Έντυπη Έκδοση

Αποψη πολέμου

Τσιγάρο στα δάχτυλα, πικρός καφές σε προπολεμική βρετανική πορσελάνη, ακουμπισμένος στο τραπεζάκι: «Δεκαεφτά μπορεί και δεκαοχτώ, τελειωμένο μόλις Αρσάκειο. Μία πρώτη γλυκιά αίσθηση ενηλικίωσης η απαλλαγή των μαλλιών μου απ' το αντιαισθητικό χτένισμα των κεφτέδων στα πλαϊνά της κεφαλής και η αντικατάσταση του από ένα μακρύ, ανέμελο καρέ. Δεύτερη -πικρή τούτη τη φορά- αίσθηση, ο νυμφίος που συνόδευσε το οικογενειακό δείπνο την επομένη της αποφοίτησης μου.

Διαλεγμένος απ' τον πατέρα μου, τι αντίρρηση να φέρω; τον πήρα. Ησυχος, μετρημένος, πολυάσχολος, ανώτερος δημόσιος υπάλληλος με πολιτικές φιλοδοξίες (ανήκε στον ευρύτερο κύκλο υποστηρικτών του Κοτζιά, θαυμαστής των «επιτευγμάτων» του ευρωπαϊκού φασισμού). Στεγνός κι αδιάφορος στον συζυγικό βίο, στραγγισμένος από συναίσθημα, στο κρεβάτι ακόμη, φαντάσου, δυο άηχες ανάσες και γύριζε πλευρό.

Ωσπου τον βρήκα ένα χάραμα, σωριασμένο στην εξώπορτα, βρομούσε αλκοόλ, μισογδυμένος. Δεν μπήκε στον κόπο να μου εξηγήσει. «Μας προσβάλλει κάθε συζήτηση επ' αυτού». Τελεία. Αντιλαμβάνεσαι; Απαξίωση, υποτίμηση, υποταγή. Τον μούντζωσα. Επιχείρησα να επιστρέψω στο πατρικό μου αλλά η απολυτότητα των γονιών πως η θέση μου είναι δίπλα στον άνδρα μου, με υποχρέωσε να καταφύγω σε μια φίλη.

Μπλεγμένη στην Αντίσταση εκείνη, όταν πιά στερεώθηκε η Κατοχή, έμπασε και μένα. Το πήρα για παιχνίδι στην αρχή, έβραζε και το αίμα μου, έπεσα και στον έρωτα του ΕΛΑΣίτη, βγήκα μαζί του στο βουνό. Αμάθητη στην κακουχία, δεινοπάθησα, υπέφερα μα τον ακολούθησα, πιστό σκυλί. Πόλεμος και πάθος... Αλλά ήταν τζαναμπέτης και δύστροπος, του άρεσε κι ο ποδόγυρος. Απηύδησα κάποτε και του γύρεψα σεβασμό. «Ανδρες ρε, μα φασίστες, μα κομμουνιστές, τα ίδια σκατά είστε». «Σκάσε» μου ύψωσε τη φωνή, ούρλιαζα κι εγώ, με πλάκωσε στα χαστούκια, μάτωσα, έσκυψε να με σκουπίσει, του δίνω μια κλωτσιά στ' αχαμνά, σφάδαξε απ' τον πόνο. «Θα σου ξεριζώσω το μουνί και θα στο δώσω να το φας». Συνέχισε να με βαράει, έπεσαν πάνω του οι άλλοι τον έκοψαν, με τράβηξαν και μένα μακριά. Δεν τον ξανάδα από τότε.

Στο μεγάλο πανηγύρι της Απελευθέρωσης στην Αθήνα, το μάτι μου διέκρινε κάπου και τους δύο μου άνδρες (ίσως βέβαια και να πρόκειται για οφθαλμαπάτη, παιχνίδι του μυαλού). Θυμούμαι, όμως, ότι στη σκέψη τους και μόνον, με κυρίευσε η στενοχώρια. Ξάφνου ο νέος κόσμος που ανοιγόταν, που προσδοκούσαμε, που γιορτάζαμε, μου φάνηκε το ίδιο παλιός, απαράλλαχτος. Ανδρικός, πατριαρχικός, το ίδιο αφιλόξενος. Και έξω δεν έπεσα».

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Στη στήλη
Εξιστορήσεις