Έντυπη Έκδοση

ΜΑΝΟΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ: Η ΔΙΚΗ ΜΟΥ ΣΥΡΑ

Η Σύρα διά χειρός Μάνου Ελευθερίου

Μια πρώτη νύξη για την ύπαρξη της Σύρας υπάρχει στον Ομηρο: «Νήσος τις Συρίη κικλήσκεται...». Από τότε τα κείμενα για το νησί έγιναν ποτάμι. Διάσημοι ξένοι περιηγητές, Ελληνες λογοτέχνες και δημοσιογράφοι, ιστορικοί και κοινωνιολόγοι έγραψαν και γράφουν για την ακμή και την παρακμή αυτού του Βράχου, την αρχιτεκτονική της Ερμούπολης και της Μεσαιωνικής Ανω Σύρας, τον πολιτισμού της, το εμπόριο, τα δεκάδες εργοστάσια του 19ου αιώνα, τη ζωή των κατοίκων της. Ολα στο πιάτο. Με την τριφυλή ζωή ενός μέρους των κατοίκων, ιδίως της Ερμούπολης, και παράλληλα η ζωή του περιθωρίου με όσα δεινά συνοδεύεται: Πορνεία, επαιτεία, μαχαιροβγάλτες, τυχερά παιχνίδια, παιδική εργασία, εκμετάλλευση, με λίγα λόγια πλούτος και φτώχεια στο ίδιο καζάνι. Ισως γι' αυτό η Ιστορία πρέπει να γράφεται με δάκρυα.

* ΣΗΜΕΙΩΜΑ: Το κείμενο του Μάνου Ελευθερίου γράφτηκε πέρυσι, κάτω από ασφυκτικά χρονικά περιθώρια, λόγω πολλών ανειλημμένων υποχρεώσεών του. Ασφυκτικός ήταν και ο εκδοτικός χρόνος που έπρεπε να το παραδώσει. Ωστόσο, παρά τη μεγάλη πίεση, ανταποκρίθηκε με ευγενικό τρόπο στην πρόσκληση που του απηύθυνα να δώσει ακόμη μία κατάθεση των εμπειριών του για «τη δική του Σύρα».

Το κείμενο επρόκειτο να δημοσιευθεί πλαισιωμένο με άλλα (βιωματικά) αποσπάσματα από τη συγγραφική του δουλειά, σε ένα εκτενές αφιέρωμα στο ανανεωμένο, από πλευράς δημοσιογραφικής δομής, «Γεωτρόπιο», που θα επανακυκλοφορούσε με την «Ελευθεροτυπία». Η έκδοση τελικώς ματαιώθηκε για «οικονομικούς λόγους». Θεώρησα υποχρέωσή μου και για συμβολικούς λόγους να δώσω προς δημοσίευση ένα μέρος, αλλά φωτεινό, αυτής της προσπάθειας, που δεν έπρεπε να μείνει στο συρτάρι.

Ευχαριστώ τον Μάνο Ελευθερίου, με όλες τις δημιουργικές ιδιότητες που τον συνοδεύουν, για να μην αδικήσω καμία, για το κέρασμα και την υπομονή του να αφιερώσει χρόνο και κόπο για να δει και να χαρακτηρίσει μία προς μία τις εκατοντάδες φωτογραφίες που θα συνόδευαν τη δουλειά του.

Ευχαριστώ και το «7» για τη φιλοξενία. ΦΙΛΗΣ ΚΑΪΤΑΤΖΗΣ *

Ονειρο για καλύτερη ζωή

Περπατώντας στους δρόμους της Κάτω Χώρας, της Ερμούπολης, οι άριες από τις οπερέτες και τις Οπερες του 19ου και 20ού αιώνα μόλις και μετά βίας ακούγονται μόνο από εκείνους όπου θέλουν ν' ακούσουν μια λέξη παρηγοριάς στην ασφυκτική ζωή μιας επαρχίας. Είναι όσοι ονειρεύονται πάντα μια καλύτερη ζωή, ξεχνώντας ότι πρέπει να είναι ευχαριστημένοι για πολλά πράγματα απ' αυτό τον τόπο. Μπορεί να λείπουν ορισμένα πανάκριβα μηχανήματα από το Γενικό Νοσοκομείο, αλλά η υπόλοιπη ζωή είναι έτσι φτιαγμένη και στέρεη, που σου δίνει τη δυνατότητα να ζεις σε μια οργανωμένη κοινωνία. Τα βάσανα, οι αντιρρήσεις, οι διαξιφισμοί των δημοσίων προσώπων, οι παραλείψεις και οι προχειρότητες, το κυνηγητό του μεροκάματου στις άγριες μέρες που ζούμε, όλα μαζί σκοτεινιάζουν κάπως μπροστά σε όσα ωραία και θαυμαστά υπάρχουν από χρόνια και όσα χρήσιμα και θαυμάσια γίνονται σήμερα. Αυτά πρέπει να τ' ανακαλύψει κανείς μόνος του, ψάχνοντας και ρωτώντας. Ολοι οι κάτοικοι είναι φιλόξενοι και λαλίστατοι.

Μπορεί να μη γνωρίζουν ότι τον 19ο αιώνα εκδόθηκαν στην Ερμούπολη 168 εφημερίδες και το 1828 μια «Μαγειρική», αλλά μπορούν, αν είστε φίλοι τους, να σας κάνουν το τραπέζι και να γλείφετε τα δάχτυλά σας, ακόμη και αν σας μαγειρέψουν φακές! Ισως κρυφά να βάζουν στην κατσαρόλα αγιασμό ή δύο σταγόνες λάδι από τα καντήλια των αγίων που καίνε στις δεκάδες εκκλησίες του νησιού, ορθόδοξες και καθολικές!

*****

Μεσάζοντες άγιοι

Βέβαια ποτέ δεν θα καταδεχτεί να σας προϋπαντήσει αυτοπροσώπως η ίδια η Ιστορία και η ιστορία του νησιού μόλις κατεβείτε από το πλοίο. Οι ιστορίες έχουν τρόπους να κρύβονται στο σπίτι του καθενός ξεχωριστά. Μ' αυτήν κοιμούνται οι κάτοικοι και σ' αυτήν λένε τα βάσανά τους. Δεν την είδαν ποτέ. Ξέρουν όμως ότι τους ακούει. Βάζουν και τους αγίους μεσάζοντες και συνεννοούνται μια χαρά.

Σε λίγα μίλια μακριά είναι τα περιλάλητα νησιά Μύκονος και Σαντορίνη. Η Σύρα είχε γεμίσει κάποτε από Μυκονιάτες και Σαντορινιούς. Είχαν μάλιστα και τις συνοικίες τους. Τους έδινε δουλειά στα υφαντουργεία, τα κλωστήρια, και τα βυρσοδεψεία. Τώρα τα εργοστάσια είναι ερείπια. Ερείπια είναι και οι άνθρωποι, μόνο που ετούτοι κυκλοφορούν πια με τον αέρα τον συριανό. Με τον ίδιο αέρα κυκλοφορούν και οι απόγονοι των Μικρασιατών, των Πελοποννήσιων, των Κρητών και των άλλων νησιών. Είναι όσοι έμειναν να θυμούνται τους προκομμένους προγόνους τους που βρήκαν αποκούμπι σ' αυτό το Βράχο και στέριωσαν. Τώρα όλοι αντιμετωπίζουν το παρόν ξέροντας τι ακριβώς συμβαίνει και πώς πρέπει να ζουν.

Οταν ήμουν παιδί

Αυτούς τους δρόμους τους ξέρω και τους περπάτησα πολλές φορές. Πολλά χρόνια μετά κατάλαβα γιατί έλιωναν τόσο γρήγορα οι κάλτσες μου και γιατί άνοιγαν τρύπες οι σόλες των παπουτσιών μου όταν ήμουν παιδί. Απλώς ήταν σκάρτα τα υλικά. Και ας μας τα πουλούσαν για πρώτης ποιότητας και φυσικά πιο ακριβά. Ο μεταπολεμικός κόσμος για να σταθεί στα πόδια του έπρεπε να ξαναρχίσει από τις μικρές απάτες.

Λένε ότι την περίοδο του πολέμου η Σύρα έχασε το ένα τέταρτο του πληθυσμού της από την πείνα, δηλαδή γύρω στους 5.000-6.000 κατοίκους. Αλλοι μιλούν για 8.000. Αναγκάστηκαν και φτιάξανε καινούργια νεκροταφεία. Μ' αυτή την ευκαιρία θα 'θελα να υπενθυμίσω στους επισκέπτες, τουλάχιστον σ' εκείνους που δεν φοβούνται, να επισκεφθούν το παλαιό νεκροταφείο της Ερμούπολης. Είναι ένα μικρό, υπαίθριο μουσείο γλυπτικής.

Μάλλον δύσκολο το βλέπω να ζητήσει κανείς να μπει σε μέγαρα αγνώστων του κατοίκων για να θαυμάσει τις εξαίσιες οροφογραφίες. Ας αρκεστεί στις φωτογραφίες. Υπάρχει ένα πλήθος βιβλίων για τη Σύρα.

Περνώντας από τα ερειπωμένα εργοστάσια των παλαιών χρόνων, πάντα νιώθω να με κυνηγούν οι χιλιάδες σκιές όσων εργάζονταν εκεί μέσα. Βυρσοδεψεία, υφαντήρια, κλωστήρια, νεώριο «μοναδικόν εν τη Ανατολή», εργοστάσιο μεταξωτών, φανελών και ακόμη κορδονιών για τα παπούτσια. Τα ονομαστά συριανά λουκούμια και οι χαλβαδόπιτες ακόμη πλημμυρίζουν τον αέρα με την εξαίσια μυρωδιά τους.

Ωρα έξι το απόγευμα, όταν σχολούσαν τα εργοστάσια οι δρόμοι γέμιζαν από εργάτες και εργάτριες και φυσικά από εργατάκια, 6 έως 12 χρόνων -δεν είναι λάθος-, αγόρια και κορίτσια, που έτρεχαν για το σπίτι τους. Για τους περαστικούς όλες αυτές οι άγιες σκιές των παιδεμένων ανθρώπων δεν έχουν κανένα ενδιαφέρον. Ο περαστικός θέλει μια ωραία αμμουδιά, ένα καλό και φθηνό φαγητό και το βραδάκι να ξεδώσει σε μια καφετέρια ή σ' ένα κλαμπ. Ολα υπάρχουν και όπως τα θέλει. Αρκεί να ψάξει μόνος του και να διαλέξει τι του ταιριάζει περισσότερο.

«Σύμπραξη των τάξεων»

Οι σπουδαίοι ξένοι συγγραφείς που επισκέφτηκαν το νησί τον 19ο αιώνα πάντα στέκονται με θλίψη στη φτώχεια της Ανω Σύρας και χαριτολογούν γελώντας όταν ιστορούν τη διαφορετική ζωή ορισμένων κατοίκων της Ερμούπολης, ιδίως των κυριών. Πολλές απ' αυτές, φορούσαν φορέματα της τελευταίας παρισινής μόδας. Είχαν δώσει τα μέτρα τους σε διάσημους ραπτικούς οίκους του Παρισιού, οι τελευταίοι τους ταχυδρομούσαν τα σχέδια και τα δείγματα των υφασμάτων και περίμεναν την παραγγελία τους.

Εδώ πρέπει να υπενθυμίσω ότι στην ίδια μοίρα με την Ανω Σύρα βρίσκονταν και όλες οι συνοικίες της Ερμούπολης: Βροντάδο, Νεάπολη, Βρυσαράκια, Ξηρόκαμπος, Καμίνια. Είναι περίεργο όμως ότι η «σύμπραξη» όλων των «τάξεων» της Σύρας συνέβαινε μόνο στο θέατρο! Είτε μελοδραματικός θίασος υπήρχε, ιταλικός ή ελληνικός από το 1840 έως το 1930, είτε θίασος πρόζας με μεγάλα ονόματα της ελληνικής σκηνής, το θέατρο πάντα σχεδόν ήταν γεμάτο μέχρι το τελευταίο κάθισμα. Τώρα που οι τάξεις καταργήθηκαν, το θέατρο οι Συριανοί πάντα το τιμούν και το αγαπάνε. Απόδειξη ότι αυτή τη στιγμή υπάρχουν τέσσερις εύρωστοι ερασιτεχνικοί θίασοι!

Από τη λάμψη στο σκοτάδι

Δεκέμβριο του 1913 κατέφθασε στην Ερμούπολη η μεγαλύτερη θεατρική δόξα του 19ου αιώνα Ευαγγελία Παρασκευοπούλου. Είχε ξαναπάει με μεγάλο θίασο πολλές φορές. Μετά την παράσταση την καλούσαν για δείπνο στα μέγαρά τους όλα τα «ονόματα» της πόλης. Της έκαναν δώρα. Κέρδιζε χρήματα. Ηταν το ίνδαλμα της εποχής. Τώρα πήγε μόνη της σχεδόν ξεχασμένη και πάμφτωχη. Δεν της έδωσαν το ωραίο θέατρο «Απόλλων» αλλά αναγκάστηκε να παίξει τους μονολόγους της στη Λέσχη.

Η τσεκουριά ήρθε όταν πήγε στις δύο το μεσημέρι να παίξει στις αίθουσες του συνδέσμου των εργατών «Αλληλοβοήθεια»! Υποτίθεται ότι ήταν «λαϊκή παράστασις με πλούσιον πρόγραμμα δραματικών και κωμικών έργων». Το σχόλιο μιας εφημερίδας ήταν η βεβαιότητα ότι «αθρόα η λαϊκή τάξις θα σπεύση να αποθαυμάση την έξοχον καλλιτέχνιδα, ήτις απολαύει παγκοσμίου φήμης»!

Είχε να παίξει στην Ερμούπολη 20 χρόνια. Οι παλαιοί φίλοι της είχαν ξενιτευτεί. Ολόκληρο το νησί μύριζε τους καπνούς των Βαλκανικών Πολέμων. Η πορνεία, η επαιτεία, το λαθρεμπόριο έκαναν θραύση. Σε λίγα χρόνια η Σύρα θα είχε τη μοίρα της Παρασκευοπούλου. Από τη λάμψη στο σκοτάδι.

Λίγες μέρες μετά την Παρασκευοπούλου κατέφθασε στην Ερμούπολη ο θίασος μιας άλλης δόξας, αλλά του 20ού αιώνα, της Μαρίκας Κοτοπούλη. Ηταν τότε 26 χρόνων και ήδη θιασάρχης από πολύ νωρίς. Ανάμεσα στα έργα που παρουσίασε ήταν και τα διάσημα στην εποχή τους «Παναθήναια 1913» αυτή τη φορά. Φυσικά είχε μεγάλη επιτυχία. Μια μικρή είδηση όμως μιας εφημερίδας δείχνει το οικονομικό αδιέξοδο και των ηθοποιών εκείνων των χρόνων. Ενας από τους ηθοποιούς του θιάσου της, ο λαμπρός Αθαν. Μαρίκος, αναγκάστηκε να πουλάει τις παρτιτούρες με τις νότες και τα λόγια των 19 τραγουδιών των «Παναθηναίων». Πόσες να πούλησε και πόσα να κέρδισε ο έρημος; Και για να τον αφήσει η Κοτοπούλη να πουλάει τις παρτιτούρες απλωμένες σ' ένα τραπεζάκι περιμένοντας την πελατεία, σημαίνει ότι κι αυτός θα είχε μισθό πείνας, τεκμήριο κι αυτό όχι μόνο της συριανής κοινωνίας εκείνων των χρόνων, αλλά και όλης της επικράτειας.

Ασφαλώς και θα έμαθε η πολύπειρη και πανούργα Κοτοπούλη για το ρεσιτάλ της ρημαγμένης Παρασκευοπούλου. Τέτοια κελεπούρια δεν ξεφεύγουν από κανένα παρασκήνιο, πόσω μάλλον από το κακόγλωσσο θεατρικό, αφού το κουτσομπολιό και το «θάψιμο» πάει σύννεφο. Ασφαλώς θα ρώτησε και για το «ρεπερτόριό» της, για τον αριθμό των θεατών, για το πόσες μέρες έμεινε και ίσως άκουσε χαιρέκακα για το πόσο παρωχημένη ήταν η ερμηνεία της, όπως θα γινόταν με μαθηματική ακρίβεια και η δική της κάποτε..! Ισως παρατραβηγμένα όλα ετούτα, αλλά δεν νομίζω ότι απέχουν απ' την πραγματικότητα.

Τιμωρία

Ο σημερινός και προσεκτικός ταξιδιώτης θα διαπιστώσει ότι οι άτυχες επεμβάσεις και στην Ερμούπολη και στην Ανω Σύρα είναι ελάχιστες. Μιλώ για την αρχιτεκτονική των κτισμάτων. Ολες έγιναν μετά τον πόλεμο, στο όνομα μιας νέας ζωής και αναγέννησης των πάντων: Ορισμένες βγάζουν μάτι, βέβαια, αλλά πάντα ελπίζει κανείς ότι ύστερα από πολλά χρόνια θα γκρεμιστούν και θα πάρουν την πρώτη τους όψη. Μια τιμωρία για κείνους που τόλμησαν αυτές τις κακόγουστες και με άθλια υλικά κατασκευές θα ήταν να στηθούν στην πρόσοψή τους μεγάλες φωτογραφίες, οι οποίες να δείχνουν τι ακριβώς γκρεμίστηκε και πώς ήταν ό,τι κακοποιήθηκε ατιμώρητα.

Φαιδρά και χρήσιμα

Και για ν' αλλάξουμε κλίμα και διάθεση, ας αναφερθούμε σε όσα φαιδρά και χρήσιμα περιέχει η αστυνομική διάταξη του διευθυντή της Αστυνομίας Κυκλάδων, με έδρα την Ερμούπολη, στα 1906:

- Απαγορεύεται αυστηρώς παν άσμα, κραυγαί, συριγμοί, φωνασκίαι και τα τούτοις όμοια ως και τα μουσικά όργανα εις δημόσια μέρη περιφερόμενα, οίον πλατείας, οδούς, περιπάτους, οίκους δημοσίους, ξενοδοχεία, καφενεία, παντοπωλεία, ζυθοπωλεία, καπηλεία και τα τοιαύτα. Ωσαύτως, απαγορεύεται η άτοπος χρήσις των κωδώνων των εκκλησιών ή άλλων εκταρακτικών οργάνων οίον τύμπανα, σάλπιγγες.

- Επιτρέπεται κατόπιν εγγράφου αδείας της Αστυνομίας να παίζωσι τα οργανάκια (λατέρναι) από της 10 π.μ. μέχρι της 9 μ.μ. εις μέρη ρητώς οριζόμενα εν τη εγγράφω αδεία.

- Απαγορεύονται οι πυροβολισμοί και εν γένει οι υπερβολικοί κρότοι και θόρυβοι ταράσσοντες τας ασχολίας, τας τέρψεις ή την νυκτερινήν ησυχίαν των κατοίκων.

- Απαγορεύεται εντός των πόλεων Σύρου (εννοεί Ανω Σύρα) και Ερμουπόλεως το φέρειν τα κτήνη εν γένει από του λαιμού των κώδωνας από της 8 μ.μ. μέχρι της 9 π.μ.

- Των τετρατρόχων ή διτρόχων κάρρων των συρομένων υπό δύο ζώων ο φόρτος ορίζεται εις 800-900 οκάδας, των δε εφ' ενός εις 400 οκάδας κατ' ανώτατον όριον.

- Απαγορεύεται η ζεύξις κτηνών χωλαινόντων ή κατεσκληκότων και μη αντεχόντων εις την έλασιν του φόρτου των, διά την ασφάλειαν ατόμων και εμπορευμάτων.

- Απαγορεύεται αυστηρώς η σκληραγώγησης των κτηνών και κατά μείζονα λόγον η τύψις αυτών διά βουνεύρων, ξύλων, λίθων ή άλλων οργάνων.

Σταυροδρόμι

Η Σύρα αυτή τη στιγμή βρίσκεται σ' ένα σταυροδρόμι. Από τη μια την καταπιέζει κάπως το τι υπήρξε κάποτε (λίγοι το γνωρίζουν και λιγότεροι το αισθάνονται) κι από την άλλη αγωνίζεται να ξαναβρεί το χαμένο βήμα της (όλοι το ξέρουν και όλοι προσπαθούν).

Τελειώνοντας μια συμβουλή. Αν σας εξομοληγηθεί κάποιος από τους κατοίκους ότι βλέπει τις νύχτες να κυκλοφορούν πάνω από τους λόφους της Σύρας σκιές ανθρώπων, που η ζωή τους έγινε φύλλο και φτερό, είτε ήταν κυρίες του καλού κόσμου ντυμένες με πανάκριβες στολές στις αποκριάτικες γιορτές τους, είτε ήταν βασανισμένοι εργάτες και εργάτριες, ιδίως εκείνα τα κοριτσάκια που έπιαναν δουλειά στα κλωστήρια από 6 (έξι) χρόνων (αλήθεια λέω), είτε μεγιστάνες του εμπορίου ή παλαιοί σπουδαίοι ηθοποιοί της όπερας, της οπερέτας, της επιθεώρησης και της πρόζας, μην τον πιστέψετε!

Ειδικά αν είστε νέοι, είναι αμαρτία να αρχίσετε να πιστεύετε από τώρα την αλήθεια...

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Με λέξεις-κλειδιά
Συγγραφείς/Συγγράμματα
Μυθιστορήματα
Λογοτεχνία
Νησιωτική Ελλάδα
Αφιέρωμα
Ποίηση
Πρόσωπα & Γεγονότα
Πρόσωπα