Έντυπη Έκδοση

ΜΠΕΝ ΜΠΡΑΝΤΛΙ. ΠΕΘΑΝΕ Ο ΙΣΤΟΡΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΤΗΣ «WASHINGTON POST»

Αντίο στον τελευταίο μεγάλο εφημεριδά

«Δεν μου λείπουν διόλου οι ψόφιες ιστορίες: είπε ο πρόεδρος, ψήφισε η Γερουσία, αποφάσισε το δικαστήριο, ανακοίνωσε το Πεντάγωνο. Μου λείπει η έκρηξη των ρεπορτάζ που κάνουν την καρδιά σου να χτυπά πιο γρήγορα»

Πέθανε ο τελευταίος μεγάλος εφημεριδάς! Πέθανε ο άνθρωπος που διαχειρίστηκε το σκάνδαλο Γουότεργκεϊτ και έγραψε με χρυσά γράμματα το όνομά του στην ιστορία του Τύπου. Πέθανε ο ιστορικός διευθυντής της «Washington Post», Μπεν Μπράντλι. Στα 93 του έτη, από φυσικά αίτια όπως έγραψε το ιατρικό δελτίο. Σύμφωνα με δημοσιογραφικές πηγές, τον τελευταίο καιρό υπέφερε από Αλτσχάιμερ και είχε μεταφερθεί από την οικία του σε οίκο ηλικιωμένων.

Το επιτελείο της «Washington Post», επί ποδός τις καυτές μέρες του Γουότεργκεϊτ. Εξ αριστερών η εκδότρια Κάθριν Γκράχαμ, ο Μπομπ Γούντγουορντ, ο Καρλ Μπέρνστιν, ο διευθυντής σύνταξης της εφημερίδας Χάουαρντ Σίμονς και ο Μπεν Μπράντλι Το επιτελείο της «Washington Post», επί ποδός τις καυτές μέρες του Γουότεργκεϊτ. Εξ αριστερών η εκδότρια Κάθριν Γκράχαμ, ο Μπομπ Γούντγουορντ, ο Καρλ Μπέρνστιν, ο διευθυντής σύνταξης της εφημερίδας Χάουαρντ Σίμονς και ο Μπεν Μπράντλι Ο Μπεν Μπράντλι διετέλεσε διευθυντής της «Washington Post» από το 1968 ώς το 1991, αλλά ακόμη και μετά την αποχώρησή του από την εφημερίδα κράταγε στενούς δεσμούς μαζί της. Ακόμη και ο καινούργιος ιδιοκτήτης του φύλλου, ο ρηξικέλευθος Τζεφ Μπέζος της Amazon.com, τον άφησε στην ησυχία του και δεν τόλμησε να θίξει τον τίτλο του αντιπροέδρου που διατηρούσε ο εκλιπών ώς το θάνατό του. Γιατί καλό είναι να θυμάται κανείς και το παρελθόν και να μην έχει μονίμως το βλέμμα καρφωμένο στο μέλλον. Μπορεί να πάρει μερικά μαθήματα...

Οπως μπορεί κάποιος να πάρει μαθήματα διαβάζοντας την αυτοβιογραφία του Μπράντλι, που κυκλοφόρησε το 1995 υπό τον τίτλο «Α Good Life». Ενα χρονικό της πορείας του στον κόσμο των εφημερίδων, μια βουτιά στους μηχανισμούς του Τύπου οι οποίοι κυριολεκτικά μεταμορφώθηκαν στις μέρες του. Ως ένα βαθμό, η μετάλλαξη αυτή -ευτυχής ή ατυχής, κατά περίπτωση- οφειλόταν και στον ίδιο. Η δική του εφημερίδα ήταν που ξεσκέπασε το σκάνδαλο Γουότεργκεϊτ, αποκάλυψε ότι ο βασιλιάς Χουσεΐν της Ιορδανίας μισθοδοτούνταν από τη CIA, στήριξε τη δυναστεία των Κένεντι σε καιρούς ταραγμένους και εξαπατήθηκε τα μάλα από μια ρεπόρτερ που είχε «ξετρυπώσει» έναν οκτάχρονο ναρκομανή δολοφόνο.

Και από την άλλη η «Washington Post» προσπάθησε μέσα στο χείμαρρο των αλλαγών να προστατεύσει τη δεοντολογία, να ανακαλύψει τα πραγματικά αίτια των γεγονότων, να υπηρετήσει ένα αναγνωστικό κοινό πολλές φορές αδιάφορο ή αποκοιμισμένο. Για τον Μπεν Μπράντλι, μοναδική λύση του αινίγματος στάθηκε πάντοτε η αλήθεια. «Το Γουότεργκεϊτ με δίδαξε ένα πολύτιμο μάθημα», έγραψε στο «Α Good Life», «δεν υπάρχει καλύτερη άμυνα από την αλήθεια και η απόλυτη αλήθεια είναι η απόλυτη άμυνα. Η αλήθεια αποκαλύπτεται πάντοτε και η αποκάλυψή της είναι μια κανονική, ζωτική διαδικασία της δημοκρατικής κοινωνίας. Αν οι αναγνώστες δεν έχουν την υπομονή να περιμένουν την αποκάλυψη της αλήθειας, τότε υπάρχει πρόβλημα. Εμείς στον Τύπο έχουμε το πρόβλημα. Είναι πολύ πιο εύκολο για τους αναγνώστες να αποδεχθούν ως αλήθεια οτιδήποτε κολακεύει τις προκαταλήψεις τους και να απορρίψουν στοιχεία που αντιστρατεύονται τις προκαταλήψεις αυτές».

Αγωνία, λοιπόν, για την αλήθεια αλλά και τύχη. Οπως παραδέχεται -ή μάλλον επιμένει, στην αυτοβιογραφία του- ο Μπράντλι, η λαμπρή του καριέρα δεν θα γνώριζε ποτέ δόξες δίχως τη βοήθεια αρκετών συμπτώσεων. Παιδί σχετικά ευκατάστατης προτεσταντικής οικογένειας από τη Βοστόνη, πέρασε τις τραγικές μέρες του οικονομικού κραχ σε ιδιωτικό σχολείο. Κέρδισε τη μάχη με την πολιομυελίτιδα με σχετικά ολίγες αμυχές, αποφοίτησε από το Χάρβαρντ δίχως πολλά ταρατατζούμ, υπηρέτησε τέσσερα χρόνια σε καταδρομικό στο νότιο Ειρηνικό και δεν τον άγγιξε σφαίρα. Μετά το πέρας των εχθροπραξιών έστησε την αξιοθαύμαστη, πλην όμως βραχύβια, «New Hampshire Sunday News», για να καταλήξει μέσω μιας βροχής στη «Washington Post» το 1948. Αν δεν έριχνε καλαπόδια, θα είχε κατέβει από το τρένο στη Βαλτιμόρη, όπου επίσης τον περίμενε μια ενδιαφέρουσα πρόταση συνεργασίας εκ μέρους του «Baltimore Sun». Κατέληξε εν τέλει στην αμερικανική πρωτεύουσα και στην τότε ασθμαίνουσα τρίτη από τις τέσσερις εφημερίδες της πόλης.

«Κινδυνεύει στ' αλήθεια η ασφάλεια του έθνους μας μόνο και μόνο επειδή το λέει κάποια κυβερνητική αρχή; Εμαθα την απάντηση με τρόπο σκληρό: Σχεδόν ποτέ» «Κινδυνεύει στ' αλήθεια η ασφάλεια του έθνους μας μόνο και μόνο επειδή το λέει κάποια κυβερνητική αρχή; Εμαθα την απάντηση με τρόπο σκληρό: Σχεδόν ποτέ» Η καλή του μοίρα δεν τον εγκατέλειψε ούτε εκεί. Ετυχε να βρεθεί μπροστά σε μια απόπειρα δολοφονίας εναντίον του προέδρου Τρούμαν, σε μια δραματική απόπειρα αυτοκτονίας, στις διαδηλώσεις του 1949 για τις χωριστές πισίνες μαύρων και λευκών. Το 1951 μετακόμισε συν γυναιξί και τέκνοις στο Παρίσι όπου ανέλαβε θέση ακόλουθου Τύπου στην αμερικανική πρεσβεία. Τον κούρασε όμως το γεγονός ότι έπρεπε να ψεύδεται ενώπιον των συναδέλφων του και προτίμησε ύστερα από λίγο καιρό να αναλάβει ανταποκριτής του «Newsweek» στην Πόλη του Φωτός. Συνελήφθη από τη γαλλική αστυνομία επειδή προσπάθησε να μιλήσει με στελέχη του αλγερινού απελευθερωτικού κινήματος, πήγε το 1956 στο Ισραήλ και έφθασε με ταξί (!) ώς την πρώτη γραμμή του μετώπου, κάλυψε την επίσκεψη των Μπουλγκάνιν και Χρουστσόφ στο Βελιγράδι.

Αλλά η νοσταλγία επικράτησε και ο Μπράντλι ξαναγύρισε στην Αμερική εντασσόμενος στο πολιτικό ρεπορτάζ του «Newsweek». Βρέθηκε δηλαδή και πάλι στην Ουάσιγκτον, οπότε θα του ήταν δύσκολο να ξεφύγει από την παλιά του αγάπη. Ενορχήστρωσε την πώληση του περιοδικού στην «Washington Post» και το 1965 ανέλαβε θέση αρχισυντάκτη στην εφημερίδα. Σε τρία χρόνια έγινε διευθυντής και σε άλλα τέσσερα άναψε τις φωτιές του Γουότεργκεϊτ. Παρέμεινε επικεφαλής της «Washington Post» ώς το 1991 και στα εβδομήντα του χρόνια παρέδωσε τα σκήπτρα στον Λεν Ντάουνι. Εκτοτε ταξίδεψε, έγραψε και ασχολήθηκε με τον κήπο του.

Καθόλου άσχημη ζωή, ιδίως αν συνυπολογίσει κανείς ότι στον ιστό της μπλέχτηκε για αρκετό διάστημα ο πρόεδρος Κένεντι. Το 1957, οι δύο άνδρες αγόρασαν με διαφορά μερικών μηνών γειτονικά σπίτια στην Τζόρτζταουν, γνωρίστηκαν, απέκτησαν στενές, οικογενειακές σχέσεις. Ο Μπράντλι έγινε ο αγαπημένος δημοσιογράφος του μετέπειτα προέδρου, με αποτέλεσμα ο δεύτερος να «ταΐζει» συχνά τον πρώτο με αποκλειστικές ειδήσεις. Τόσο συχνά, που έφθασε ο πρώην υποψήφιος των Ρεπουμπλικάνων για την προεδρία Μπομπ Ντόουλ να χαρακτηρίσει κάποτε τον Μπράντλι «βαλιτσοκουβαλητή» του Κένεντι. Οχι πως ο ρεπόρτερ δεν βασανίστηκε από το χαρακτήρα της φιλίας αυτής. Σημείωσε σχετικά στο «Α Good Life»: «Το να θέτει ένας φίλος σου υποψηφιότητα για την προεδρία των Ηνωμένων Πολιτειών αποτελεί μια εμπειρία απρόσμενη, συναρπαστική και ανεπανάληπτη. Αν συμβαίνει να ασκείς το επάγγελμα του δημοσιογράφου, σε όλα τα προηγούμενα προστίθεται και η σύγχυση. Είσαι φίλος ή ρεπόρτερ; Πρέπει να διασαφηνίζεις διαρκώς τις έννοιες του φίλου και του δημοσιογράφου, αν θέλεις να ξανακερδίσεις την ηρεμία σου. Χρειάζεται αρκετός καιρός για να το πετύχεις. Και αν ο φίλος σου τελικά εκλεγεί πρόεδρος, η κατάσταση χειροτερεύει πριν τελικά καλυτερέψει - και καλυτερεύει εντυπωσιακά».

Ο Μπράντλι έβγαλε πολυάριθμα αποκλειστικά μέσω του Κένεντι, αρνήθηκε όμως ότι σε αντάλλαγμα προστάτευσε την ιδιωτική του ζωή. Δεν γνώριζε τίποτε, υποστήριξε στην αυτοβιογραφία του, για τις εξωσυζυγικές του δραστηριότητες, θέτοντας παράλληλα επί τάπητος σημαντικά ζητήματα δεοντολογίας. Διαβάζουμε στο «Α Good Life»: «Οι διευθυντές επιλέγουν, αυτή είναι η φύση της δουλειάς τους. Επιλέγουν ανθρώπους πρώτα απ' όλα, επιλέγουν θέματα, επιλέγουν λέξεις. Δεν υπάρχει τίποτε πιο δύσκολο από το να επιλέγεις τι πρέπει να τυπωθεί και τι όχι. Αναφορικά με τα θέματα εθνικής ασφάλειας, η τελική ερώτηση έχει ως εξής: Κινδυνεύει στ' αλήθεια η ασφάλεια του έθνους μας μόνο και μόνο επειδή το λέει κάποια κυβερνητική αρχή; Εμαθα την απάντηση με τρόπο σκληρό: Σχεδόν ποτέ.

»Αναφορικά με θέματα ιδιωτικού βίου, η ερώτηση έχει ως εξής: Υπάρχει μήπως κάποιο ιερό δικαίωμα του κοινού στη γνώση των πάντων, ισχυρότερο από το ιερό δικαίωμα της ιδιωτικότητας; Απάντηση εύκολη δεν υπάρχει. Στην "Washington Post" είχαμε τον εξής κανόνα: Η ιδιωτική ζωή των κρατικών αξιωματούχων είναι δική τους υπόθεση, εκτός και αν επηρεάζει την άσκηση των καθηκόντων τους. Οπως λέγαμε και στο γραφείο: "Αν πίνεις στο σπίτι σου, είναι δική σου δουλειά. Αν πίνεις στο πάτωμα της Γερουσίας, είναι δική μας δουλειά"».

Φυσικά ο Μπράντλι δεν ξέχασε τις υπερβολές των σύγχρονων μέσων μαζικής ενημέρωσης, αποκαλώντας μάλιστα τις πλέον έξαλλες εκφράσεις τους «δημοσιογραφία της κηροζίνης». «Σε αυτού του είδους τη δημοσιογραφία», υπογράμμισε στην αυτοβιογραφία του, «οι ρεπόρτερ μόλις δουν καπνό, του ρίχνουν κηροζίνη δίχως καθόλου να ασχοληθούν με το πώς και το γιατί της ιστορίας. Οι φλόγες που ακολουθούν είναι αποτέλεσμα εμπρησμού και όχι δημοσιογραφίας». Η δική του συνταγή για την επιτυχία ήταν απλή και -σύμφωνα με τις εμπειρίες του- αποτελεσματική: «Το καλύτερό μας σήμερα, το ακόμη καλύτερο αύριο. Να κυκλοφορούμε σήμερα την πιο καλή, την πιο ειλικρινή εφημερίδα που μπορούμε να κυκλοφορήσουμε και την επόμενη μέρα να τα καταφέρνουμε ακόμη καλύτερα».

Για τη δική του ζωή μακριά από τη δράση, ο Μπράντλι επέλεξε ένα συγκινητικό επίλογο: «Μου λείπουν εκείνες οι περιπτώσεις όπου μια ιστορία πραγματικά αποσβολώνει τον αναγνώστη, όπου όλος ο κόσμος δεν ασχολείται με τίποτε άλλο, είτε πρόκειται για την παραίτηση του Νίξον είτε για τη Λορίνα Μπόμπιτ που κόβει τα αχαμνά του άντρα της. Δεν μου λείπουν διόλου οι συσκέψεις με τα άλλα στελέχη, οι προϋπολογισμοί, οι αναδιατάξεις, οι σχεδιασμοί. Δεν μου λείπουν διόλου οι ψόφιες ιστορίες: είπε ο πρόεδρος, ψήφισε η Γερουσία, αποφάσισε το δικαστήριο, ανακοίνωσε το Πεντάγωνο. Μου λείπει η έκρηξη των ρεπορτάζ που κάνουν την καρδιά σου να χτυπά πιο γρήγορα. Τότε μπορεί ένας δημοσιογράφος να κάνει τη δουλειά που είναι ταγμένος να κάνει. Λίγοι μονάχα από εμάς καταφέραμε να ζήσουμε μια τέτοια συγκλονιστική εμπειρία. Ξανά και ξανά και ξανά».

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Ελλάδα
Με λέξεις-κλειδιά
Πρόσωπα
Ξένος τύπος
Αφιέρωμα
Μέσα & Media
Δημοσιογράφοι