Έντυπη Έκδοση

ΣΤΙΣ 29 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 1912 ΜΠΗΚΑΝ ΠΑΝΗΓΥΡΙΚΑ ΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΣΤΡΑΤΕΥΜΑΤΑ ΣΤΗΝ ΠΟΛΗ

Η νύφη του Θερμαϊκού σε ελληνικά χέρια

Με διαφορά ωρών τα ελληνικά στρατεύματα πρόλαβαν τα βουλγαρικά

Ο Α' Βαλκανικός Πόλεμος, που άρχισε τον Οκτώβριο του 1912, αποτέλεσε το αποκορύφωμα της προσπάθειας των βαλκανικών λαών να απαλλαγούν από τον οθωμανικό ζυγό και να επεκτείνουν τα εδάφη τους.

Τη 29η Οκτωβρίου 1912 τα ελληνικά στρατεύματα, υπό τον βασιλέα και το διάδοχο, παρήλασαν στην παραλιακή Τη 29η Οκτωβρίου 1912 τα ελληνικά στρατεύματα, υπό τον βασιλέα και το διάδοχο, παρήλασαν στην παραλιακή Ενωμένες πρώτη φορά οι βαλκανικές δυνάμεις στράφηκαν εναντίον της παραπαίουσας Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, απειλώντας την με έξωση από τη Γηραιά Ηπειρο. Οι αποτυχημένοι διπλωματικοί ελιγμοί, που σημάδεψαν το τέλος του Α' Βαλκανικού Πολέμου, οδήγησαν σε ένα δεύτερο, συντομότερο αυτή τη φορά, εναντίον της Βουλγαρίας. Οταν ολοκληρώθηκε αυτή η περιπέτεια με τη Συνθήκη του Βουκουρεστίου τον Αύγουστο του 1913, ο χάρτης στα Βαλκάνια είχε αλλάξει εντελώς μορφή και η «μπαρουταποθήκη» της Ευρώπης ανέπνευσε για λίγους μήνες ήρεμη. Μέχρι τη μοιραία ημέρα του Ιουνίου του 1914 στο Σαράγιεβο, όταν η δολοφονία του διαδόχου του αυστριακού θρόνου άναψε το φιτίλι του Μεγάλου Πολέμου.

Κοσμοπολίτικη

Η Θεσσαλονίκη του 1912-1913 ήταν μία πόλη με χαρακτήρα διεθνή, που παρέπεμπε περισσότερο στην Κωνσταντινούπολη ή τη Σμύρνη και όχι σε τυπική ελληνική πόλη, όπως ήταν η Αθήνα ή η Πάτρα. Ο πληθυσμός ήταν λίγο μικρότερος αυτού της Αθήνας: 150.000 κάτοικοι έναντι περίπου 165.000 που διέμεναν στην πρωτεύουσα της Ελλάδος. Ομως, η δημογραφική σύσταση του πληθυσμού της Θεσσαλονίκης ήταν ιδιάζουσα. Με ποσοστό που άγγιζε το 39% οι Εβραίοι αποτελούσαν τη μεγαλύτερη εθνική κοινότητα της πόλης, ακολουθούσαν οι Τούρκοι με 29% και οι Ελληνες με 25,3%. Οι σεφαραδίτες Εβραίοι της Θεσσαλονίκης κατάγονταν από την Ιβηρική χερσόνησο και εξορίστηκαν από την Ισπανία κατά τα τέλη του 15ου αιώνα. Βρήκαν καταφύγιο σε όλη τη λεκάνη της Μεσογείου, από την Αλγερία έως τον Λίβανο και από τη Βενετία έως την Αίγυπτο.

Οποια χώρα ενσωμάτωνε τη Θεσσαλονίκη, θα αποκτούσε ένα σημαντικό λιμάνι, το μεγαλύτερο της Ανατολικής Μεσογείου, ένα νευραλγικής σημασίας κέντρο διαμετακομιστικού εμπορίου, μία περιοχή με αξιόλογη βιομηχανική-βιοτεχνική ανάπτυξη, ένα σπουδαίο συγκοινωνιακό κέντρο, από το οποίο διέρχονταν τρεις σιδηροδρομικές αρτηρίες.

Αγώνας δρόμου για δύο

Αν και η Σερβία παρακολουθούσε διακριτικά την υπόθεση, τελικά οι «μονομάχοι» για τη Θεσσαλονίκη ήταν δύο: η Ελλάδα και η Βουλγαρία.

Ηδη οι Βούλγαροι είχαν προνοήσει να μεταφέρουν την τελετουργική επίσημη άμαξα με την οποία υπολόγιζαν ότι θα έκανε τη θριαμβευτική του είσοδο στη Θεσσαλονίκη ο διάδοχος του βουλγαρικού θρόνου, Βόρις Γ'. Προκειμένου να εισέλθουν πρώτοι στη Θεσσαλονίκη, οι Βούλγαροι έστρεψαν την προσοχή τους προς τα δυτικά και τη Θεσσαλονίκη, μία πόλη που είχε διπλάσιο πληθυσμό από την πρωτεύουσά τους, τη Σόφια, αντί να στραφούν προς τα νοτιοανατολικά, στο μέτωπο της Θράκης.

Η ελληνική πλευρά πληροφορήθηκε τα βουλγαρικά σχέδια από έναν απροσδόκητο σύμμαχο στην 7η Μεραρχία Πεζικού «Ρίλα», την οποία διοικούσε ο υποστράτηγος Γκεόργκι Τεοντόροφ. Η μεραρχία του Τεοντόροφ ήταν ο σχηματισμός που θα έκανε τον αποφασιστικό ελιγμό για την κατάληψη της Θεσσαλονίκης. Ομως, ο ελληνικής καταγωγής -και Βούλγαρος υπήκοος- ιατρός Φίλιππος Νικόγλου, ο οποίος είχε επιστρατευθεί στο χειρουργείο της μεραρχίας, αποκάλυψε το απόγευμα της Κυριακής, 21 Οκτωβρίου, τις προθέσεις των Βουλγάρων στον λοχαγό Αθανάσιο Σουλιώτη-Νικολαΐδη. Ο 35άχρονος λοχαγός είχε παρελθόν στο Μακεδονικό Αγώνα και υπηρετούσε ως σύνδεσμος στο Βουλγαρικό Στρατηγείο.

Οταν ο Σουλιώτης-Νικολαΐδης πληροφορήθηκε ότι ο υποστράτηγος Τεοντόροφ κατευθυνόταν προς τη Θεσσαλονίκη, έσπευσε αμέσως από την Ανω Τζουμαγιά, όπου συνάντησε τον Νίκογλου, στη Σόφια. Από εκεί ενημέρωσε τις ελληνικές αρχές με κρυπτογραφημένο τηλεγράφημα. Ξένοι διπλωμάτες και Ελληνες κάτοικοι των Σερρών επιβεβαίωσαν την πληροφορία ότι η βουλγαρική 7η Μεραρχία Πεζικού κατευθυνόταν προς τη Θεσσαλονίκη. Το «μπαλάκι» ήταν πλέον στην ελληνική πλευρά.

Πριν φθάσουν αυτές οι κρίσιμες πληροφορίες, ο πρωθυπουργός και υπουργός Στρατιωτικών Ελευθέριος Βενιζέλος είχε ήδη ενημερώσει τον επικεφαλής των ελληνικών στρατευμάτων πρίγκιπα Κωνσταντίνο (το μετέπειτα βασιλέα της Ελλάδας) ότι λόγοι εθνικοί επέβαλλαν να στρέψει αμέσως την προσοχή του προς τη Θεσσαλονίκη. Ο Κωνσταντίνος απάντησε ότι ο Στρατός θα στραφεί κατά του Μοναστηρίου, εκτός αν ο πρωθυπουργός απαγόρευε αυτή την κίνηση. Χωρίς δεύτερη σκέψη, ο Βενιζέλος απάντησε αυστηρά: «Σας το απαγορεύω». Ο Κωνσταντίνος αναγκάστηκε να υπακούσει και οδήγησε τη Στρατιά της Θεσσαλίας προς τη Θεσσαλονίκη.

Στα Γιαννιτσά δόθηκε η αποφασιστική μάχη που «ξεκλείδωσε» το δρόμο προς τη Θεσσαλονίκη, αλλά ο Κωνσταντίνος αργοπορούσε, γιατί είχε να αντιμετωπίσει και κρούσματα απειθαρχίας, λόγω της κακής οργάνωσης των υπηρεσιών επισιτισμού. Ανήσυχος ο Βενιζέλος του απέστειλε τηλεγράφημα στις 24 Οκτωβρίου -το οποίο κοινοποιήθηκε και στο βασιλέα- εκφράζοντας τη δυσφορία του για το γεγονός ότι ο διάδοχος επί τέσσερις ημέρες δεν ενημέρωσε την προϊσταμένη αρχή για τις κινήσεις του. Σε άλλο τηλεγράφημα ο πρωθυπουργός καθιστούσε τον αρχιστράτηγο υπεύθυνο εάν δεν φρόντιζε να σπεύσει στη Θεσσαλονίκη και επέτρεπε στους Βούλγαρους να κερδίσουν την ιδιότυπη «κούρσα». Ο Βενιζέλος φρόντισε να δημοσιοποιήσει αυτές τις στιχομυθίες το 1917, το έτος που ο Διχασμός κορυφώθηκε και ο Κωνσταντίνος κηρύχθηκε έκπτωτος.

Ο διάδοχος και αρχιστράτηγος Κωνσταντίνος αναγκάστηκε να συμμορφωθεί. Αλλωστε, ο πατέρας του, βασιλέας Γεώργιος Α', ανέμενε με ειδικό τρένο για να είναι παρών την κατάλληλη στιγμή και να εισέλθει στην πόλη μαζί με το διάδοχο. Στις 25 Οκτωβρίου, ο αντιστράτηγος Χασάν Ταξίν πασάς, διοικητής της 8ης Στρατιάς και υπερασπιστής της πόλης, απέστειλε ξένους διπλωμάτες και το φρούραρχο της πόλης και ζήτησε διαπραγματεύσεις για να παραδώσει τη Θεσσαλονίκη. Οι χειρισμοί του Κωνσταντίνου στις διαπραγματεύσεις προκάλεσαν κι άλλο οργισμένο μήνυμα από τον Βενιζέλο, ο οποίος του παρήγγειλε να αποδεχθεί χωρίς άλλη χρονοτριβή την παράδοση της πόλης και τον καθιστούσε ξανά υπεύθυνο για τυχόν απώλεια κι άλλου χρόνου.

Εν τω μεταξύ, η τουρκική πλευρά αρνήθηκε τους ελληνικούς όρους και τα ελληνικά στρατεύματα βάδισαν προς τη Θεσσαλονίκη. Το πρωί της 26ης Οκτωβρίου ο Κωνσταντίνος πληροφορήθηκε ότι βουλγαρικά στρατεύματα κατευθύνονταν κι αυτά προς την πόλη. Οταν ήλθε σε επαφή μαζί τους και συνειδητοποίησε ότι δεν είχαν πρόθεση να επιτρέψουν στους Ελληνες να εισέλθουν πρώτοι στην πόλη, βιάστηκε να δεχθεί την παράδοση των Τούρκων και ανέθεσε στους επιτελείς του συνταγματάρχη Βίκτορα Δούσμανη και λοχαγό Ιωάννη Μεταξά να συντάξουν το σχετικό πρωτόκολλο, το οποίο τελικά περιέλαβε 10 άρθρα. Λίγο πριν εκπνεύσει η 26η Οκτωβρίου, ημέρα γιορτής του πολιούχου της Θεσσαλονίκης Αγίου Δημητρίου, η ελληνική αντιπροσωπεία, με διερμηνέα τον έφεδρο δεκανέα Ιωνα Δραγούμη, συνάντησε τον Ταξίν πασά, ο οποίος υπέγραψε την άνευ όρων παράδοση των στρατευμάτων του και της πόλης. Απ' έξω το πλήθος παραληρούσε.

Μπαίνει ο στρατός

Πρώτα εισήλθαν στην πόλη μονάδες ευζώνων, ιππικού και Κρητών χωροφυλάκων. Στις 27 Οκτωβρίου, η ελληνική 7η Μεραρχία Πεζικού εισήλθε στη Θεσσαλονίκη, κόβοντας το νήμα της «κούρσας» με διαφορά ωρών από τους Βούλγαρους. Την ίδια ημέρα, επιτροπή τεσσάρων Βούλγαρων αξιωματικών, μεταξύ των οποίων και ο Βούλγαρος πρεσβευτής στο Παρίσι, ο οποίος υπηρετούσε ως έφεδρος λοχαγός, απαίτησαν να παραδοθεί και σε αυτούς η πόλη, επιδιώκοντας συγκυριαρχία. Ομως ο Ταξίν πασάς δεν πείστηκε από τις αιτιάσεις τους και τις απειλές για βομβαρδισμό της πόλης.

Στις 28 του μηνός ο Κωνσταντίνος συναντήθηκε με τις αρχές της πόλης και τον υποστράτηγο Τεοντόροφ. Δύο τάγματα του βουλγαρικού στρατού στρατωνίστηκαν στην πόλη, αφού ο διάδοχος έλαβε διαβεβαιώσεις ότι δεν θα τεθεί θέμα συγκυριαρχίας. Ομως σταδιακά οι Βούλγαροι έφεραν στην πόλη μεγαλύτερο αριθμό στρατιωτών, ένα γεγονός που επίσης προκάλεσε προστριβές μεταξύ Βενιζέλου-Κωνσταντίνου. Η ελληνική πλευρά διόρισε αμέσως αρχές και στις 29 Οκτωβρίου, μία βροχερή ημέρα, βασιλέας και διάδοχος εισήλθαν πανηγυρικά στην πόλη, επικυρώνοντας την ελληνική παρουσία στην πόλη και στέλνοντας μήνυμα στη βουλγαρική πλευρά. Παρ' όλ' αυτά, η διαμάχη με τους Βούλγαρους δεν έμελλε να λυθεί με συμβολικές κινήσεις. Χρειάστηκε ακόμη ένας πόλεμος, ο Β' Βαλκανικός, για να ολοκληρωθούν, προσωρινά, οι περιπέτειες της Θεσσαλονίκης.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Ελλάδα
Με λέξεις-κλειδιά
Πρόσωπα & Γεγονότα
Ιστορία/Ιστορικά Γεγονότα