Έντυπη Έκδοση

Σπύρος Ζαγοραίος

Ενας μάγκας στον Αδη

Η ιδιότυπα βραχνή και μπάσα φωνή του Σπύρου Ζαγοραίου βυθιζόταν μέσα στο χάος της μεταπολεμικής Ελλάδας και ερχόταν στην επιφάνεια ως ένα σύγχρονο αστικό άκουσμα με τα τελευταία ίχνη ενός παλαιού κόσμου που είχε πλέον χαθεί.

Τα δικά του τραγούδια, όλα δημιουργήματα της δεκαετίας του '70, ακούστηκαν σαν τις τελευταίες αναλαμπές του απόηχου του ρεμπέτικου και ό,τι καταλάβαινε η κοινή συνείδηση ως γνήσιο λαϊκό τραγούδι. Ηδη από τη δεκαετία του '80 η εισβολή του φαστ φουντ και των ντόνατς δεν άλλαξε μόνο τις διατροφικές συνήθειες των Ελλήνων, αχρήστευσε και τους χώρους της ταβέρνας και των μπουζουκομάγαζων.

Ο Σπύρος Ζαγοραίος, ο οποίος πέθανε χθες σε ηλικία 86 ετών, ήταν το θετικό απομεινάρι ενός μουσικού περιβάλλοντος που όσες προσπάθειες κι αν έγιναν εκ των υστέρων προς ανάστασή του, παρέμειναν στα πνιγηρά όρια ενός ασύντακτου και αγράμματου νεολαϊκού ήχου. Η κηδεία του θα γίνει αύριο το απόγευμα στο Γ' Νεκροταφείο. Τα τελευταία χρόνια είχε καθηλωθεί σ' έναν καναπέ, καθώς έπασχε από την ασθένεια του Πάρκινσον.

Εζησε και πέθανε πάνω στο πάλκο, δρομολογώντας εδώ και σαράντα χρόνια την αυτομυθολόγησή του, στο προνομιακό Αιγάλεω που λειτούργησε ως ένας από τους τελευταίους τόπους, όπου η λαϊκότητα έστω και ξεφτισμένη από την κατανάλωση της ψευδεπίγραφης ευημερίας αντηχούσε κάτι από τον ήχο της παλιάς γειτονιάς. Το λαϊκό κέντρο «Εντελαμαγκέν» έφερε αποκλειστικά το στίγμα της προσωπικότητάς του ως ενός «τεμένους» που ταλαντευόταν μεταξύ ένδοξου παρελθόντος και άδοξου παρόντος.

Από μια καλή σύμπτωση της τύχης μία σύνθεση του Σπύρου Περιστέρη «Ο μάγκας του Βοτανικού», βασισμένη σε παραδοσιακή μελωδία, στην επικοινωνιακή ευφυΐα του Σπύρου Ζαγοραίου μεταμορφώθηκε στο ιδιολεκτικό «Ε ντε λα μαγκέ ντε Βοτανίκ».

Εκτοτε, αυτό το τραγούδι θα τον ακολουθούσε ως η καλή μάγισσα του προσωπικού του μουσικού παραμυθιού. Αλλά είπαμε: ο λαϊκός συνθέτης και τραγουδιστής προσπάθησε να κρατήσει ζωντανή τη φλόγα, η οποία κόντευε να σβήσει στην εστία του «αυθεντικού» τραγουδιού και τελικώς έσβησε, γιατί τραγούδια σαν τα «Ο αλήτης» ή «Προσευχή» ήταν τα προσανάμματα που έρχονταν από ένα παλιό μουσικό περιβάλλον.

Ερμήνευσε πάνω από εκατό τραγούδια πρώτης γραμμής από τα «ηρωικά» χρόνια των μεγάλων λαϊκών και ρεμπέτικων συνθέσεων, έγραψε τη δική του μουσική σε είκοσι και έβαλε την υπογραφή του σε ένδεκα, αφήνοντας πίσω μια κληρονομιά η οποία παρέμεινε αμετάδοτη και αμεταλαμπάδευτη.

Γεννημένος στον Αγιο Αρτέμιο (Γούβα) Παγκρατίου στις 23 Ιουνίου 1928 από φτωχή οικογένεια, δεν μπόρεσε να σπουδάσει -όπως έλεγε με παράπονο- και αναγκάστηκε να βγει στο πεζοδρόμιο, γιατί η επιβίωση για ένα κομμάτι «έθαβε» την όποια θέληση για γράμματα. Μέσα στο δρόμο γνώρισε το αρνητικό του φιλμ της ζωής και έχασε το αριστερό του χέρι, καθώς έπαιζε στην περιοχή Κοντοπήγαδο της Λεωφόρου Βουλιαγμένης.

Ακόμη και έτσι, μπόρεσε να επιβιώσει στη μουσική πιάτσα, έστω και αν ορισμένες φορές έπεσε θύμα ρατσιστικής αντιμετώπισης. Κεφάτος, καλαμπουρτζής και χιομουρίστας έκανε τη διαφορά λόγω αυτών των δεξιοτήτων του και πάνω σ' αυτά πάτησε για να αποκτήσει τη δική του προσωπικότητα, μια προσωπικότητα «περφόμερ».

Ωστόσο, ο Βαμβακάρης, ο Τσιτσάνης, ο Παγιουμτζής, ο Τσαουσάκης, ο Λαύκας, ο Μπιθικώτσης, ο Γαβαλάς δεν του στέρησαν τη συμπάθειά τους και την αλληλεγγύη τους, έμαθε από αυτούς με τη μεταδοτικότητα του σιναφιού, γι' αυτό τους θυμόταν με αγάπη μέχρι τα γεράματα.

Τα τελευταία χρόνια, ο Σπύρος Ζαγοραίος -εν τω μεταξύ είχε χάσει το παιδί του- είχε γίνει ευσυγκίνητος, έκλαιγε συχνά, δεν είχε χάσει όμως τη γενναιοδωρία του προς τους ανθρώπους. Γιατί ποτέ δεν κλείστηκε στον εαυτό του, ήταν ο ένας για τους άλλους, ο ένας για όλους τους ακροατές του, η μεταπολεμική Ελλάδα του λαϊκού τραγουδιού αυτοπροσώπως που είχε χάσει το ήθος της ανεπιστρεπτί.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Με λέξεις-κλειδιά
Μουσική