Έντυπη Έκδοση

Από τους Τσετσένους στην «Ορέστεια»

Ο ταλαντούχος μικρομηκάς Γιώργος Ζώης ολοκλήρωσε την πρώτη του ταινία μεγάλου μήκους

Εικοσι τρεις Οκτώβρη 2002. Πενήντα οπλισμένοι Τσετσένοι εισβάλλουν σε κεντρικό θέατρο της Μόσχας, διακόπτουν την παράσταση και παίρνουν ομήρους εκατοντάδες εγκλωβισμένους θεατές. Το πιο ξεχωριστό στη συγκεκριμένη κατάσταση ομηρίας είναι το πρώτο λεπτό (που καταγράφηκε στο μόνιτορ της κάμερας παρακολούθησης του θεάτρου): το έργο είναι ένα θεατρικό μιούζικαλ στο οποίο οι ηθοποιοί υποδύονται Ρώσους στρατιώτες.

Οι Τσετσένοι εισβολείς, μασκοφορεμένοι και ντυμένοι με στολές παραλλαγής, ανεβαίνουν πάνω στη σκηνή και πυροβολούν στον αέρα. «Οι θεατές θεωρούν ότι όλα αυτά δεν είναι παρά μέρος της παράστασης και μάλιστα το πιο ρεαλιστικό και απροσδόκητο. Αυτό το κρίσιμο λεπτό, μυθοπλασία και πραγματικότητα, αλήθεια και ψέμα, λογική και παράλογο ταυτίζονται. Η ταινία μου είναι μια απόπειρα διαστολής αυτού του πρώτου λεπτού...».

Ευαίσθητες κεραίες

Τα λόγια ανήκουν στον Γιώργο Ζώη, έναν από τους σημαντικότερους μικρομηκάδες μας, που μόλις ολοκλήρωσε τα γυρίσματα της πρώτης μεγάλου μήκους ταινίας του, με τίτλο «Stage Fright».

Ο Ζώης, πνεύμα ανήσυχο, απέδειξε στις δύο προηγούμενες ταινίες του, εκτός από τη σκηνοθετική του βιρτουοζιτέ, τις ευαίσθητες κεραίες του απέναντι σε όσα διαδραματίζονται σήμερα στην Ελλάδα. Ειδικά το «Casus Belli» (2010), που προβλήθηκε και στο Φεστιβάλ Βενετίας, ήταν μια ακτινογραφία της κρίσης - σε μη ρεαλιστικό, ωστόσο, πλαίσιο. Μέσα σε λίγα λεπτά, είχε καταφέρει να τα πει όλα, εστιάζοντας στις ουρές που δημιουργούνται σε δημόσιους χώρους (από το σουπερμάρκετ μέχρι το ΑΤΜ). Ο φακός του στάθηκε και στους νέους «πελάτες» μιας ουράς για συσσίτιο: πρώην στελέχη επιχειρήσεων, ανθρώπους της διπλανής πόρτας. Στο τέλος της ταινίας, ένας πεινασμένος άστεγος ξεσπάει. Η ουρά διαλύεται και μαζί της διαλύονται, σαν ντόμινο, όλες οι υπόλοιπες: της εκκλησίας, του κλαμπ, του ΑΤΜ, του σουπερμάρκετ. Ο Ζώης εστίαζε «στο πώς φτάνουμε από τη διαβίωση στην επιβίωση. Η ταινία σε λίγο καιρό δεν θα είναι φιξιόν. Θα είναι ντοκιμαντέρ...» μας είχε πει τότε. Κι είχε δίκιο.

Και να που τώρα εμπνέεται από το συγκλονιστικό εκείνο συμβάν στην Τσετσενία, για να κάνει το δικό του ευρύτερο σχόλιο. Στην περίπτωση, άλλωστε, της ταινίας του, το θεατρικό που υποτίθεται πως παίζεται επί σκηνής είναι η δική μας «Ορέστεια» - γεγονός που υπαινίσσεται πολλά.

Ιδού η σύνοψη της ταινίας (σε σενάριο του σκηνοθέτη, με τη συνεργασία του Βασίλη Κυριακόπουλου): Οι τελευταίοι θεατές παίρνουν τις θέσεις τους. Η παράσταση της «Ορέστειας» ξεκινάει. Ξαφνικά τα φώτα σβήνουν και η σκηνή βυθίζεται στο σκοτάδι. Στο κοινό επικρατεί αμηχανία. Μια ομάδα αγοριών και κοριτσιών σηκώνονται από τις θέσεις τους και ανεβαίνουν στη σκηνή. Είναι ντυμένοι ομοιόμορφα και κρατάνε όπλα στα χέρια. Ο προβολέας του θεάτρου τούς φωτίζει με μια μικρή καθυστέρηση. Συστήνονται στο μικρόφωνο ως ο Χορός της τραγωδίας και προσκαλούν μέλη του κοινού να ανέβουν πάνω στη σκηνή μαζί τους. Η παράσταση συνεχίζεται από το σημείο που σταμάτησε, με μία μόνο διαφορά: η ζωή μιμείται την τέχνη και όχι το αντίστροφο...

Αυθεντικές αντιδράσεις

Τα γυρίσματα έγιναν στο θέατρο «Παλλάς» με τη συμμετοχή γνωστών ηθοποιών: από την Αλεξία Καλτσίκη και τον Χρήστο Στέργιογλου μέχρι τον Γιώργο Βαλαή και τη Σοφία Κόκκαλη (τη μία εκ των πρωταγωνιστριών της «Μικράς Αγγλίας»). Συμμετέχουν όμως και πολλοί πρωτοεμφανιζόμενοι, αλλά και χορευτές.

Και καθώς, σύμφωνα με το σενάριο, η ταινία εξελίσσεται σε ένα θέατρο, το «ρόλο» του κοινού υποδύθηκαν εκατοντάδες ερασιτέχνες, οι αυθεντικές αντιδράσεις των οποίων κινηματογραφήθηκαν και θα χρησιμοποιηθούν στην ταινία.

Το «Stage Fright», που το «Variety» έγραψε ότι είναι ένα από τα πιο πολυσυζητημένα κινηματογραφικά ντεμπούτο της επόμενης χρονιάς, έχει ήδη βραβευτεί για το σενάριό του ενώ έχει επιλεγεί στο πρόγραμμα Atelier-Cinefondation του Φεστιβάλ Κανών και πιο πρόσφατα στο 1ο European Gap Financing Coproduction Market του Φεστιβάλ Βενετίας.

Είναι μια συμπαραγωγή μεταξύ Ελλάδας (Pan Entertainment), Γαλλίας (ΕΖ Films) και Κροατίας (Nukleus Film), με την υποστήριξη του Ελληνικού, του Γαλλικού (CNC) και του Κροατικού (HAVC) Κέντρου Κινηματογράφου. Η παραγωγή είναι της Μαρίας Δρανδάκη.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Με λέξεις-κλειδιά
Σκηνοθέτες/Παραγωγοί
Ταινίες/Σήριαλ/Παραγωγές