Έντυπη Έκδοση

ΜΗΔΕΝΙΚΗ ΑΝΑΠΤΥΞΗ, ΜΑΖΙΚΗ ΑΝΕΡΓΙΑ, ΑΥΞΑΝΟΜΕΝΟ ΧΡΕΟΣ ΚΑΙ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΗ ΛΙΤΟΤΗΤΑ

Το ευρωπαϊκό αίνιγμα

Σκληρές πολιτικές λιτότητας που ρημάζουν τον ευρωπαϊκό Νότο απειλώντας κι αυτόν ακόμα τον Βορρά, διάλυση του κράτους πρόνοιας, ξεχαρβάλωμα των εννοιών της «Σύγκλισης» και της «Συνοχής», κοινό νόμισμα βρόχος για τις αδύναμες οικονομίες, κύμα ευρωσκεπτικισμού. Το νέο ευρωπαϊκό αφήγημα είναι μια νεοφιλελεύθερη ιστορία τρόμου. Στοιχηματίζουν για την ευτυχή κατάληξή της μόνο οι αθεράπευτα υπεραισιόδοξοι

Στην Ελλάδα, 4,5 χρόνια ύφεσης έχουν αφανίσει σχεδόν το 1/4 του ΑΕΠ της χώρας και το επίσημο ποσοστό ανεργίας κινείται γύρω στο 27% και θα παραμείνει σε υψηλά επίπεδα για πολλά ακόμη χρόνια, καθώς οι προοπτικές ανάπτυξης είναι αμυδρές όσο η χώρα παραμένει κάτω από την μπότα των πιστωτών της και το ισχύον καθεστώς του ευρώ

Η ευρωπαϊκή νομισματική ένωση πρέπει, σε κάθε περίπτωση, να θεωρείται μια ιστορική αποτυχία και να αναγνωριστεί ότι δεν είναι πλέον βιώσιμη. Από την τελευταία παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση που ξεκίνησε το 2008, η ζώνη του ευρώ βρίσκεται βυθισμένη σε μια σοβαρή οικονομική κρίση, από την οποία δεν είναι απλά σε θέση να ανακάμψει. Κατ' αρχάς, η ευρωκρίση είχε καταστροφικές συνέπειες για τις οικονομίες και τις κοινωνίες των περιφερειακών κρατών-μελών της Ευρωζώνης (Ελλάδα, Πορτογαλία, Ιρλανδία, Ισπανία, Ιταλία και Κύπρος) και παγίωσε ακόμη βαθύτερα τη διαίρεση μεταξύ Βορρά και Νότου, θέτοντας πλέον τέλος σε απατηλές έννοιες, όπως σύγκλιση και συνοχή στο εσωτερικό της ευρωπαϊκής νομισματικής ένωσης. Τα σχέδια διάσωσης που επιβλήθηκαν από τη λεγόμενη τρόικα, την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ), για τα παραπάνω κράτη-μέλη του ευρώ (εξαιρούμενης της Ιταλίας) έχουν ρημάξει τις οικονομίες του Νότου, καθώς οι σκληρές πολιτικές λιτότητας με τις οποίες συνοδεύθηκαν προκάλεσαν μαζική πτώση της εγχώριας ζήτησης και απότομη άνοδο της ανεργίας, επέφεραν βάναυσες περικοπές σε κοινωνικά προγράμματα και δημόσιες επενδύσεις και οδήγησαν σε ραγδαία πτώση του βιοτικού επιπέδου και μεγάλης κλίμακας μετανάστευση. Επιπλέον, όλες οι διασωζόμενες χώρες είδαν το δημόσιο χρέος τους να εκτινάσσεται σε δυσθεώρητα ύψη, αφήνοντάς τες να τελούν υπό κατάσταση δέσμευσης χρέους και μόνιμης λιτότητας, από την οποία είναι απίθανο να ξεφύγουν κάποια στιγμή στο προσεχές μέλλον κάτω από το ισχύον καθεστώς του ευρώ.

Ακόμη χειρότερο, η κρίση εμβαθύνεται και γίνεται όλο και πιο διαδεδομένη, επηρεάζοντας σταδιακά όλο και περισσότερα κράτη-μέλη και προκαλώντας με τη σειρά της αυξανόμενη λαϊκή δυσαρέσκεια γύρω από τη διαδικασία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, με εκτεταμένες και απρόβλεπτες συνέπειες.1 Σε όλη την Ευρωζώνη, τα κοινωνικά απαράδεκτα επίπεδα ανεργίας, η στασιμότητα ή/και η μείωση των μισθών και η έλλειψη προοπτικών ανάπτυξης λειτουργούν από κοινού με το αντιδημοκρατικό καθεστώς διακυβέρνησης της οικονομικής και νομισματικής ένωσης, τις παράνομες πολιτικές που επιβάλλονται και την έλλειψη οράματος για το μέλλον, είτε σε εγχώριο είτε σε ευρωπαϊκό επίπεδο, και παράγουν ένα ευρωπαϊκό δημόσιο αίσθημα, που είναι ολοένα και πιο ευρωσκεπτικιστικό και στην πραγματικότητα εντελώς εχθρικό προς την περαιτέρω ολοκλήρωση.

Εχει αναφερθεί ευρέως ότι η ευρωπαϊκή πολιτική είναι αρκετά κοντόφθαλμη σχετικά με την αντιμετώπιση της κρίσης του ευρώ, επειδή οι πολιτικές που ακολουθούνται στοχεύουν μόνο στην εξαγορά χρόνου και τίποτα περισσότερο. Αυτό αληθεύει, αλλά μόνο εν μέρει, καθώς αυτή η κριτική προσέγγιση δείχνει να αγνοεί το γεγονός ότι το σχέδιο της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης είναι οικοδομημένο πάνω σε ακραίες νεοφιλελεύθερες αρχές και παραδοχές για την οικονομική μεγέθυνση και την ανάπτυξη, που δεν αφήνουν πολλά περιθώρια για το είδος της χάραξης και εφαρμογής της πολιτικής που οραματίστηκε ο Κέινς, για παράδειγμα, για την αντιμετώπιση της κρίσης του καπιταλισμού τη δεκαετία του 1920 και της Μεγάλης Υφεσης τη δεκαετία του 1930. Επιπλέον, από τη Συνθήκη του Μάαστριχτ η ευρωπαϊκή οικονομική ολοκλήρωση έχει βασιστεί για την προώθησή της σε αντιδημοκρατικά πολιτικά θεμέλια, που αποκλείουν de facto τις απαιτήσεις που βασίζονται στην ενδυναμωμένη συμμετοχή, αφού ο ρητός σκοπός είναι η εξυπηρέτηση κυρίως των στόχων και των συμφερόντων του ευρωπαϊκού κεφαλαίου και των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων και όχι το ευρωπαϊκό κοινό καλό και οι πολίτες της Ευρώπης.2 Η διαδικασία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης περιελάμβανε ανέκαθεν την επιβολή της θέλησης των ισχυρών κρατών στα ασθενέστερα κράτη και την επιδίωξη του διεθνούς κεφαλαίου για την εύρεση ευρύτερου και πιο ανοιχτού χώρου, μέσα στο οποίο θα λειτουργεί και θα επιβάλλει τη βούλησή του πάνω στον εγχώριο κόσμο της εργασίας. Τα προγράμματα διάσωσης χρησιμεύουν ως αδιαμφισβήτητη μαρτυρία για την αντιδημοκρατική διακυβέρνηση της Ευρωζώνης και την αυτοκρατορική τάση της Γερμανίας.

Στο πλαίσιο αυτό, τα προγράμματα διαρθρωτικής προσαρμογής, που έχουν σχεδιαστεί για τις υπερχρεωμένες οικονομίες στη ζώνη του ευρώ, με τη βοήθεια του ΔΝΤ, ήταν φυσικό επακόλουθο του σκοπού και του σχεδιασμού της ευρωπαϊκής νομισματικής ένωσης. Ο νεοφιλελευθερισμός είναι βαθιά ριζωμένος στις δομές και στις σχέσεις της λήψης αποφάσεων στην ευρωπαϊκή νομισματική ένωση. Οι πολιτικές τής μείωσης των μισθών και της λιτότητας, που έπληξαν τις διασωζόμενες χώρες, ήταν εγγυημένο ότι θα προκαλέσουν μια σοβαρή οικονομική ύφεση, αλλά ο σκοπός δεν ήταν η «διάσωση» των οικονομιών τους, αλλά η επιβίωση της ζώνης του ευρώ και των αντίστοιχων τραπεζών της. Η κατάρρευση της οικονομικής δραστηριότητας ήταν βέβαιο ότι θα οδηγούσε σε διόγκωση του δημόσιου χρέους, αλλά αυτό ήταν άνευ σημασίας για τους Ευρωπαίους χαράκτες πολιτικής, καθώς το βάρος του θα μετακυλιόταν στους φορολογουμένους των αποκαλούμενων διασωζόμενων χωρών, ενώ τα δρακόντεια μέτρα λιτότητας θα εξασφάλιζαν την αποπληρωμή του τουλάχιστον για το εγγύς μέλλον.

Οι ηγέτες της Ευρωπαϊκής Ενωσης χωρίς όραμα για το μέλλον και ανίκανοι ή ανήμποροι να αντιμετωπίσουν την ανεργία, προκαλούν το δημόσιο αίσθημα υπονομεύοντας την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση Οι ηγέτες της Ευρωπαϊκής Ενωσης χωρίς όραμα για το μέλλον και ανίκανοι ή ανήμποροι να αντιμετωπίσουν την ανεργία, προκαλούν το δημόσιο αίσθημα υπονομεύοντας την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση Στο μεταξύ, η απειλή του χρέους θα χρησιμοποιούνταν σαν βαριοπούλα προκειμένου να αναγκαστούν τα κράτη-μέλη στην περιφέρεια της Ευρωζώνης και το σύνολο των πολιτών τους να επιτρέψουν την περαιτέρω απελευθέρωση της οικονομίας, τη διάλυση του κράτους πρόνοιας και την πώληση των περιουσιακών στοιχείων του Δημοσίου για εξευτελιστικές τιμές.

Το θέμα της πολυσυζητημένης «ανταγωνιστικότητας» από τους ηγέτες της ζώνης του ευρώ είναι επίσης διατυπωμένο στο πλαίσιο νεοφιλελεύθερων και αυτοκρατορικών όρων, υπονοώντας φυσικά ότι υπάρχει σαφής συνειδητοποίηση εκ μέρους τους για το πόσο παράλογη είναι η οικονομική αξίωση ότι όλα τα κράτη-μέλη της Ευρωζώνης μπορεί να «τρέχουν» πλεονάσματα, όπως κάνει η Γερμανία, με τη βελτίωση της ανταγωνιστικής τους θέσης, πράγμα που σημαίνει μείωση του κόστους εργασίας ανά μονάδα προϊόντος σε μεγαλύτερα επίπεδα από αυτά των υπόλοιπων χωρών. Αυτού του είδους η «ανταγωνιστικότητα» είναι μια κούρσα προς τα κάτω, από την οποία ο κόσμος της εργασίας εξαθλιώνεται εντελώς, ενώ ο ρυθμός της αύξησης του κέρδους για τις μεγάλες επιχειρήσεις και τις πολυεθνικές αυξάνει γεωμετρικά.

Πράγματι, είναι δύσκολο να παραβλέψει κανείς το γεγονός ότι το γερμανικό μοντέλο είναι πραγματικά υπεύθυνο για τις ανισορροπίες που αρχικά ξέσπασαν στην περιοχή υπό το καθεστώς του ευρώ. Ως ακόμη ένα παράδειγμα της αυτοκρατορικής λογικής και της δυναμικής που διέπουν τη διακυβέρνηση της ζώνης του ευρώ, οι παραβιάσεις του συμφώνου από τη Γερμανία και τη Γαλλία δεν παρήγαγαν ποτέ κάποιες κυρώσεις, αλλά οι παραβιάσεις του συμφώνου αργότερα από την Ελλάδα και την Πορτογαλία προκάλεσαν την οργή της Γερμανίας, μαζί με τις απαιτήσεις της να τιμωρηθούν αυστηρά αυτές οι χώρες με την επιβολή πολιτικών της καμένης γης που θυμίζουν έντονα εκείνες που εφαρμόστηκαν στη Χιλή από το βάρβαρο στρατιωτικό καθεστώς του Αουγκούστο Πινοσέτ, υπό την αιγίδα της σχολής του Σικάγου και του ΔΝΤ.

Στην Ελλάδα, τεσσεράμισι χρόνια ύφεσης, προκαλούμενης από τη λιτότητα στο πλαίσιο των σχεδίων διάσωσης, έχουν αφανίσει σχεδόν το ένα τέταρτο του ΑΕΠ της χώρας, αύξησαν το δημόσιο χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ στο 175% από το 130% το 2010 και το επίσημο ποσοστό ανεργίας έφτασε σε στρατοσφαιρικά επίπεδα: κινείται γύρω στο 27% και θα παραμείνει σε πολύ υψηλά επίπεδα για πολλά χρόνια, ακόμη και όταν ξεκινήσει ως διά μαγείας ένα νέο κύμα ανάπτυξης, καθώς οι προοπτικές ανάπτυξης στην Ελλάδα είναι αμυδρές όσο η χώρα παραμένει κάτω από την μπότα των διεθνών πιστωτών της και το ισχύον καθεστώς του ευρώ.

Πράγματι, αυτό που πολλές από τις σημερινές αναλύσεις της ελληνικής οικονομίας φαίνεται να παραβλέπουν, είναι ότι ενώ μια μεγάλη αναδιάρθρωση του χρέους είναι απόλυτη αναγκαιότητα για να πάρει ανάσα η οικονομία, ο δρόμος για την ανάπτυξη εξακολουθεί να παραμένει ένα αίνιγμα, όπως και για ένα μεγάλο μέρος της ζώνης του ευρώ, καθώς η κρίση που ξέσπασε στην Ευρωζώνη έχει στην πραγματικότητα οδηγήσει σε πολύ πιο αυστηρούς δημοσιονομικούς κανόνες και τεσσεράμισι χρόνια βάναυσης λιτότητας δεν έχουν προκαλέσει την παραμικρή αλλαγή στη στάση των ηγετών της Ευρωζώνης προς την Ελλάδα και την καταρρέουσα οικονομία της. Το δημοσιονομικό σύμφωνο, το οποίο τέθηκε σε ισχύ το 2013, απαιτεί ότι οι κρατικοί προϋπολογισμοί των κρατών-μελών πρέπει να είναι ισοσκελισμένοι ή πλεονασματικοί και μόνο οι χώρες με ποσοστά του δημόσιου χρέους χαμηλότερα από το 60% του ΑΕΠ μπορούν να θέσουν ως ανώτατο όριο του ελλείμματος το 1% του ΑΕΠ. Οι πολιτικές αυτές λέγεται ότι θα προσφέρουν μεγαλύτερη χρηματοπιστωτική σταθερότητα (η Ευρωζώνη, παρεμπιπτόντως, είναι η παιδική χαρά των hedge funds, που δραστηριοποιούνται στον τομέα των κρατικών ομολόγων), αλλά ο περαιτέρω περιορισμός του δημοσιονομικού χώρου ενισχύει στην πραγματικότητα τη δυναμική της ύφεσης, εξασφαλίζοντας έτσι την οικονομική και πολιτική αστάθεια, με τη διαπίστωση ότι η Ευρωζώνη θα γίνει όλο και περισσότερο μια οικονομική έρημος.

ΗΠορτογαλία, η Ισπανία και η Ιρλανδία έχουν επίσης αναγκαστεί να κουβαλούν ένα βαρύ φορτίο χρέους, καθώς το κόστος για τη διάσωση των τραπεζών τους μεταφέρθηκε στους ισολογισμούς του δημόσιου τομέα. Οπως και στην περίπτωση της Ελλάδας, τα χρήματα για τις διασώσεις αυτών των χωρών είχαν κύριο στόχο τη διάσωση των γερμανικών τραπεζών, οι οποίες είχαν «συσσωρεύσει απαιτήσεις ύψους 704 δισεκατομμυρίων δολαρίων στην Ελλάδα, την Ιρλανδία, την Ιταλία, την Πορτογαλία και την Ισπανία, πολύ περισσότερο από το άθροισμα του κεφαλαίου των γερμανικών τραπεζών».3 Οι εν λόγω χώρες είναι επίσης αντιμέτωπες με τα τεράστια προβλήματα ανεργίας, μετανάστευσης και ανύπαρκτων ή αδύναμων ρυθμών ανάπτυξης. Ως ένδειξη της σοβαρότητας της έλλειψης της ανάπτυξης στην Ευρωζώνη, το ΑΕΠ της Ισπανίας αυξήθηκε κατά μόλις 0,6% το δεύτερο τρίμηνο του 2014, που ήταν, ωστόσο, «η καλύτερη επίδοση στην Ευρωζώνη».4

Μια σύντομη ματιά στα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία αποκαλύπτει μια ζοφερή προοπτική για τη ζώνη του ευρώ στο σύνολό της. Το ΑΕΠ στην Ευρωζώνη παρέμεινε στάσιμο το δεύτερο τρίμηνο του 2014, καταγράφοντας μηδενική ανάπτυξη από τρίμηνο σε τρίμηνο. Η συνήθως αξιόπιστη γερμανική οικονομία, με την τεράστια εξαγωγική της μηχανή, δεν αποτέλεσε εξαίρεση από αυτή την καταθλιπτική οικονομική δραστηριότητα, καθώς το ΑΕΠ της μειώθηκε κατά 0,2% κατά το δεύτερο τρίμηνο.

Μια ενδιαφέρουσα εξέλιξη στη γερμανική οικονομία είναι η συνεχής πτώση της εμπιστοσύνης των επενδυτών για εννέα συνεχόμενους μήνες. Η τελευταία μείωση της εμπιστοσύνης των επενδυτών συμπίπτει με μια τεράστια μηνιαία πτώση των εξαγωγών, τον Αύγουστο, της τάξης του 5,8% και μείωση του δείκτη βιομηχανικής παραγωγής κατά 4%.

Οι πρόσφατες επιδόσεις της γερμανικής οικονομίας είναι φαινομενικά τόσο χάλια, που οδήγησαν τον οικονομολόγο της ING, Carsten Brzeski, να περιγράψει την όλη κατάσταση ως «μια καλοκαιρινή ιστορία τρόμου» και να προσθέσει ότι «χρειάζεται ένα μικρό θαύμα... για να αποφευχθεί η ύφεση».5

Ομως, αν οι χαμηλά αρνητικές οικονομικές επιδόσεις της Γερμανίας το περασμένο καλοκαίρι μπορεί να περιγραφούν ως «μια ιστορία τρόμου», αναρωτιέται κανείς πώς πρέπει να περιγράψουμε την οικονομική τραγωδία που εξελίσσεται τα τελευταία χρόνια στις περιφερειακές χώρες της Ευρωζώνης, όπως η Ελλάδα, η Πορτογαλία και η Ισπανία. Τι θα λέγατε για την έκφραση «οικονομική και κοινωνική τραγωδία προκληθείσα από τη γερμανική διακυβέρνηση της Ευρωζώνης»;

Αν σε όλα τα παραπάνω λάβει κανείς υπόψη του και το γεγονός ότι το ΑΕΠ της Ευρωζώνης δεν έχει ακόμη επιστρέψει στα επίπεδα του 2007, μάλλον δεν πρέπει να θεωρηθεί καθόλου υπερβολή ο ισχυρισμός ότι η ευρωπαϊκή νομισματική ένωση δεν είναι βιώσιμη οντότητα. Για την ακρίβεια, είναι μια τεράστια ιστορική αποτυχία που έχει προκαλέσει αφόρητο πόνο σε εκατομμύρια ανθρώπους και η οποία καταστρέφει το μέλλον μια νέας γενιάς σε πολλές από τις χώρες-μέλη.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Για παράδειγμα, η πιθανότητα να κερδίσει τις επόμενες προεδρικές εκλογές στη Γαλλία η Μαρίν ΛεΠεν θα μπορούσε να ανοίξει το κουτί της Πανδώρας για περισσότερες πολιτικές μετατοπίσεις προς την ίδια κατεύθυνση σε όλη την Ευρώπη. Βλ., Hugh Carnegy, «Marine Le Pen takes poll lead in race for next French presidential election». The Financial Times. 31 Ιουλίου 2014.

2. Βλ., C.J. Polychroniou, «The New Rome: The EU and the Pillage of the Indebted Countries». Policy Note 2013/5. Annandale-on-Hudson, Ν.Υ.: The Levy Economics Institute. Μάιος 2013. http://www.levyinstitute.org/pubs/pn_13_5.pdf

3. BloombergView, «Hey Germany: You Got a Bailout, Τοο». 23 Μαΐου 2012.

4. Ashifa Kassam, «Why a little economic growth won't see an end to the pain in Spain». The Observer. 10 Αυγούστου 2014.

5. Rising, D. 2014. «German recession threat as exports plunge». Associated Press. 9 Οκτωβρίου 2014.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Στη στήλη
Ιδεογραφήματα