Έντυπη Έκδοση

Βασανιστήρια, εμπειρία αδελφοσύνης

Παρίσι, 2005. Στο σχεδόν έρημο και ημιφωτισμένο μπαρ του ξενοδοχείου «Λιτεσιά», με την ξύλινη διακόσμηση και την ευχάριστη διακριτική ατμόσφαιρα, ένας καλοστεκούμενος ογδοντάρης, διόλου δυσαρεστημένος με τη μοναξιά του, ταξιδεύει νοητά προς τα πίσω κι απορεί για το πόσες ευκαιρίες έχασε να πεθάνει νέος...

 Αν μπορούσαμε να τον δούμε, στο πρόσωπό του θ' αναγνωρίζαμε αμέσως τον πιο Γάλλο από τους Ισπανούς συγγραφείς, έναν επιζήσαντα από την κόλαση του ναζισμού που έμελλε να διαγραφεί από το κομμουνιστικό κόμμα, αυτόν που με τα μυθιστορήματα, τα σενάρια και τα στοχαστικά, αυτοβιογραφικά γραπτά του μας βοήθησε να δούμε κατάματα το ζόφο και την πολυπλοκότητα του 20ού αιώνα: τον Χόρχε Σεμπρούν. Ωστόσο, το μόνο που μπορούμε να κάνουμε τώρα είναι να βυθιστούμε στις σελίδες του «Ασκήσεις επιβίωσης» που, αλίμονο, δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει (μετ. Εφη Κορομηλά, εκδ. Πόλις).

Να τος λοιπόν στο «Λιτεσιά», έξι χρόνια πριν από την οριστική αποχώρησή του, ν' ανακαλεί τα λόγια που είχε ανταλλάξει με τον αρχηγό του αντιστασιακού του δικτύου επί κατοχής, στο ίδιο ακριβώς ξενοδοχείο, το μακρινό 1943: «Ξέρεις τι σε περιμένει αν σε πιάσει η Γκεστάπο, το 'χεις σκεφτεί;». «Ξέρω, με περιμένει ανάκριση, δηλαδή βασανιστήρια!» είχε απαντήσει ο Σεμπρούν τότε, αλλά στην πραγματικότητα δεν είχε ιδέα. Είχε βέβαια ακουστά τις μεθόδους της γερμανικής αστυνομίας -χτυπήματα με κλομπ, ξερίζωμα νυχιών, ηλεκτροσόκ, κρέμασμα από σκοινί περασμένο σε χειροπέδες- αλλά, όπως θα έγραφε ο ίδιος δεκαετίες αργότερα, «το σώμα δεν μπορεί να έχει την πρωθύστερη εμπειρία, το a priori των βασανιστηρίων. Ακόμα και το σώμα που έχει γνωρίσει την πείνα, την εξαθλίωση, αυτήν την εμπειρία δεν την έχει: τα βασανιστήρια είναι απρόοπτα, απρόβλεπτα στα αποτελέσματά τους, στις φθορές τους...». Γι' αυτά γράφει στις «Ασκήσεις επιβίωσης» ο Σεμπρούν. Ενα θέμα για το οποίο, ώς τα βαθιά του γεράματα, ελάχιστα είχε μιλήσει.

Οπως επισημαίνει στον πρόλογο του βιβλίου ο Ρεζίς Ντεμπρέ, υπήρξαν κι άλλοι που επέζησαν από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, υπήρξαν κι άλλοι γενναίοι αντιστασιακοί που ήρθαν αντιμέτωποι με το θάνατο και άφησαν αξιομνημόνευτο έργο, αλλά όπως το έκανε ο Σεμπρούν δεν το έκανε κανείς τους. Ο δίχως θρηνωδίες και μελοδραματισμούς εσωτερικός μονόλογος απ' τον οποίο αναδύονται ανάγλυφα τα φαντάσματα του παρελθόντος, το πάντρεμα του προσωπικού βιώματος με τη βουή και τη μανία της Ιστορίας, οι σπειροειδείς ελιγμοί της μνήμης στα ίδια και στα ίδια πάντα μονοπάτια -ιδού τα «οικόσημα» που φέρει το λογοτεχνικό έργο του Σεμπρούν, σφραγίδες που αποτυπώνονται και σ' αυτό το αφήγημά του.

Τι δίδαγμα άντλησε ο ίδιος από την εμπειρία των βασανιστηρίων; «Θα' ταν παράλογο, για να μην πούμε ολέθριο», διαβάζουμε, «να θεωρήσουμε την αντοχή στα βασανιστήρια ως ένα απόλυτο ηθικό κριτήριο». Η αντίσταση στα βασανιστήρια, ακόμη κι αν καμφθεί τελικά, «είναι εξ ολοκλήρου ζυμωμένη με μια υπεράνθρωπη βούληση υπέρβασης». Και για να έχει νόημα αυτή η αντίσταση, για να είναι γόνιμη, «προϋποθέτει κάτι πέρα από το ιδεώδες τού Εμείς, μια κοινή ιστορία που πρέπει να συνεχίζεται, να ξαναχτίζεται, να επινοείται αδιάκοπα. Την ιστορική συνέχιση του είδους, σε ό,τι πιο ανθρώπινο κρύβει στο επίπεδο της αδελφοσύνης: τίποτε λιγότερο, τίποτε περισσότερο», γράφει. Απ' τη μεριά του, δεδομένου ότι δεν υπέστη ούτε ηλεκτροσόκ ούτε ξερίζωμα νυχιών, «είναι αδύνατον να ξέρω αν θα είχα αντέξει». Μέσα απ' τον πόνο, όμως, που άντεξε στη βίλα της Γκεστάπο στο Οξέρ, ένιωσε το σώμα του όπως δεν το είχε νιώσει ποτέ του -«τη στιγμή που σε κρεμάνε, αισθάνεσαι να σπας, να διαμελίζεσαι για πάντα»...

Ωστόσο, σε αντίθεση με τον Ζαν Αμερί (βλ. «Πέρα από την ενοχή και την εξιλέωση»), ο Χόρχε Σεμπρούν δεν συμμερίζεται την άποψη ότι όποιος υποστεί βασανιστήρια είναι καταδικασμένος να χάσει οριστικά την εμπιστοσύνη του στους ανθρώπους. Η προσωπική του εμπειρία, όπως υποστηρίζει, τον δίδαξε ότι «δεν είναι το θύμα, αλλά ο δήμιος που δεν θα ξανανιώσει ποτέ οικείο τον κόσμο». «Το θύμα, όχι μόνο αν επιζήσει αλλά και κατά τη διάρκεια των βασανιστηρίων, γαντζωμένο στη σιωπή του, βλέπει τους δεσμούς του με τον κόσμο να πληθαίνουν, να ριζώνουν, να διακλαδώνονται, να πολλαπλασιάζονται...». Ετσι ένιωθε κι ο ίδιος στο Οξέρ, «στη βίλα με τον κήπο όπου μοσχοβολούσαν τα φθινοπωρινά τριαντάφυλλα»: ότι «ο κόσμος μου ανήκε, ή, πιο σωστά, ότι εγώ ανήκα σ' εκείνον». Κι όπως διαπίστωνε, «η κάθε μια από εκείνες τις ώρες της σιωπής ερέθιζε και σάστιζε τους Γκεσταπίτες -τους έκανε ακόμη φτωχότερους τους ήδη φουκαράδες!».

Ο πολυβραβευμένος συγγραφέας του «Δεύτερου θάνατου του Ραμόν Μερκαντέρ», του «Τι ωραία Κυριακή», της «Αυτοβιογραφίας του Φεδερίκο Σάντσεθ», της «Επιστροφής του Νετσάγιεφ», πριν ακόμα γράψει γραμμή, όσο αντιστεκόταν στους Γερμανούς κι όσο αγωνιζόταν ενάντια στη δικτατορία του Φράνκο, βίωνε τη ζωή στην παρανομία σαν ένα προνόμιο. Μέσα στην «ευφορία της νιότης», πίστευε πως ανήκει «σ' ένα είδος ιπποσύνης» που τον διέκρινε από τους κοινούς θνητούς. Οπως όμως ομολογεί στις «Ασκήσεις επιβίωσης», με την πάροδο του χρόνου έπαψε να βλέπει την ιδιαιτερότητα της ζωής του ως «χρίσμα και φωτοστέφανο»: «Ολα έχουν ένα τέλος, ακόμη και η κατανοητή, άμετρη, ίσως, έπαρση μιας διπλής ζωής γεμάτης κινδύνους, ανακαλύψεις, συναπαντήματα».

Παρ' όλα αυτά, το πάθος για το γράψιμο διατηρήθηκε μέσα του ατόφιο. Κι όπως φαίνεται, σ' ένα από τα μυθιστορήματα που δεν πρόλαβε να γράψει, θα μπορούσαν κάλλιστα να πρωταγωνιστούν οι δυο Αμερικανοεβραίοι στρατιώτες που πρώτοι μπήκαν στο Μπούχενβαλντ μετά την απελευθέρωση, καθώς το θέαμα που αντίκρισαν ήταν όντως μοναδικό: ο Σεμπρούν, όπως κι οι άλλοι σκελετωμένοι, κουρελιάρηδες άντρες που βάδιζαν συντεταγμένα προς τη Βαϊμάρη εκείνη την ανοιξιάτικη μέρα του 1945, μπορεί να τρέκλιζαν από αδυναμία αλλά κρατούσαν όπλα, όπλα που μάζευαν κρυφά επί χρόνια και που τώρα, με άγρια χαρά, τα επιδείκνυαν. «Οπλα που συμβόλιζαν όχι μόνο την ελευθερία που ξαναβρίσκαμε, αλλά κάτι πολύ περισσότερο, την ανακτημένη μας αξιοπρέπεια».

**

Ψιλά γράμματα

* Τι ιστορία μπορεί να κρύβεται πίσω από την εικόνα ενός σαραντάρη που παρακολουθεί ανελλιπώς τη μαθητική παρέλαση της 28ης Οκτωβρίου, φορώντας μαύρα γυαλιά για να μη βλέπουν τα δάκρυά του οι περαστικοί; Η απάντηση στο διήγημα «Τα μαύρα παπούτσια της παρέλασης» από την ομώνυμη, παρθενική, συλλογή τού -γεννημένου το '73 στο Βόλο- Βαγγέλη Προβιά (εκδ. Ολκός). Ιδού, σαν δείγμα γραφής, μια γεύση από το βιογραφικό του πρωταγωνιστή:

* «Πήγαινε σ' ένα ιδιωτικό, ακριβό γυμνάσιο, για την ελίτ, βάρβαρος ανάμεσα σε μη βαρβάρους. Ολοι σχεδόν οι συμμαθητές του ήταν παιδιά ευκατάστατων, ή ακόμα και πλούσιων, οικογενειών. Είχε βρεθεί ανάμεσά τους τυχερό-άτυχο θύμα της υποχρέωσης του σχολείου να δέχεται, με υποτροφία, ένα ποσοστό φτωχών μαθητών. Δεν ένιωθε καλά μ' αυτό. Καθόλου. Στη μεγάλη αίθουσα, στους σχολικούς διαδρόμους, στην περιποιημένη αυλή, τον κατέβαλλε η ίδια ακριβώς αίσθηση που είχε στο σπίτι. Σαν να ήταν αόρατος, ανεπιθύμητος»...

* «Νομίζω πως την έλεγαν Εστερ». Αυτός είναι ο τίτλος του σπονδυλωτού, επίσης παρθενικού, μυθιστορήματος της γεννημένης το '70 στο Κίεβο Κάτια Πετρόφσκαγια, που απέσπασε το βραβείο Ινγκεμποργκ Μπάχμαν 2013. Μια πινακοθήκη πορτρέτων -ένθερμων μποσλεβίκων, ηρώων πολέμου αλλά και θυμάτων του σταλινισμού- μέσα από τα οποία αναδύεται η ζωή μιας οικογένειας στην Ανατολική Ευρώπη και τη Ρωσία, κι όλα τα μεγάλα γεγονότα του αιώνα που πέρασε. Μόλις κυκλοφόρησε σε μετάφραση Κ. Λάμψα και Π. Δηράνη, από τις εκδόσεις «Καπόν». Σ. Π.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Με λέξεις-κλειδιά
Γνώμες/Απόψεις
Συγγραφείς/Συγγράμματα
Αναλύσεις
Βιβλίο
Παρουσίαση βιβλίου
Νέες Εκδόσεις