Έντυπη Έκδοση

«Ανθρωπισμός» και «ανθρωπιστική κρίση»

Φαίνεται να αποτελεί κατ' αρχήν παράδοξο ότι την εποχή όπου ελάχιστοι αμφισβητούν επί της ουσίας την «οικονομία της αγοράς» ανθεί μια συγκεκριμένη εκδοχή «ανθρωπισμού» - ένας όρος που, σημειωτέον, θεωρείται ιδιαίτερα «ντεμοντέ» στη φιλοσοφική συζήτηση από τη δεκαετία του 1960 και τούδε.

Πρόκειται φυσικά για τον «ανθρωπισμό» που τροφοδοτείται από τις εικόνες που έρχονται από διάφορες, κατά κανόνα μακρινές, περιοχές που μαστίζονται από την πείνα, τις αρρώστιες και τον πόλεμο. Σκελετωμένα παιδιά, βομβαρδισμένοι οικισμοί, παραμορφωμένα σώματα εισβάλλουν εξ αποστάσεως στα σαλόνια μας και απαιτούν «να κάνουμε κάτι», άμεσα, στο λεπτό. Και πράγματι ένα τηλέφωνο, ένα γραπτό ή ηλεκτρονικό μήνυμα αρκούν πλέον για να καταβάλει ο καθένας τον οβολό του και να επιστρέψει στις συνήθεις ασχολίες του, κατά κανόνα στο τηλεοπτικό ζάπινγκ ή το σερφάρισμα στην οθόνη του υπολογιστή του. Να επιστρέψει αλλά με μια πιο ήσυχη συνείδηση, έως ότου μια επόμενη εικόνα αυτού του είδους ανακινήσει την «ανθρωπιστική» του ευαισθησία και τον οδηγήσει στην επανάληψη αυτής της κίνησης.

Αυτός είναι λοιπόν ο «ανθρωπισμός» που κυριαρχεί σήμερα: η εξ αποστάσεως αντίδραση σε μια εικόνα ανθρώπινης οδύνης και δυστυχίας, αντίδραση στιγμιαία όσο και εφήμερη, που απλά επιτρέπει την απρόσκοπτη συνέχιση της κατάστασης που έχει οδηγήσει σε αυτήν την «ακραία» κατάληξη. Κάποτε το λέγαμε «φιλανθρωπία» και ήταν μια από τις βασικές λειτουργίες των διάφορων εκκλησιών. Σήμερα, σε έναν διεθνοποιημένο κόσμο, τη λειτουργία αυτή την έχει αναλάβει σε μεγάλο βαθμό η βιομηχανία των ΜΚΟ, που υποκαθιστά τα καταρρέοντα κράτη αυτού που κάποτε λέγαμε «Τρίτο Κόσμο» και αποτελεί οργανικό πλέον κομμάτι της πλανητικής κυριαρχίας της Δύσης.

Ας εξετάσουμε όμως πιο κοντά σε ποιες υποκειμενικές κατηγορίες ανταποκρίνεται αυτός ο «ανθρωπισμός». Από τη μια έχουμε το ανήμπορο θύμα. Που μας εγκαλεί με το βλέμμα του και δημιουργεί συγκίνηση και αίσθημα «συμπάθειας», πάντα από απόσταση βέβαια. Ως θύμα μιας περίπου φυσικής καταστροφής -αυτές οι εικόνες αφορούν εξάλλου αδιάκριτους πολέμους, σεισμούς, επιδημίες ή απλώς ανέχεια- αδυνατεί να δράσει ως υποκείμενο, απλά εμφανίζεται ως δέκτης μιας βοήθειας, που την παρέχει ο φιλεύσπλαχνος πολίτης και αναλαμβάνει να διεκπεραιώσει ο «ειδικός» της «ανθρωπιστικής βοήθειας». Οπως οι κλασικοί θεωρητικοί του φιλελευθερισμού, ο Τζον Λοκ και ο Ανταμ Σμιθ, είχαν τονίσει εδώ και κάποιους αιώνες, αυτού του είδους ο «ανθρωπισμός» αποτελεί το αναγκαίο συμπλήρωμα μιας κοινωνικής συνθήκης που βασίζεται στους απρόσωπους μηχανισμούς της «ελεύθερης αγοράς». Η σημερινή άνθηση των ΜΚΟ δεν αποτελεί παρά την άλλη όψη της παντοδυναμίας του νεοφιλελευθερισμού, με μια γερή δόση εργαλειακής χρήσης που στοχεύει στην εξυπηρέτηση των γεωπολιτικών και οικονομικών συμφερόντων των ισχυρών του πλανήτη.

Δεν είναι λοιπόν διόλου ουδέτερος ο χαρακτηρισμός μιας κατάστασης κοινωνικής κρίσης και καταστροφής ως «ανθρωπιστικής» για τον πολύ απλό λόγο ότι αυτός ο όρος αποκρύπτει τα κοινωνικά και πολιτικά αίτια αυτής της κατάστασης και στρέφει την προσοχή στην επιφάνεια, στις συνέπειες αυτών των αιτιών. Η επίκληση του συναισθήματος και του αυτονόητου «ανθρωπιστικού» αντανακλαστικού λειτουργεί ως ένας ισχυρός μηχανισμός αποπολιτικοποίησης του προβλήματος και εγκλωβισμού των εμπλεκόμενων υποκειμένων στους προκαθορισμένους ρόλους του (παθητικού) θύματος και του εφήμερου (μικρο)ευεργέτη.

Γι' αυτό και προκαλεί τουλάχιστον εντύπωση η συστηματική χρήση αυτού του όρου από ένα κόμμα της Αριστεράς όταν προτείνει ένα πλαίσιο αντιμετώπισης της καταστροφής που έχουν προκαλέσει στη χώρα μας οι μνημονιακές πολιτικές. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι μέτρα όπως η αποκατάσταση του ρεύματος σε νοικοκυριά, συσσίτια και, πάνω απ' όλα ίσως, εξασφάλιση αξιοπρεπούς ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης είναι απόλυτα απαραίτητα και επείγοντα. Αυτό που προτείνεται εξάλλου είναι η ανάληψη του κόστους και της ευθύνης της υλοποίησής τους από την πολιτεία και όχι από κάποια ΜΚΟ. Γιατί να χαρακτηρίζονται όμως όλα αυτά «πρόγραμμα για την αντιμετώπιση της ανθρωπιστικής κρίσης»; Δεν δημιουργείται με αυτόν τον τρόπο ο αναπόφευκτος συνειρμός ότι δέκτες τους είναι κάποιοι «άποροι», τα ανήμπορα θύματα της παρούσας κατάστασης και όχι συμπολίτες μας, «δικοί μας» άνθρωποι, υποκείμενα με όλη τη σημασία της λέξης, που ένα αριστερό κόμμα στοχεύει να εκπροσωπήσει και αντιμετωπίσει ως μια δύναμη κοινωνικής αλλαγής;

Αυτό σημαίνει ότι αυτά τα μέτρα, των οποίων ουδείς αμφισβητεί την αναγκαιότητα, πρέπει να κατανοηθούν ως μέρος ενός συνόλου που στοχεύει στην ενεργοποίηση της κοινωνίας και την κατάκτηση δικαιωμάτων στην προοπτική της ανατροπής του βάρβαρου καθεστώτος των Μνημονίων. Η διαρκής επίκληση του «ανθρωπιστικού» τους χαρακτήρα τα απομονώνει από αυτήν την ευρύτερη πολιτική στόχευση και τείνει να τα εμφανίσει ως ένα είδος αναγκαστικής παρέκκλισης από ένα πλαίσιο που δεν αμφισβητείται επί της ουσίας. Γι' αυτό και ο χαρακτηρισμός τους ως «πρώτη δέσμη επείγοντων μέτρων για την αντιμετώπιση της μνημονιακής καταστροφής» να ήταν πιο δόκιμος. Και να αντιστοιχούσε στον πρακτικό και μαχητικό ανθρωπισμό που εμπνέει όσους πιστεύουν ότι η αλλαγή του κόσμου μπορεί να επέλθει μόνο διά μέσου της αυτενέργειας και της στράτευσης των ίδιων των υποκειμένων.

* Καθηγητής Πολιτικής Φιλοσοφίας στο King's College του Λονδίνου

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Πολιτική
Στη στήλη
Ανάλυση στα γεγονότα