Έντυπη Έκδοση

Ιστορικά μαγαζιά που άντεξαν στου χρόνου τα γυρίσματα

Τέσσερα καταστήματα του κέντρου, τα οποία άνοιξαν τις πόρτες τους πριν από το 1940, έζησαν από πρώτο χέρι ιστορικά γεγονότα και κοινωνικές αλλαγές από κοντά. Τέσσερις ανθρώπινες ιστορίες συνυφαίνονται μετον πόλεμο, την ειρήνη, την κατανάλωση, τις κρίσεις, τις πορείες, τις προεκλογικές εκστρατείες, τις χαρές και τα βάσανα της Αθήνας. Ανασκόπηση του παρελθόντος και αποτίμηση του παρόντος από ανθρώπους που είδαν και άκουσαν όλα όσα έφερε ο χρόνος

ΕΥΤΥΧΙΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΑΚΗΣ

«Ο σώφρων έμπορος δίνει κάθε μέρα εξετάσεις»

Στη μέση της Ερμού, μια επιβλητική μπουτίκ σαν ιερό μνημείο του στιλ. Ο Ευτύχιος Αλεξανδράκης (στη φωτ. επάνω δεξιά), 95 ετών σήμερα, δίνει το «παρών» καθημερινώς και αδιακόπως στο μαγαζί τα τελευταία σχεδόν 80 χρόνια. «Αυτός ο οίκος ιδρύθηκε το 1860 από κάποιον Καριοφύλλη. Ο πατέρας μου, ο Δημήτρης, εργαζόταν εδώ από το 1890. 

Του πούλησε ο Καριοφύλλης την επιχείρηση γύρω στο 1907 και έκτοτε πέρασε στην οικογένειά μας. Το κατάστημα ήταν πάντα εδώ. Ερμού 27. Το κτήριο είναι της εποχής του Οθωνος», λέει ο ίδιος και συνεχίζει: «Ο πατέρας μου πέθανε το 1954, τότε και ανέλαβα την επιχείρηση ουσιαστικά, αλλά ήμουν στο μαγαζί από το 1940, όταν και πήρα το πτυχίο μου. Σπούδαζα και παράλληλα ερχόμουν και παρακολουθούσα την κίνηση στο μαγαζί, τον πατέρα μου πώς αντιμετώπιζε τους πελάτες. Μου άρεσε. Και διδασκόμουν.

»Είναι απλοί οι κανόνες του εμπορίου. Ο έμπορος πρέπει να έχει επαφή με τον κόσμο, να τον ψυχολογεί και να προσαρμόζεται. Εάν δεν το κάνει αυτό, είναι αποτυχημένος. Κάθε μέρα ο σώφρων έμπορος δίνει εξετάσεις».

Του ζητώ να μου περιγράψει μια ηλιόλουστη περίοδο για το αθηναϊκό εμπόριο. «Μετά την απελευθέρωση από τους Γερμανούς υπήρξε μία δύσκολη περίοδος, αλλά άλλαξε πολιτική το κράτος, άφησε ελευθερία στο εμπόριο, το οποίο και ανεπτύχθη πολύ. Ισχυσε αυτή η ανάπτυξη μέχρι το 1980. Ηταν μια καλή περίοδος. Δεν υπήρχαν πολλές επεμβάσεις από το κράτος. Είχε αποφευχθεί η γραφειοκρατία και ίσχυε μόνο ο υγιής ανταγωνισμός, που ανάγκαζε τους εμπόρους να γίνουν όλο και καλύτεροι».

Στο λαμπερό παλμαρέ της επώνυμης πελατείας του οι υπογραφές ακούγονται σαν ηχητικά βεγγαλικά. «Ο Ελευθέριος Βενιζέλος ήταν πελάτης μας· δεν ερχόταν ο ίδιος, αλλά οι ανθυπασπιστές του. Ο πατέρας μου, δε, ήταν παλαιός βενιζελικός, την εποχή του 1909. Επίσης, πελάτης μας ήταν ο Σοφοκλής Βενιζέλος, ο οποίος ερχόταν ο ίδιος. Ο Αλέξανδρος Διομήδης, ο διοικητής της Εθνικής Τράπεζας. Η κυρία Παρασκευοπούλου, σύζυγος του στρατηγού Παρασκευοπούλου από τη Μικρά Ασία. Η Κυβέλη και οι κόρες της, η Κοτοπούλη, η Κατερίνα Ανδρεάδη, ο Ανδρεάδης, ο διοικητής της Εμπορικής Τράπεζας. Η συμπεριφορά μας ήταν ίδια ως προς όλους. Εάν ερχόταν ένας πελάτης και ήθελε ένα μαντιλάκι, τον προσέχαμε το ίδιο όπως και κάποιον που έκανε μεγάλες αγορές. Για λόγους δικής μας ευπρέπειας. Δεν κάναμε διακρίσεις. Και αυτό έχει βοηθήσει στην καλή φήμη της επιχείρησης».

Αναφέρεται στον πατέρα του και στη σπουδαία οικογενειακή κληρονομιά με απόλυτο σεβασμό: «Ο πατέρας μου δεν μιλούσε πολύ, είχε λίγα λόγια, ήταν σοβαρός άνθρωπος. Αλλά εγώ παρακολουθούσα πώς διαπραγματευόταν το καθετί και μάθαινα. Και πρέπει να πω ότι για μένα πανεπιστήμιο ήταν η επιχείρηση, διότι είχα την τύχη να έχω έξυπνο πατέρα και δυναμικό. Η βασική αρχή του πατέρα μου ήταν "δεν πρέπει να προκαλούμε ποτέ την κοινωνία. Να είμεθα μετριοπαθείς στις σχέσεις μας". Το "λάθε βιώσας" του Επίκουρου. Ο πατέρας μου είχε πετύχει πολύ, παρέμενε όμως σεμνός.

»Είχε πει κάποτε για μας τα παιδιά του, ότι δεν είμαστε παρά πτωχοί σπουδαστές. "Αν μπορέσουν κάποτε να εκδηλωθούν μόνοι τους, τότε καλά, αλλά όσο βρίσκονται υπό την σκέπη τη δική μου, τότε είναι πτωχοί σπουδαστές". Ηταν άνθρωπος που ξόδευε για τις σπουδές μας, ποτέ όμως για την επίδειξη. Αυτοκίνητο δεν είχαμε, "όταν μπορέσετε, να το αποκτήσετε μόνοι σας", μας έλεγε. Αν του έλεγα όμως "πατέρα θέλω να μάθω κινέζικα, να πάρουμε δάσκαλο", θα το έκανε. Το έκανε για τον αδερφό μου, ο οποίος ήταν επιτυχημένος πρέσβης στην Ουάσιγκτον. Ημαστε επτά αδέρφια, εγώ είμαι ο έκτος και ο μόνος εν ζωή. Αυτό που λέω στα εγγόνια μου είναι να είναι σεμνοί, να ενδιαφέρονται για τις σπουδές τους και ότι τίποτα δεν γίνεται με ψέματα. Μια επιχείρηση μπορεί να κάνει 100 χρόνια για να στρωθεί, αλλά ξεστρώνεται σε μια εβδομάδα. Μια επιχείρηση δεν είναι μηχανή που κόβει λεφτά, θέλει φροντίδα, όπως ένα δέντρο χρειάζεται πότισμα και καλλιέργεια να κάνει καρπούς».

Και φτάνουμε στο σήμερα. «Η πελατεία μας είναι μάλλον ευκατάστατη, αλλά και αυτοί οι ευκατάστατοι έχουν περιοριστεί σήμερα, διότι υπάρχει η αβεβαιότης για το μέλλον. Πρέπει να υπάρξει ομαλότης για να μπορέσει να αναπτυχθεί η οικονομία. Να ξέρει ο κάθε πολίτης πού βαδίζουμε». (Αλεξανδράκης, Ερμού 27)

**

BRAZILIAN

Το πρώτο καφέ που πρόσφερε εσπρέσο  και κρουασάν στην Ελλάδα

«Στις αρχές του 20ού αιώνα ήρθε στην Ελλάδα ο Ευάγγελος Σαραβάνος. Ο Σαραβάνος καταγόταν από την Κάρυστο της Εύβοιας, όμως είχε ζήσει για χρόνια στη Βραζιλία, όπου έγινε πραγματική αυθεντία του καφέ. Η γνώση του αυτή έκανε τη βραζιλιάνικη κυβέρνηση να του αναθέσει τη διάδοση του καφέ στις χώρες της Μέσης Ανατολής. Ο πρώτος σταθμός ήταν η Αίγυπτος, όπου δημιούργησε δύο καφέ, το ένα στο Κάιρο και το άλλο στην Αλεξάνδρεια, όπου είχαν το όνομα Brazilian. Για μεγάλο χρονικό διάστημα ασχολήθηκε με την επιτυχημένη λειτουργία αυτών των καταστημάτων, ώσπου τελικά αποφάσισε ότι ήταν καιρός να επιστρέψει στην πατρίδα του. Με τη σκέψη αυτή πούλησε τα πάντα και επέστρεψε στην Ελλάδα.

»Η πρώτη του ενέργεια στην Αθήνα, όπου εγκαταστάθηκε, ήταν η δημιουργία δύο καταστημάτων που άνοιξε μαζί με ένα συμπατριώτη του που καταγόταν από την Κάρυστο: τον Λουμίδη. Τα καταστήματα ήταν το γνωστό "Πατάρι" και το καφέ Brazil στη στοά Καλλιγά. Το 1934, μετά τη λύση της συνέργειάς τους, συστήνει την "Ε. Σαραβάνος ΕΠΕ" και προχωρεί στην ίδρυση του πρώτου καφέ Brazilian, που στεγάζεται στην οδό Βουκουρεστίου, στο Μέγαρο του Μετοχικού Ταμείου Στρατού, το οποίο μόλις είχε αποπερατωθεί. Τον Νοέμβριο του 1944 ο Ε. Σαραβάνος καταθέτει εμπορικό σήμα εις το οποίο απεικονίζει το γεωγραφικό χάρτη της Νοτίου Αμερικής με τη Βραζιλία επί μιας κούπας καφέ και έναν κλώνο με φύλλα ανερχόμενο πλαγίως να καλύπτεται άνωθεν με 15 αστερίσκους και με την επιγραφή Brazilian coffee stores.

»Η φιλοσοφία του καταστήματος ήταν απλή και στηριζόταν σε τέσσερις βασικές αρχές: ποιότητα, εξυπηρέτηση, σοβαρότητα, συνέπεια. Η φήμη του καταστήματος εξαπλώθηκε γρήγορα και σύντομα απέκτησε μια πιστή πελατεία. Πρώτο το καφέ Brazilian πρόσφερε στην Ελλάδα προϊόντα όπως τον καφέ φίλτρου, εσπρέσο και κρουασάν».

Αυτά γράφει μια μπροσούρα της δεκαετίας του '90, θέλοντας να πει την ιστορία του καφέ Brazilian εν περιλήψει.

«Σχεδόν κάθε μέρα, ο Χατζιδάκις έπιανε θέση στο καλύτερο πόστο, στον πάγκο μπαίνοντας αριστερά. Αλλοι που μαζεύονταν ήταν ο Ελύτης πολύ πριν από το Νόμπελ, ο Αργυράκης -μετά πήγαινε στου Απότσου για μεζέδες- και οι Τσαρούχης, Σαχτούρης, Μόραλης, Εγγονόπουλος, Εμπειρίκος, Βασιλικός, Γκάτσος, Βαλαωρίτης, Σινόπουλος· μερικοί ήταν πολύ τακτικοί κι άλλοι λιγότερο. Πολλοί έρχονταν μετά το "Πατάρι του Λουμίδη": Σαλαπασίδης, Χρηστάκης, Γκόρμπας, Καρούζος, Κατσαρός. Εγώ το γνώριζα απ' έξω κι όπως λέει κάπου ο Φασιανός, εμείς οι τότε καινούργιοι δεν τολμούσαμε να μπούμε από μόνοι μας», γράφει ο συγγραφέας και εικαστικός Πάνος Κουτρουμπούσης στη Lifo.

Στα τέλη του 2002 το Brazilian κλείνει και το Μετοχικό Ταμείο Στρατού αλλάζει μορφή και χέρια. Ο πρώτος κύκλος του ένδοξου Μπραζίλιαν τερματίζει, για να ανοίξει ο δεύτερος το 2007, σε ένα άλλο στέκι, στον αριθμό 10 της οδού Βαλαωρίτου υπό την ιδιοκτησία του Κυριάκου Κακριδά. Τον τελευταίο χρόνο, η διεύθυνση έχει περάσει στο γιο του Νίκο: «Είναι μια δύσκολη, μια βαριά κληρονομιά, όχι μόνο από ιστορική άποψη αλλά και από άποψη οικονομικών συγκυριών. Είναι πάντως μια μεγάλη πρόκληση», λέει ο ίδιος, έχοντας επίγνωση ότι για ένα καφέ, το οποίο ενέπνευσε τον Κώστα Ταχτσή να γράψει το ποίημα «Η συμφωνία του Μπραζίλιαν» και να το εικονογραφήσει ο Αλέκος Φασιανός, η παρακαταθήκη είναι ένδοξη. (Brazilian, Βαλαωρίτου 10)

ΚΡΙΝΟΣ

«Πηγαίναμε λουκουμάδες σε ιδρύματα, νοσοκομεία και γηροκομεία, για να προσφέρουμε χαρά»

«Ο Κρίνος, το νέον ζαχαροπλαστείον και γαλακτοπωλείον, επί της οδού Αιόλου 173 (άλλοτε φαρμακείον Σ.Δ. Κρίνου, τηλ. 323), με όλα τα εκλεκτά Αθηναϊκά, Πολίτικα και Ανατολικά είδη της ζαχαροπλαστικής ανοίγει αύριον Πέμπτην 20 τρ. και ώρα 4 ½ μ.μ.», έγραφε η αγγελία στην εφημερίδα «Εστία» με ημερομηνία «Εσπέρα Τετάρτης 19 Μαρτίου 1924».

«Η ιστορία του Κρίνου γυρνάει πίσω στο 1855», λέει ο κ. Γιώργος Φριλίγκος, υπεύθυνος της επιχείρησης σήμερα. «Τότε που στην Αιόλου, σε αυτό το σημείο, χτίστηκε το πρώτο φαρμακείο της Αθήνας, από το φαρμακοποιό Σταμάτη Κρίνο. Μια αστική διώροφη κατοικία με διαρρύθμιση που δεν έχει αλλάξει ούτε στο ελάχιστο από τότε, παρά μόνο για να αναπαλαιωθεί. Το 1923 ο Μηνάς Κασιμάτης, με καταγωγή από την Πόλη, αγοράζει το κτήριο και ο Κρίνος πλέον μετατρέπεται στο μεγαλύτερο ζαχαροπλαστείο των Αθηνών. Τα νέα διαδίδονται γρήγορα και το ζαχαροπλαστείο γίνεται το φοβερό και τρομερό νέο της εποχής. Οι Μικρασιάτες ιδιοκτήτες του φέρνουν γλυκά από την πατρίδα τους, τα οποία ο κόσμος δεν έχει ξαναδεί, γλυκά ταψιού, σμυρναίικα κουλούρια, πάστες, τάρτες, ζαχαρωτά και τους ξακουστούς λουκουμάδες με την τρύπα στη μέση, οι οποίοι έφεραν τη "γλυκιά επανάσταση" στις μέχρι τότε αθηναϊκές συνήθειες. Στα πρώτα του βήματα, ο Κρίνος υπήρξε το σημείο συνάντησης για τους απανταχού Σμυρνιούς της Αθήνας. Ο ιδρυτής του Κρίνου, ο Μ. Κασιμάτης, ήταν γενναιόδωρος άνθρωπος. Θυμάμαι τότε που ήμασταν πιτσιρικάδες και πηγαίναμε σε ιδρύματα, γηροκομεία και άσυλα για να φτιάξουμε στους τρόφιμους λουκουμάδες, να τους δώσουμε χαρά. Ποτέ δεν έδινε λεφτά στις διοικήσεις των οργανισμών, αλλά πάντα ρωτούσε για τις ανάγκες τους και έδινε βοήθεια σε είδος, έπιπλα, στρώματα, φαγητό. Δεν υπήρχε περίπτωση να κατεβεί κάποιος για ψώνια και να μην περάσει από τον Κρίνο. Το Πάσχα έρχονταν να πάρουν παπούτσια από τον Δραγώνα, που βρισκόταν δίπλα μας, και τα Χριστούγεννα είχαμε τα πανηγύρια στα οποία η Αιόλου πλημμύριζε από τραγούδια και πάγκους με παιχνίδια, γέμιζε γέλια η γειτονιά. Τότε ήταν αλλιώς.

»Σήμερα το κλίμα έχει αλλάξει. Τα τελευταία χρόνια έχουμε κι εμείς επηρεαστεί δραματικά από την κρίση, όπως όλα τα μαγαζιά. Το κράτος φαίνεται να ευνοεί τις μεγάλες αλυσίδες εστίασης, που έχουν κάνει εν τέλει κακό στην αγορά. Η ευχάριστη έκπληξη έρχεται από κάποιες εταιρείες ιδιωτών, οι οποίες οργανώνουν από το 2012 ξεναγήσεις γευσιγνωσίας σε τουρίστες και περιλαμβάνουν στο πρόγραμμά τους μια στάση στον Κρίνο». (Κρίνος, Αιόλου 87)

ΜΠΑΧΑΡ

«Παλιά ο κόσμος έτρωγε το φιδέ και τον μαύριζε στο πιπέρι από πάνω»

Η Μαρία, με τα ακαζού μαλλιά και το μπλε τσουλούφι, είναι 25 χρόνια στο μαγαζί και όπως λέει η ίδια χαριτολογώντας, έχει δει όλες τις προεκλογικές τσάρκες των υποψήφιων βουλευτών μέσα στα χρόνια. «Περνάνε από το μαγαζί μας, όπως δηλαδή περνάνε από όλη την Αθήνα». Το Μπαχάρ άνοιξε το 1940 και από το 1976 πέρασε στα χέρια του υιού Μανωλέσσου, Ματθαίου. «Παλαιότερα έρχονταν και ψώνιζαν οικογενειακώς, ο μπαμπάς με τη μαμά, ο πεθερός με τη νύφη, η πεθερά με το γαμπρό ή τη νύφη αντίστοιχα, οι γονείς με τα παιδιά τους. Σήμερα όλοι κινούνται ανά μονάδα. Το μαγαζί μας καλύπτει δύο γενιές, αντίστοιχα και οι πελάτες μας είναι δύο γενιές και πολλές φορές έχει μπει και η τρίτη γενιά στο παιχνίδι. Παλιά έρχονταν με το κλασικό πάνινο τσαντάκι, μετά αρχίσαμε τα διχτάκια, μετά προχωρήσαμε σε λιγότερα πράγματα, άρχισε ο κακός χαμός με τις νάιλον τσάντες, μέχρι που ξεκίνησαν οι πελάτες να απαιτούν κάποια καλύτερη συσκευασία. Θυμάμαι από τον πατέρα μου, που πουλάγαμε σύρμα κουζίνας και το τυλίγαμε σε εφημερίδα. Από ένα σημείο και μετά δεν διανοούσουν να τυλίξεις οτιδήποτε σε εφημερίδα. Ούτε καν παντρεμένος δεν ήταν ο πατέρας μου όταν άνοιξε το μαγαζί και έφτασα να έχω εγώ εγγόνια. Τα παιδιά μου δεν θα συνεχίσουν την επιχείρηση - και οι δύο έχουν σπουδάσει, η κόρη κτηνίατρος ο γιος αρχιτέκτονας.

»Ο κόσμος ψωνίζει πολύ λιγότερο πλέον, δεν αγοράζει αφειδώς όπως στο παρελθόν, το ένα τέταρτο πιπέρι έχει αντικατασταθεί από τα 50 γραμμάρια. Η γκρίνια αυτή, ότι ο κόσμος ψωνίζει τσουρούτικα, δεν σημαίνει ότι ο κόσμος δεν γνωρίζει ή δεν είναι ενημερωμένος -το αντίθετο, έρχονται άνθρωποι στο μαγαζί μας πολύ ψαγμένοι. Η γκρίνια αυτή είναι αποτέλεσμα της έλλειψης χρημάτων.

»Παλιά ο κόσμος έτρωγε το φιδέ και τον μαύριζε στο πιπέρι από πάνω. Σήμερα δεν συμβαίνει αυτό. Βέβαια, έχουν αλλάξει τα πράγματα σε σχέση με την κουζίνα, προς το καλύτερο. Λίγο η κρίση, λίγο η συνειδητοποίηση με την υγεία, τα ζευγάρια άρχισαν πάλι να βάζουν τσουκάλι», λέει ο κ. Μανωλέσσος, που για το μόνο που δεν σηκώνει κουβέντα είναι για τους υπαλλήλους του. «Ας μου πουν ό,τι θέλουν, μόνο για το προσωπικό μου δεν επιτρέπω παράπονα από τους πελάτες. Μόνο εγώ ξέρω πόσο κοπιάζουν για να κρατήσουν αυτό το μαγαζί», συμπληρώνει, ορίζοντας το Νο1 κανόνα μιας υγιούς επιχείρησης με μακροημέρευση: Αγάπη και προστασία στο ανθρώπινο δυναμικό. Και στην κορφή κανέλα... (Μπαχάρ, Ευριπίδου 31)

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Με λέξεις-κλειδιά
Αθήνα
Αφιέρωμα