Έντυπη Έκδοση

Θάλασσα ο χρόνος

Η τελευταία ενδοφλέβια ένεση που έβαλε η γιατρός στη μητέρα μου «πήρε» πρόσκαιρα τον πόνο και έφερε το κακό «όνειρο»: ήρθαν, λέει, οι Γερμανοί να πάρουν τα παιδιά της. Αυτό κι αυτό κι αυτό κι αυτό είπανε -και δείξανε ένα ένα και τα τέσσερα-, να πάνε από εκεί να μπουν στο λάκκο.

Λάκκοι είναι οι σκαμμένοι «τόποι» εδώ στη Μαρτυρική Θεσσαλονίκη όπου ρίχνανε οι Γερμανοί επί Κατοχής απλούς ανθρώπους για να τους εκφοβίσουν ή να τους τουφεκίσουν για αντίποινα. Από έναν τέτοιο λάκκο στο Ασβεστοχώρι δίπλα στο σανατόριο γλίτωσαν ο πατέρας μου και η μάνα μου. «Μη μου τα παίρνετε» παρακάλεσε η μάνα μου, είναι καλά και φρόνιμα παιδιά... «άμα είναι να χάσω τα παιδιά μου καλύτερα να πονάω».

Και ενώ συνέβαιναν αυτά τα γραφικά εκεί στο όριο ανάμεσα στην κωμωδία και στο δράμα, στον ουρανό, που έπαιρνε τα χρώματα της καταιγίδας της επόμενης μέρας, και πάνω από τα κεφάλια μας, σε σχεδιασμούς, πετούσαν τα μαχητικά αεροπλάνα, κάνοντας πρόβα για τη μεγάλη στρατιωτική παρέλαση της 28ης Οκτωβρίου.

Γι' αυτό και οι σημαίες στα μπαλκόνια της πόλης, γι' αυτό και τα παιδάκια της προσχολικής ηλικίας αποστήθιζαν ποιηματάκια για την επέτειο του ΟΧΙ: δώσ' μου μανούλα μιαν ευχή κι έλα να σε φιλήσω/ μισεύω αύριο ταχύ/ και πάω να πολεμήσω, φώναζε η γιαγιά του Γιωργάκη στην παιδική χαρά της Ξηροκρήνης και στη λαϊκή αγορά του Σαββάτου στις 25 Οκτωβρίου μια λαχαναπώλις έβαλε το κινητό στο αυτί μου να ακούσω την εγγονούλα της να απαγγέλλει με κοφτές ανάσες τις «πολύ δύσκολες λέξεις» του δικού της ποιήματος που τελείωνε κάπως έτσι:

Μα, γλυκιά μου Ελλάδα, δεν πεθαίνεις,

όπως δεν επέθανες ποτέ.

Ζεις αιώνια και όλους ανασταίνεις,

όταν ξαναλές «Μολών λαβέ».

Την ίδια μέρα στη διαδρομή προς το κέντρο της πόλης... ο ταξιτζής με πήγε από την παλιά παραλία που έχω να την περπατήσω χρόνια...

Ηταν πρωί και ένα περίεργο άσπρο φως έπεφτε πάνω στον Λευκό Πύργο τόσο εκτυφλωτικό, που σχεδόν τον εξαφάνισε από τη φωτογραφία που προσπάθησα να βγάλω μέσα από το παρμπρίζ. Το ταξί πήγαινε αργά και γιατί είχε κίνηση και γιατί ψιλοέβρεχε και γιατί στο κεφάλι μου τρελάθηκε ο χρόνος. Πρώτα έγινε Κυριακή απόγευμα του '60. Στην παραλία άρχιζε η μεγάλη βόλτα ή αλλιώς το νυφοπάζαρο: Φτωχές κοπέλες από τις συνοικίες ντυμένες με τα καλά τους και με ξυμένα κρεπαριστά μαλλιά ψεκασμένα με γυαλιστερή λακ χύμα από το πλαστικό μπουκάλι που κολούσε, κουνούσαν ελαφρά τους γοφούς αγκαζέ πάνω στα τακουνάκια τους. Πίσω πηγαίνανε τα φανταράκια και τα αγόρια με τα σηκωμένα μανίκια στα άσπρα τους πουκάμισα...

Κάποια ζευγαράκια ακουμπισμένα στα μαντεμένια χυτά καγκελάκια της προκυμαίας με τα σκαλοπατάκια προς τη θάλασσα, χαϊδολογιούνταν και κρυφοφιλιόντουσαν και πάνω από τον Λευκό Πύργο μέχρι τον Ολυμπο και πίσω ξανά και χιαστή κρεμόντουσαν χάρτινα σημαιάκια γαλανόλευκα με σταυρούς... Και λαμπιόνια πολλά ανάψανε κρεμασμένα στα σύννεφα... Υστερα ήρθαν οι βαρκούλες με τα γυναικεία ονόματα Αννα... Μαρία... Ελένη... και τα καΐκια με τα πανιά... και από την Περαία τα καραβάκια να μας πάνε για μπάνιο... και γέμισε ο Θερμαϊκός, που να μην βλέπεις θάλασσα και πάνω από τα πλεούμενα εμφανίστηκε η βυζαντινή ζωγραφιά του Αγίου Δημητρίου του μυροβλήτη καβάλα στο άλογο, κομμένη γύρω γύρω με ψαλίδι... και ο Βασιλιάς Γεώργιος της απελευθέρωσης έφιππος είρθε και τα τανκς των Γερμανών ανάκατα και από τις πόρτες των ξενοδοχείων Ολυμπος-Παλλάς, και Μεντιτερανέ... από το Ματζέστικ και το Σπλέντιτ βγήκανε στο δρόμο όλα τα έθνη και από τα σινεμά οι κοινότητες και συγχρωτίζονταν οι τάξεις και από το Κρυστάλ, τον Ολυμπο, και το Αλάμπρα βγήκαν οι κοσμικές κυρίες... και στη θέση των πολυκατοικιών φύτρωσαν καμινάδες και «είδα» από τον καθρέπτη πίσω μου το τραμ αλλά στο πλακόστρωτο δεν είχε ράγες παρά μόνο ίχνη και εγώ δεν ήμουν πλέον στο ταξί αλλά σκαρφαλωμένη στο ταπόνι ενός τρένου που τραβούσε κατευθείαν στη φωτιά και στη στροφή για την Παύλου Μελά 'ήρθε ο ποιητής:

Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου, Τα μάτια σου

Οταν κοιτάζω τα μάτια σου, μορφή απροσπέλαστη

δεν ξέρω, δεν μπορώ, μια θάλασσα δίχως χρωματισμένα φώτα

ματαιωμένες γιορτές, πικρή γεύση του άδειου

και ανώφελου καιρού

Από τη συλλογή Δύσκολος θάνατος (1954)

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Στη στήλη
Η ΜΑΤΙΑ ΤΗΣ ΣΟΦΙΑΣ