Έντυπη Έκδοση

Η τέχνη στην υπηρεσία του Γ' Ράιχ

Στο κέντρο της Νέας Υόρκης, στο λεγόμενο «Μίλι των Μουσείων» (Museum's Mile), σχεδόν απέναντι από το κυρίαρχο στην περιοχή Μητροπολιτικό Μουσείο της Τέχνης, η Neue Galerie αποτελεί τον κεντρικό θεσμό εκπροσώπησης της αυστριακής και γερμανικής τέχνης στην αμερικανική μεγαλούπολη, και βέβαια προφέρεται γερμανικά: Νόιε Γκαλερί!

Το Μουσείο ανήκει στην οικογένεια Lauder, η οποία έχει καταγωγή από την αψβουργική μοναρχία και απέκτησε τον πλούτο και τη φήμη της από την ομώνυμη εταιρεία καλλυντικών. Το όμορφο κτήριο στη γωνία της 5ης λεωφόρου με την 86η οδό φιλοξενεί στον πρώτο του όροφο τη μόνιμη συλλογή της οικογένειας, αφιερωμένη στη Βιέννη, ενώ στον τρίτο όροφο φιλοξενούνται κάθε φορά διαφορετικές εκθέσεις. Στο ισόγειο το βιβλιοπωλείο είναι εξειδικευμένο στη γερμανόφωνη τέχνη και λογοτεχνία και διαθέτει τα περισσότερα βιβλία τόσο στο πρωτότυπο όσο και στα αγγλικά. Προτού αναφερθούμε με νέο μας άρθρο στη μόνιμη συλλογή του Μουσείου και τις φθινοπωρινές εκθέσεις, οι οποίες άνοιξαν τις πόρτες τους στις αρχές του μήνα, νομίζω αξίζει τον κόπο, με την ευκαιρία και της επετείου της 28ης Οκτωβρίου, να επικεντρώσουμε στην καλοκαιρινή έκθεση του Μουσείου, αφού αντίστοιχή της δεν είχε πραγματοποιηθεί τα τελευταία 20 χρόνια στις ΗΠΑ.

Η έκθεση αυτή με τον τίτλο «Εκφυλισμένη Τέχνη» (Degenerate Art) αναφερόταν σε μία άλλη έκθεση, με τον ίδιο τίτλο, αυτή τη φορά στα γερμανικά: «Entartete Kunst», που είχε πραγματοποιηθεί στο Μόναχο το 1937. Πρόκειται για την προπαγανδιστική προσπάθεια των ναζί να απαξιώσουν όλα τα μοντερνιστικά καλλιτεχνικά ρεύματα, όχι μόνο της εποχής τους, αλλά και οτιδήποτε είχε προηγηθεί στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα και δεν εξυπηρετούσε τους προπαγανδιστικούς τους σκοπούς. Την έκθεση είχαν επισκεφθεί τότε σχεδόν 2.000.000 Γερμανοί.

«Γερμανικό πνεύμα»

Η έκθεση αποτελούνταν από μια μεγάλη σειρά μοντερνιστικών αριστουργημάτων, ανάμεσά τους έργα των Πικάσο, Kokoschka και Paul Klee, μεταξύ πολλών άλλων, τα οποία οι ναζί είχαν κατασχέσει από γερμανικά μουσεία ή κλέψει από τους κατόχους τους και πολλές φορές από τους ίδιους τους καλλιτέχνες. Οι φωτογραφίες της εποχής δείχνουν ότι τα έργα ήταν επίτηδες τοποθετημένα με τρόπο που να μην τα αναδεικνύει σε έναν ακατάλληλο χώρο. Δίπλα τους είχαν τοποθετηθεί προπαγανδιστικές επιγραφές που εξηγούσαν τους λόγους για τους οποίους τα έργα αυτά ήταν αντίθετα με το «Γερμανικό Πνεύμα» και, σύμφωνα με τον τίτλο της έκθεσης «εκφυλισμένα», με τη γερμανική λέξη, όπως και την επιλεγμένη για τη μετάφραση ελληνική να προέρχονται από τη βιολογία και να παραπέμπουν ευθέως στη χρήση παρόμοιων όρων και για ρατσιστικούς σκοπούς, εκτός βέβαια από την υποτιθέμενη «επιστημονικότητα» της ορολογίας.

Την τωρινή έκθεση, εκθέματα της οποίας μεταφέρθηκαν στη Νέα Υόρκη από ολόκληρες τις ΗΠΑ, κυρίως όμως από τη Γερμανία, επιμελήθηκε ο Γερμανός καθηγητής Ιστορίας της Τέχνης Olaf Peters (Πανεπιστήμιο του Halle) με τη συνεργασία της διευθύντριας του Μουσείου Renee Price.

Ο πρώτος χώρος που χρησιμοποιήθηκε ήταν ο διάδρομος του δεύτερου ορόφου, στους τοίχους του οποίου είχε σχηματιστεί η πρώτη από τις έντονες αντιθέσεις, οι οποίες αποτελούσαν ένα από τα βασικά εκφραστικά μέσα της έκθεσης. Δύο μεγάλες φωτογραφίες, που ενώ κατά κάποιον τρόπο έμοιαζαν μεταξύ τους αφού απεικόνιζαν δύο σειρές ανθρώπων στην αναμονή δημιουργούσαν το πρώτο από τα έντονα κοντράστ. Η δεξιά φωτογραφία ήταν η «ουρά» των ανθρώπων που περίμενε να μπει στο κτήριο της έκθεσης το 1937, η δεύτερη κάποια χρόνια αργότερα από την αναμονή για την είσοδο στο στρατόπεδο συγκέντρωσης του Αουσβιτς. Στους τοίχους κρέμονταν οι αφίσες της έκθεσης, στις οποίες οι ναζί χρησιμοποιούσαν μάλιστα τα ίδια τα μοντέρνα έργα τέχνης για να τραβήξουν το οπτικό ενδιαφέρον και να διαφημίσουν την έκθεση, που προοριζόταν για να τα απαξιώσει. Στο τέλος του διαδρόμου κρεμόταν επίσης ένα από τα διασημότερα έργα της έκθεσης, το πορτρέτο του Oskar Kokoschka με την παραμορφωμένη φιγούρα του προσώπου του ίδιου του καλλιτέχνη από το 1910.

Απέναντι από αυτό στο μικρό βοηθητικό δωματιάκι βρισκόταν και η σχετική έκδοση, με την οποία οι ναζί συστηματοποιούν κατά κάποιον τρόπο και καταλογραφούν την κατ' αυτούς παρακμιακή τέχνη ενώ στο πρόσωπο ορισμένων καλλιτεχνών, των οποίων και εκτίθενται έργα, επισημαίνονται επίσης οι αντιφάσεις του καθεστώτος, αφού κάποιοι από αυτούς δεν ήταν καν εχθρικοί απέναντί τους αλλά έγιναν παρόλ' αυτά θύματα της αυθαιρεσίας και της εχθρότητάς τους.

Οι στοχοποιημένοι

Παρουσιάστηκαν κυρίως τρία παραδείγματα. Ο Alexej Jawlensky θεωρείτο μάλλον α-πολιτικός με τα πολύ αφαιρετικά του σχέδια, όμως παρόλ' αυτά τα έργα του απαγορεύτηκαν.

Η τέχνη του Ernst Barlach (1870-1937) άρεσε, σύμφωνα με το ημερολόγιό του, στον ίδιο τον Γκέμπελς τη δεκαετία του '20, αυτό όμως δεν τον εμπόδισε να βρεθεί στο στόχαστρο του υπεύθυνου για την πολιτιστική πολιτική και πανίσχυρου υπουργού Προπαγάνδας του Ράιχ αργότερα, ενώ ο Emil Nolde, (1867-1956) παρ' ότι ήταν και ο ίδιος μέλος του Ναζιστικού Κόμματος (NSDAP), είδε τα έργα του να στοχοποιούνται απ' τους ναζί και να απαγορεύονται τελείως το 1941.

Η πρώτη μεγάλη αίθουσα της έκθεσης ήταν χωρισμένη στα δύο, κάτι που αποτέλεσε και τη μεγάλη καινοτομία της, στη μία πλευρά βρίσκονταν επιλεγμένα μοντερνιστικά έργα από την απαξιωτική έκθεση των ναζί, ενώ στην άλλη πλευρά εκτίθεντο έργα που προωθούσε το ναζιστικό καθεστώς ως κατεξοχήν «γερμανικά», από μία άλλη έκθεση επίσης στο Μόναχο, 500 μόλις μέτρα πιο μακριά από την πρώτη που άνοιξε μια μέρα πριν, το καλοκαίρι του 1937 και προωθούσε τα ναζιστικά ιδεώδη. Χαρακτηριστικό, όμως, είναι ότι αυτή την έκθεση υπολογίζεται ότι την είδαν μόνο μισό εκατομμύριο Γερμανοί!

Οι υμνητές

Οι επιμελητές της έκθεσης της Neue Galerie είχαν πολύ επιτυχημένα φροντίσει να υπάρχει αντιστοιχία μορφών σε αυτά τα έργα για να τονίζονται οι διαφορές αλλά και να καταδεικνύεται ο προπαγανδιστικός μηχανισμός της αντιπαράθεσης που είχαν «στήσει» οι ναζί με τις δύο εκθέσεις. Ετσι, στην τέχνη της ζωγραφικής εκτίθενται τρία μεγάλα τρίπτυχα. Το ένα είναι του Adolf Ziegler (τον οποίο ο Χίτλερ εκτιμούσε προσωπικά και γι' αυτό του είχε δώσει σημαντικές θέσεις στους θεσμούς που υπηρετούσαν την πολιτιστική πολιτική του Τρίτου Ράιχ): «Τα τέσσερα στοιχεία», με τέσσερις συμβολικές νεοκλασικίζουσες γυμνές γυναικείες μορφές να αποτυπώνουν το ιδανικό της «άριας» ή και «ελληνο-βόρειας» ομορφιάς. Το έργο αγοράστηκε αργότερα από τον ίδιο τον Χίτλερ και κρεμόταν πάνω από το τζάκι της κατοικίας του στο Μόναχο.

Πολύ χαμηλότερων καλλιτεχνικών στάνταρ και «φτηνά» προπαγανδιστικό το τρίπτυχο του Hans Schmitz-Wiedenbruck με τρεις γερμανικούς χαρακτήρες-ρόλους μέσα στο ναζιστικό φαντασιακό, τον εργάτη, τον αγρότη και στη μέση τον στρατιώτη με τη Σβάστικα, ως το πιο χαρακτηριστικό δείγμα αυτού που οι ναζί ονόμαζαν ρομαντικό ρεαλισμό.

Σε αντιπαράθεση με αυτά τα δύο το εντελώς διαφορετικό τρίπτυχο του Max Beckmann: «Αναχώρηση» (1932-3), που απεικονίζει ανθρώπινα πάθη ή και βασανιστήρια, με τον ίδιο τον καλλιτέχνη πάντως να αποφεύγει να δώσει ένα πολύ συγκεκριμένο μήνυμα στο έργο του, θέλοντας να το αφήσει για το θεατή.

Χαρακτηριστική ήταν η αντιπαράθεση και των γλυπτών. Ο σφριγηλός «Δεκαθλητής» (1936, ημερομηνία και των Ολυμπιακών Αγώνων του Βερολίνου) του Richard Sheibe σε διαμετρική αντίθεση με την καχεκτική «Πεινασμένη» (1925) του Karel Niestrath, και τις αντικλασικές εξπρεσιονιστικές μορφές του Ernst Barlach και την «Προτομή (ή Κεφαλή) ενός Στοχαστή» του Wilhelm Lehmbruck (1918), ένα χρόνο πριν απ' την αυτοκτονία του, με την αίσθηση της αδυναμίας ή και απελπισίας που αποπνέουν τα χέρια χωρίς βραχίονες που καταλήγουν σε μια γροθιά στο μέρος της καρδιάς. Το γλυπτό δημιουργούσε ταυτόχρονα και μια συνειρμική αντίθεση με αντίστοιχο έργο του Rodin, απέναντι, στο Μητροπολιτικό Μουσείο.

Για τη Δρέσδη

Η επόμενη αίθουσα ήταν αφιερωμένη στη μαρτυρική πόλη της Δρέσδης. Εδώ το κοντράστ των συναισθημάτων δεν δημιουργείται με την αντιπαράθεση έργων τέχνης, αφού η αίθουσα ήταν εξ ολοκλήρου αφιερωμένη στην τέχνη του μοντερνισμού, αλλά με δύο μεγάλες αεροφωτογραφίες στους τοίχους, από την πόλη πριν από τον πόλεμο το 1935, και μετά τον εξοντωτικό εκδικητικό βομβαρδισμό από τους συμμάχους τον Φεβρουάριο του 1945 που άφησε πίσω του ερείπια και δεκάδες χιλιάδες νεκρούς και τραυματίες.

Η ιστορική και πολύ σημαντική μεταξύ άλλων για την τέχνη του μπαρόκ Δρέσδη έγινε στις αρχές του εικοστού αιώνα και πρωτεύουσα των πρωτοποριακών κινημάτων. Ηταν η πόλη στην οποία ξεκίνησε το 1905 ένα από τα σημαντικότερα ρεύματα του μοντερνισμού με το όνομα «Γέφυρα» (Die Brucke). Οι καλλιτέχνες αυτοί ήταν από τους πιο μισητούς στους ναζί και τα έργα τους είχαν μάλιστα εκτεθεί προς απαξίωσή τους στη ίδια την πόλη, σε μια έκθεση που αποτέλεσε πρόδρομο αυτής του Μονάχου το 1937. Τους κυριότερους από τους καλλιτέχνες Otto Mueller, Erich Heckel, Karl Schmidt-Rottluff, και Ernst Ludwig Kirchner τους απαθανάτισε στον πίνακα που δέσποζε στην αίθουσα, ο τελευταίος το 1926, αναδρομικά, αφού ήδη πριν από τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο είχαν διαλύσει λόγω καλλιτεχνικών διαφωνιών μεταξύ τους τη «Γέφυρα». Στην ίδια αίθουσα, οι εντυπωσιακοί κυβιστικοί «The Eternal Wanderers» (1919) του Lasar Segall.

Στον τοίχο με την αεροφωτογραφία της κατεστραμμένης Δρέσδης μια σειρά εξίσου έντονων εικόνων διεκδικούσε με αξιώσεις τις ματιές των επισκεπτών, στα σκίτσα της μοντερνιστικής προσέγγισης της «Ζωής του Χριστού» (1918) από τον Karl Schmidt-Rottluff.

Μπάουχαους

Στον τελευταίο χώρο μεταφερθήκαμε σε ένα άλλο πολύ σημαντικό και ίσως πιο γνωστό εκτός της Γερμανίας, ρεύμα του Μοντερνισμού της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, το περιβόητο Bauhaus, με τις εξέχουσες μορφές του Paul Klee και του Walter Gropius να ξεχωρίζουν και για τα προγραμματικά τους κείμενα.

Εδώ δεσπόζει μια αναπαραγωγή του έργου «Το τέλος του Bauhaus» του Ιάπωνα καλλιτέχνη Iwao Yamawaki, ο οποίος με αξιοθαύμαστη οξυδέρκεια διέκρινε αμέσως τι συνέβαινε και απεικόνισε σε μια εξαιρετική σύνθεσή του (κολάζ), μόλις το 1932, τις μπότες των ναζί να καταπατούν κυριολεκτικά την τέχνη του Bauhaus. Οι καλλιτέχνες επίσης να απεικονίζονται πεσμένοι ή κατατρεγμένοι εν μέσω στρατιωτικού τύπου σχηματισμών να παραπέμπουν ευθέως στα τάγματα εφόδου.

Η εμμονή των ναζί με την τέχνη, ως αναπόσπαστου τμήματος του άμεσα σχετικού με τα εγκλήματά τους, κοσμοειδώλου τους, αλλά και η ιδιαίτερη γοητεία που άσκησαν τα ολοκληρωτικά καθεστώτα σε κάποιους, όχι πάντα ασήμαντους, καλλιτέχνες και διανοουμένους, καταδεικνύουν με τραγικό τρόπο την τρομακτική «διαλεκτική» της ανθρώπινης ψυχής, την αδυναμία των πολιτιστικών επιτευγμάτων της ανθρωπότητας να αντισταθούν στα πιο ταπεινά και βάρβαρα ένστικτα, σε ορισμένες δε περιπτώσεις και τη διττή φύση της δημιουργικότητας που είναι ικανή να διψά ταυτόχρονα για το υπερεκλεπτυσμένα όμορφο και για το ασύλληπτα πανούργο και καταστροφικό. 7

INFO: Οι φωτογραφίες της Hulya Kolabas είναι μια ευγενική προσφορά της Neue Galerie © Hulya Colabas/Neue Galerie New York.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Με λέξεις-κλειδιά
Φωτογραφία
Εικαστικά
Αφιέρωμα
Ιστορία/Ιστορικά Γεγονότα
Εκθέσεις
Τέχνη/Πολιτισμός