Έντυπη Έκδοση

20 χρόνια χωρίς τον Ακριθάκη

Ο Αλέξης Ακριθάκης (1939-1994) συντονίστηκε με την ποπ κουλτούρα των μητροπολιτικών ευρωπαϊκών κέντρων, δημιουργώντας ωστόσο ένα προσωπικό ιδίωμα. Τα έργα του δομικά, λειτουργικά και εκφραστικά συνομιλούσαν άλλοτε με το μινιμαλισμό της σχεδιαστικής γραμμής και άλλοτε με την ψυχεδέλεια του χρώματος.

Ο Ηλίας Πετρόπουλος (αριστερά) με τον Αλέξη Ακριθάκη στην Εύβοια. Φωτογραφία του Γιάννη Σακελλαρίδη για την πρώτη έκδοση της Ιωάννου Αποκαλύψεως με σχέδια του Ακριθάκη. Τα σχέδια στον μπετονένιο τοίχο είναι του καλλιτέχνη Ο Ηλίας Πετρόπουλος (αριστερά) με τον Αλέξη Ακριθάκη στην Εύβοια. Φωτογραφία του Γιάννη Σακελλαρίδη για την πρώτη έκδοση της Ιωάννου Αποκαλύψεως με σχέδια του Ακριθάκη. Τα σχέδια στον μπετονένιο τοίχο είναι του καλλιτέχνη Είκοσι χρόνια από το θάνατό του, οργανώνεται έκθεση με το σύνολο της δημιουργίας του από την Ελληνογερμανική Αγωγή και τίτλο «Αλέξης Ακριθάκης: Ο μεγάλος ταξιδευτής» (29 Οκτωβρίου - 7 Νοεμβρίου).

Ο Αλέξης Ακριθάκης δεν ήταν καθωσπρέπει άνθρωπος και ζωγράφος. Προτού γνωρίσει το Παρίσι και τον Ιταλό γλύπτη Αλμπέρτο Τζιακομέτι, είχε συνδεθεί με τον αυτοκτόνο ποιητή Γιώργο Μακρή, αυτόν τον επικούρειο ποιητή-φιλόσοφο των ελληνικών δρόμων και των διεθνών λεωφόρων. Μάλιστα, σε μία εφηβική έξαρση, είχε κάψει μία αίθουσα διδασκαλίας της λεοντείου Σχολής, που προκάλεσε την αποβολή του από όλα τα σχολεία.

Ο ψυχισμός του είχε διαμορφωθεί από τον πρόσφυγα Μικρασιάτη πατέρα, κομμουνιστή και εξόριστο με εμπλοκή στον Εμφύλιο. Η μητέρα του ήταν μια εύπορη Βαυαρή, από την οποία έμαθε τα γερμανικά που του έδωσαν τη δυνατότητα να πάει για σπουδές στο Βερολίνο, με υποτροφία της Γερμανικής Υπηρεσίας Ακαδημαϊκών Ανταλλαγών (DAAD), το οποίο έγινε και το δεύτερο σπίτι του.

Το μπαρ «Fofi's», που διατηρούσε η σύντροφος και σύζυγός του Φώφη, θα μεταμορφωθεί σ' ένα πέρασμα από τη ζωή στην τέχνη. Εκεί θα γνωρίσει και τον Κωνσταντίνο Ξενάκη, υπότροφος κι αυτός του γερμανικού κράτους. Ο τελευταίος θα τον φέρει σε επαφή με κύκλους του θεάτρου και του χορού και θα τον μυήσει στην κίνηση των έργων τέχνης.

Τα σύμβολα, τα περισσότερα δημιουργήματα της βερολινέζικης περιόδου, έχουν την αρχή τους στο «τσίκι-τσίκι» -όπως τα χαρακτήριζε ο ίδιος-, που δεν ήταν τίποτε άλλο παρά το αυτόματο, πυκνό πλέξιμο της σινικής μελάνης πάνω στον πίνακα.

Η γραφή του σταθεροποιήθηκε στην παιδικότητα μιας χειρονομιακής ζωγραφικής, χωρίς να εγκολπώσει στοιχεία διαμαρτυρίας και καταγγελίας. Εν τούτοις ούτε μια γραμμή δεν είναι αυτοαναφορική, καθώς υπάκουσε στα ένστικτά του και στη μοναχικότητά του, που μεταμορφώθηκαν σε κώδικες κοινωνικότητας, συμμετοχής και αλληλεγγύης.

Τα ακριθακικά πλάσματα, αστέρια, όργανα, πράγματα και αντικείμενα (ο ήλιος, η φωτιά, το μάτι, το πουλί, η καρδούλα, το ελικόπτερο, το αεροπλάνο, το καραβάκι, το βέλος, η βαλίτσα) χρωματοποιούνται, επιχρωματίζονται, επιχρίζονται. Στις συνθέσεις του ενσωματώνονται καινούργια ή φθαρμένα ξύλα, καθώς και ευτελή υλικά, γιατί ο κόσμος είναι φθαρτός και την ίδια στιγμή αιώνιος. Από τον εικαστικό του ορίζοντα δεν έλειψαν τα ινσταλέισον, με κορυφαίο «Το Μπαρ», βγαλμένο από την αλητεία της μπαρόβιας συνύπαρξης.

Η επιστροφή του στην Αθήνα, το 1984, θα συνδεθεί με τα μπες-βγες της αποτοξίνωσης, αφού είχε ήδη μια μακρά και πονεμένη σχέση με τα ναρκωτικά και το αλκοόλ. Η ανακοπή καρδιάς, τον Σεπτέμβριο του 1994, επιβεβαίωσε την απόφανση ότι ο τρόπος θανάτου μας σηματοδοτεί τον τρόπο που ζήσαμε. Και ο Αλέξης Ακριθάκης ρουφούσε ώς το μεδούλι τη ζωή που γινόταν τέχνη και η τέχνη γινόταν ζωή. Ηταν δύο τρόποι για να ζήσει πεθαίνοντας και να πεθάνει αιώνιος.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Με λέξεις-κλειδιά
Εκθέσεις
Αφιέρωμα
Εικαστικά