Έντυπη Έκδοση

Ποτέ δεν ξέρεις που οδηγεί μια φάρσα

Στη φαρσική παράδοση της κωμικής όπερας συνήθως γελάμε με τα παθήματα των πρωταγωνιστών. Ομως στο «Cosi fan Tutte» (Ετσι κάνουν όλες, Βιέννη, 1790), τρίτο έργο της τριλογίας Ντα Πόντε - Μότσαρτ, ο μεν κειμενογράφος γράφει ένα κείμενο εξαιρετικά υψηλής έκφρασης, ο δε συνθέτης εμβαθύνει τόσο πολύ στα συναισθήματα των ηρώων του, που φτάνουμε σε ένα ψυχολογικά πολύπλοκο δράμα.

Σκηνές από  την όπερα του Μότσαρτ «Ετσι κάνουν όλες» στην Εθνική Λυρική Σκηνή Σκηνές από την όπερα του Μότσαρτ «Ετσι κάνουν όλες» στην Εθνική Λυρική Σκηνή Η υπόθεση αφηγείται την ιστορία δύο νέων ευγενών από τη Νάπολη, του Γκουλιέλμο και του Φεράντο, που στοιχηματίζουν με τον φιλόσοφο Αλφόνσο ότι οι δύο αδελφές αρραβωνιαστικιές τους, η Φιορντιλίτζι και η Ντοραμπέλα αντίστοιχα, θα τους είναι για πάντα πιστές. Οι δυο τους λοιπόν φεύγουν δήθεν στον πόλεμο, και επανέρχονται μεταμφιεσμένοι σε εξωτικούς Αλβανούς και φλερτάρουν ο ένας την αρραβωνιαστικιά του άλλου. Οι δύο κοπέλες, χειραγωγημένες από τον Αλφόνσο και την υπηρέτρια Ντεσπίνα, τελικά ενδίδουν. Η φάρσα αποκαλύπτεται και τα δύο σοκαρισμένα ζευγάρια ξαναενώνονται έχοντας όμως αποκτήσει μια γλυκόπικρη εμπειρία ζωής.

Το έργο για πολλά χρόνια απορρίφθηκε ως απαράδεκτο. Χρειάστηκε να φτάσουμε στον μεταπολεμικό 20ό αιώνα και να μιλήσουμε ανοιχτά για σεξουαλικότητα, ώστε το έργο να γίνει πάλι γνωστό. Από τότε όμως κερδίζει συνεχώς δημοτικότητα και φέτος εγκαινίασε την καινούργια περίοδο της Εθνικής Λυρικής Σκηνής στο Θέατρο Ολύμπια. Παρακολουθήσαμε την πρώτη παράσταση αλλά και τη δεύτερη από τις συνολικά τρεις διανομές, την Παρασκευή και το Σάββατο 24 και 25 Οκτωβρίου αντίστοιχα.

Τη σκηνοθεσία ανέλαβε όπως και στο περσινό ξεκίνημα η Ροδούλα Γαϊτάνου, η οποία μετέφερε τη δράση σε μία (προ)σχηματική Βιέννη του ύστερου 19ου αιώνα, στην εποχή του Φρόιντ και της γένεσης της ψυχανάλυσης. Το σκηνικό πλαίσιο ήταν μία συλλογή σπανίων αντικειμένων, ένα cabinet of curiosities για να χρησιμοποιήσουμε τον αγγλικό όρο που προέκριναν η σκηνοθέτις και ο σκηνογράφος Γιώργος Σουγλίδης. Ο συλλεκτισμός την εποχή του Μότσαρτ ήταν πράγματι στο απόγειό του, την εποχή πάντως του Φρόιντ είχε ήδη δώσει τη θέση του στο οργανωμένο μουσείο και τις παγκόσμιες εκθέσεις. Στην παράσταση τις τρεις πλευρές της σκηνής κάλυψε μια μαύρη ξύλινη βιβλιοθήκη με σύγχρονες προθήκες φωτισμένες με σποτάκια, ενώ δύο ξύλινες τροχήλατες σκάλες χρησιμοποιήθηκαν σαν κινούμενα στοιχεία. Γενικά η αισθητική του θύμιζε τη σύγχρονη διακόσμηση χώρων εστίασης: το cabinet of curiosities θα μπορούσε κάλλιστα να είναι ένα σοφιστικέ μπαρ.

Η αμφίθυμη σχέση των κοριτσιών με τη σεξουαλικότητα ήταν ένα από τα θέματα που θέλησε να αναδείξει η σκηνοθέτις. Στο πρώτο ντουέτο της Α' πράξης για παράδειγμα η Ντοραμπέλα φέρνει αφηρημένη το χέρι της προς την ηβική της χώρα, ενώ η επαγρυπνούσα Φιορντιλίτζι την επαναφέρει άμεσα στην τάξη. Πάντως συνολικά δεν ήταν εύκολο να διακρίνει κανείς την ψυχολογική εξέλιξη των ηρώων. Επίσης προστέθηκαν μια δεκαριά βωβά πρόσωπα, καμαριέρες και υπηρέτες, επιλογή όχι αναγκαστικά συμβατή με ένα έργο απόλυτης δραματικής οικονομίας. Κατά τη μεταφορά από τον 18ο στον 19ο αιώνα υπήρξαν και κάποιες απώλειες, όπως στη σκηνή του γιατρού στην Α' πράξη, όπου η σάτιρα του μεσμερισμού (μαγνητοθεραπεία) αποσιωπήθηκε και από τη μετάφραση.

Ο αρχιμουσικός Μίλτος Λογιάδης διήυθυνε με στιλ και εντός ύφους, με δραματική αίσθηση, αναδεικνύοντας με διαύγεια τα ηχοχρώματα και την αρμονία, που στις όπερες του Μότσαρτ είναι φορείς ψυχογραφικών εξελίξεων. Η ορχήστρα ανταποκρίθηκε καλά με μικροεξαιρέσεις. Βοήθησε και ο αριθμητικός περιορισμός σε 40 άτομα, κάτι που ανταποκρίνεται ιδανικά και στις απαιτήσεις του Μότσαρτ όσο και στο ακουστικό μέγεθος της αίθουσας, ενώ καλή εμφάνιση έκανε και η αντίστοιχα μικρή χορωδία (διεύθυνση Αγαθάγγελος Γεωργακάτος). Μάλλον αδιάφορη ήταν η απόδοση των ρετσιτατίβι, τα οποία άλλωστε δόθηκαν και με μικροφωνική ενίσχυση του τσέμπαλο.

Στη σκηνή τα πράγματα ήταν πιο μικτά. Την πρώτη βραδιά κυριάρχησαν οι πανέμορφες κυρίες: η Μυρτώ Παπαθανασίου (Φιορντιλίτζι), η Ειρήνη Καράγιαννη (Ντοραμπέλα) και ακόμη περισσότερο η Μυρσίνη Μαργαρίτη (Ντεσπίνα) με την ευλύγιστη και ακριβή φωνή που ταιριάζει στο ρόλο. Εξαιρετικός ήταν ο Χριστόφορος Σταμπόγλης (Αλφόνσο), ενώ ο Διονύσης Σούρμπης (Γκουλιέλμο) έκανε ένα πάρα πολύ καλό ξεκίνημα στο ρόλο. Ο Αντώνης Κορωναίος (Φεράντο) είχε αντίθετα αρκετές δυσκολίες.

Στη δεύτερη διανομή κυριάρχησαν οι δύο άντρες εραστές: ο πάντοτε καλός Χάρης Ανδριανός (Γκουλιέλμο) και ο Βασίλης Καβάγιας (Φεράντο). Αν και η έρρινη χροιά του νέου τενόρου ξενίζει, η απόδοση της άριας στην Α' πράξη ήταν καταπληκτική, και κρίμα που τη σαμποτάρησε από την αρχή ώς το τέλος μια καρέκλα από την ορχήστρα που έτριζε. Πολύ καλοί ήταν και ο Δημήτρης Κασιούμης (Αλφόνσο), η Αρτεμις Μπόγρη (Ντοραμπέλα) και η Βασιλική Καραγιάννη (Ντεσπίνα), ενώ η Μαρία Μητσοπούλου είχε μια αρκετή άνιση απόδοση.

Γενικά στο τραγούδι ένιωθε κανείς μια κάποια αποστασιοποίηση. Φράσεις όπως «έχω έναν Βεζούβιο στο στήθος» τραγουδήθηκαν σε χαμηλή θερμοκρασία. Επιπλέον και οι δύο διανομές επιβαρύνθηκαν σημαντικά από την παρουσία έστω ενός/μίας τραγουδιστή/στριας που δεν ήταν ο/η κατάλληλος/η για το ρόλο. Για το θέμα αυτό, που έχει βλάψει και άλλες παραγωγές, προβάλλεται η δικαιολογία ότι για οικονομικούς λόγους το θέατρο αναγκάζεται να χρησιμοποιεί τους καλλιτέχνες που έχουν μόνιμα συμβόλαια. Πολύ φοβόμαστε όμως ότι έτσι μπαίνει σε κίνδυνο η ποιότητα ολόκληρης της παράστασης, ενώ στην πραγματικότητα υπάρχουν και καλλιτέχνες στη χώρα που μάλλον δεν θα απαιτούσαν υπερβολικές αμοιβές.

Στην τελευταία συνέντευξη Τύπου πάντως και ο καλλιτεχνικός διευθυντής της ΕΛΣ Μύρων Μιχαηλίδης διαβεβαίωσε τους ανησυχούντες για τις θεωρούμενες ακριβές μετακλήσεις ότι οι καλοί τραγουδιστές επιστρέφουν την αμοιβή τους και με το παραπάνω. Δεν θα μπορούσαμε να το πούμε καλύτερα. 

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Με λέξεις-κλειδιά
Παραστάσεις
Εθνική Λυρική Σκηνή
Θέατρο
Οπερα