορές, αλλά αυτό δεν μπορεί να διατηρηθεί επ' αόριστον. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, οι αποδόσεις των τίτλων χαμηλού ρίσκου θα είναι μικρές”.

Ο ίδιος αναλυτής σημειώνει πως η χρόνια στασιμότητα συνοδεύεται από μόνιμη υποχώρηση του πληθωρισμού σε επίπεδα κάτω από τον στόχο του 2%.

“Η πραγματική αξία του δημόσιου και του ιδιωτικού χρέους κατά συνέπεια δεν υποχωρεί με τον επιθυμητό ρυθμό. Κι αυτό επομένως καθιστά ακόμη δυσκολότερη τη μείωση του χρέους για επιχειρήσεις, άτομα και δημόσιο. Τα γερμανικά κρατικά ομόλογα είναι οι μόνοι τίτλοι στην ευρωζώνη που οι επενδυτές θεωρούν λίγο-πολύ μηδενικού κινδύνου.

Η χρόνια στασιμότητα είναι πολύ πιο δραματική από την κρίση χρέους. Με τέτοια απειλή να κρέμεται από πάνω μας, κάποιος θα περίμενε ότι οι αξιωματούχοι θα έκαναν τα πάντα για να αποφύγουν τον όλεθρο. Και σίγουρα έτσι θα γινόταν εάν η κρίση απειλούσε μία κανονική χώρα”, υπογραμμίζει και καταλήγει.

Οικονομικο-πολιτική κρίση

“Οι αξιωματούχοι της ευρωζώνης έχουν τρεις επιλογές: Πρώτον, μπορούν να μετατρέψουν την ευρωζώνη σε πολιτική ένωση και να κάνουν «ό,τι χρειάζεται», ένα ευρωομόλογο, μία μικρή δημοσιονομική ένωση, μηχανισμούς μεταφοράς και τραπεζική ένωση. Η δεύτερη επιλογή είναι να αποδεχθούν τη χρόνια στασιμότητα. Η τελική επιλογή είναι η διάσπαση της ευρωζώνης”.

Ο Λάρι Έλιον της Γκάρντιαν συμφωνεί: η πτώση των διεθνών αγορών οφείλεται κατά κύριο λόγο στα προβλήματα της Ευρώπης. Οι ελπίδες ότι η οικονομία της ευρωζώνης θα ανακάμψει φαίνεται να έχουν εγκαταλειφθεί. Μέχρι τώρα, οι αγορές φαίνονταν να αρκούνται στο γεγονός ότι ο πυρήνας της ευρωζώνης – η Γερμανία – πήγαινε καλά. Τα πρόσφατα στοιχεία όμως δείχνουν ότι η μικρή ανάπτυξη σε χώρες όπως η Γαλλία και η Ιταλία έχει επιπτώσεις και στη Γερμανία. Και οι αγορές δεν πιστεύουν πλέον ότι η νομισματική πολιτική, δηλαδή η χρησιμοποίηση των επιτοκίων και της ποσοτικής χαλάρωσης για τη ρύθμιση της τιμής και της ποσότητας του χρήματος, μπορεί να φέρει αποτελέσματα.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι η σημαντικότερη αγορά του κόσμου: έχει πάνω από 500 εκατομμύρια καταναλωτές, οι περισσότεροι από τους οποίους βρίσκονται σε σχετικά καλή οικονομική κατάσταση. Η χαμηλή ζήτηση λοιπόν στην ευρωζώνη σημαίνει χαμηλή ανάπτυξη στον υπόλοιπο κόσμο.

Πολλοί συγκρίνουν την Ευρώπη με την Ιαπωνία, η οποία χαρακτηρίζεται από ένα φθίνοντα πληθυσμό, χαμηλή ανάπτυξη και αποπληθωρισμό. Ίσως όμως να είναι πιο επιτυχής η σύγκριση της Ευρώπης με την Ιταλία, η οποία έχει χαμηλά ποσοστά γεννητικότητας και ένα βιοτικό επίπεδο χειρότερο απ' ό,τι στο τέλος της δεκαετίας του 1990. Και αυτή η σύγκριση δεν είναι καθόλου μα καθόλου καθησυχαστική.

Η μεγάλη υποχώρηση των ευρωπαϊκών αγορών την περασμένη εβδομάδα οφείλεται κυρίως στους πολιτικούς κινδύνους, με πιο προφανείς αυτούς στην Ελλάδα, εκτιμά δημοσίευμα της εφημερίδας Wall Street Journal.

Στο δημοσίευμα με τίτλο: «Τα προβλήματα της Ευρωζώνης έχουν στη βάση τους την πολιτική», ο αρθρογράφος της εφημερίδας Σάιμον Νίξον αναφέρει ότι η κατάσταση της ελληνικής οικονομίας φαίνεται περισσότερο σταθερή από κάθε άλλη φορά από την αρχή της κρίσης, και η οικονομία της Ευρωζώνης είναι σε καλύτερη κατάσταση απ' ό,τι το 2012.

«Σημαίνει αυτό ότι είναι όλα καλά στην Ευρωζώνη; Σαφώς όχι. Αλλά οι κίνδυνοι σήμερα είναι κυρίως πολιτικοί. Αυτό είναι πιο προφανές στην περίπτωση της Ελλάδας, η οποία σε οικονομικούς όρους φαίνεται τώρα περισσότερο σταθερή από οποιαδήποτε άλλη περίοδο από την αρχή της κρίσης» σημειώνει ο αρθρογράφος.

«Ενώ ο λόγος του δημόσιου χρέους προς το ΑΕΠ, που ανέρχεται στο 175%, φαίνεται πολύ υψηλός, το κόστος εξυπηρέτησης του ελληνικού χρέους και το προφίλ της ωρίμανσής τους είναι από τα πιο ευνοϊκά στην Ευρωζώνη» σημειώνει το δημοσίευμα, προσθέτοντας ότι «ακόμη και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ) θεωρεί τώρα ότι υπάρχει πιθανότητα να επιτύχει η Ελλάδα τους στόχους της για το χρέος χωρίς περαιτέρω ελάφρυνσή του».

Ο Νίξον επισημαίνει ότι, αυτό που ενοχλεί τις αγορές είναι η ασταθής πολιτική κατάσταση στην Ελλάδα, προσθέτοντας ότι το κόμμα του ΣΥΡΙΖΑ προηγείται στις δημοσκοπήσεις και απειλεί να προκαλέσει εκλογές στις αρχές του επόμενου έτους, αρνούμενο να στηρίξει οποιονδήποτε υποψήφιο για Πρόεδρο της Δημοκρατίας. «Ο ηγέτης του ΣΥΡΙΖΑ Αλέξης Τσίπρας προσπαθεί να παρουσιάσει μία πιο μετριοπαθή εικόνα. Η αγορά φοβάται ότι μία κυβέρνηση υπό τον ΣΥΡΙΖΑ θα αντέστρεφε την πρόοδο που έχει επιτευχθεί με τον σημερινό κυβερνητικό συνασπισμό» προστίθεται στο δημοσίευμα.

Πρόγραμμα... Τσίπρα

Ο αρθρογράφος αναφέρει στη συνέχεια ότι, απαντώντας η κυβέρνηση επιδιώκει να εκθέσει τον κ. Τσίπρα στον πλήρη έλεγχο της αγοράς με την επιδίωξή της να διαπραγματευθεί μία πρόωρη έξοδο της Ελλάδας από το πρόγραμμα διάσωσης. Την περασμένη εβδομάδα φάνηκε ότι αυτή η στρατηγική υψηλού κινδύνου δεν πέτυχε πλήρως τους στόχους της, «καθώς η αντίδραση της αγοράς έδειξε ότι οι επενδυτές δεν είναι έτοιμοι να στηρίξουν την Ελλάδα χωρίς ένα δίχτυ προστασίας, αλλά έδειξε επίσης στους Έλληνες, το 20% των οποίων δηλώνουν ότι δεν ξέρουν πώς θα ψηφίσουν, τους κινδύνους από την ανάθεση της εξουσίας στον ΣΥΡΙΖΑ» σημειώνει ο αρθρογράφος.

«Εν τω μεταξύ, οι πολιτικοί κίνδυνοι αυξάνονται σε όλη την Ευρωζώνη. Η τρέχουσα επιβράδυνση της οικονομίας οξύνει τον ιδεολογικό διχασμό μεταξύ εκείνων που πιστεύουν ότι το έλλειμμα ζήτησης στην Ευρωζώνη μπορεί να αντιμετωπισθεί με περαιτέρω δημοσιονομικά και νομισματικά μέτρα στήριξης, και εκείνων που θεωρούν ότι τέτοιου είδους μέτρα στήριξης απειλούν να κάνουν βαθύτερα τα προβλήματα χρέους της Ευρωζώνης και ότι η βιώσιμη ανάπτυξη εξαρτάται από την άρση των εμποδίων για τις επενδύσεις. Στο επίκεντρο αυτής της διαμάχης βρίσκεται, προσθέτει ο Νίξον, ο βασικός γρίφος της κρίσης του ευρώ: Εάν θα επιβιώσει με τους γερμανικούς ή με τους ιταλικούς όρους. Πρόκειται να είναι το ευρώ ένα ισχυρό νόμισμα που βασίζεται στη δημοσιονομική πειθαρχία, σε ανταγωνιστικές οικονομίες και εθνική υπευθυνότητα; Ή πρόκειται να είναι ένα ασθενές νόμισμα, αναγκασμένο να βασίζεται σε ελλείμματα, την υποτίμηση, τον πληθωρισμό και τελικά την αμοιβαιοποίηση των χρεών για να ελευθερωθεί από την κρίση;»

Γενικότερες αανισορροπίες

H Πρόεδρος της Fed διατύπωσε την ανησυχία της για την αυξανόμενη εισοδηματική ανισότητα στις ΗΠΑ. O Πρόεδρος της Fed Boston (Rosengren) δήλωσε ότι η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ θα πρέπει να ολοκληρώσει το πρόγραμμα ποσοτικής επέκτασης τον Οκτώβριο εκτός εάν υπάρξει κάποια δραματική εξέλιξη. Στις ΗΠΑ κρατούν μικρό καλάθι καθώς η ανάπτυξη είναι εύθραυστη γεγονός που τρομάζει τις αγορές αν αποσυρθούν απότομα τα “μαξιλάρια”.

Πρόσθεσε ότι με βάση την τρέχουσα οικονομική κατάσταση στις ΗΠΑ, εξακολουθεί να είναι πιθανή η αύξηση του επιτοκίου αναφοράς εντός του 2015.

O Αντιπρόεδρος της ΕΚΤ (Constancio) επισήμανε ότι το πρόγραμμα αγοράς τίτλων της ΕΚΤ πιθανόν θα επηρεάσει τις αγορές συναλλάγματος και ομολόγων. Μέλος της ΕΚΤ (Coeure) δήλωσε ότι η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα θα αρχίσει να αγοράζει τίτλους εντός των επομένων ημερών.

Ο Πρόεδρος της Κεντρικής Τραπέζης της Γερμανίας (Weidmann) εκτιμά ότι o κίνδυνος εμφάνισης αποπληθωρισμού στην Ευρωζώνη είναι χαμηλός. Ανέφερε επίσης, ότι ορισμένα προσφάτως ανακοινωθέντα μακροοικονομικά δεδομένα στη Γερμανία ήταν απογοητευτικά, ωστόσο δεν θεωρεί ότι χρειάζεται να εφαρμοστεί πρόγραμμα τόνωσης της γερμανικής οικονομίας.

πηγές: Financial Times, Guardian, Wall Street Journal

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Οικονομία
Με λέξεις-κλειδιά
Ευρωπαϊκή Ένωση
Οικονομική κρίση