Έντυπη Έκδοση

ΑΓΓΕΛΟΣ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

«Οσα μου έμαθε το πανάκριβο «ευτελές»»

Ο ΑΓΓΕΛΟΣ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ, ΣΠΑΝΙΖΟΝ ΕΙΔΟΣ ΠΟΛΥΤΑΛΑΝΤΟΥ ΚΑΙ ΠΟΛΥΣΧΙΔΗ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗ, ΓΡΑΦΕΙ ΓΙΑ ΤΟ ΠΩΣ ΩΣ ΕΙΚΑΣΤΙΚΟΣ, ΔΙΑΛΕΞΕ ΤΟΝ «ΤΑΠΕΙΝΟ» ΠΗΛΟ ΩΣ ΠΡΩΤΗ ΥΛΗ ΣΤΑ ΕΡΓΑ ΤΟΥ, ΜΕ ΤΑ ΟΠΟΙΑ ΠΡΟΣΔΟΚΑ ΝΑ ΒΑΛΕΙ ΜΙΑ ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΨΗΦΙΔΑ ΣΤΟ ΜΩΣΑΙΚΟ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

«Το Δείπνο» «Το Δείπνο» Η βαθιά μου πίστη στην αξία του ευτελούς ξεκινά από γενέσεως κόσμου. Του δικού μου κόσμου. Το ευτελές μού δίδαξε πως ο κόσμος δεν είναι τίποτε άλλο από τις αλλεπάλληλες προβολές των δικών μας κόσμων πάνω στο πανί του σύμπαντος.

Η πίστη μου αυτή έχει μια σαφώς «φροϊδική» καταγωγή, ενώ μέσα από την καλλιτεχνική μου ωρίμανση συνάντησε και τη φιλοσοφική της καταγωγή.

Η μητέρα μου γεννήθηκε σε μια αστική οικογένεια του Κιάτου και παντρεύτηκε τον άνδρα που εκείνη διάλεξε (τον Νίκο Παπαδημητίου, έναν σπάνιο άνθρωπο που μας ισορροπούσε όλους) και έκανε τα παιδιά που εκείνη ήθελε κι όχι τα παιδιά που κάποιος άλλος ονειρεύτηκε. Ετσι, άθελά της, πρόσθεσε με μια φίνα αναίδεια την αυθεντικότητα στο DNA μου, επεμβαίνοντας στο θείο έργο με το γνωστό της αιθέριο θράσος.

Γι' αυτό γεννήθηκα (το 1952) με μια οίηση που πάλεψα πολλά χρόνια για να καταλάβω πως μου ανήκει δικαιωματικά.

Αυτό το θράσος και η αναίδεια η εξ ίσου, θέλω να πιστεύω, φίνα πέρασαν στο αίμα μου σαν σαρκασμός, ενώ παράλληλα έμαθα από νωρίς να κλείνω το μάτι στις προκλήσεις.

Το ότι η Τέχνη ήταν η μεγάλη πρόκληση, ήταν το sine qua non της ζωής μου. Ποια τέχνη όμως, από τις τρεις που μου έγνεφαν προκλητικά, θα με έριχνε πρώτη στο στίβο;

Οσο γνώριζα τον εαυτό μου καταλάβαινα πως το τραγούδι και το θέατρο με έδεναν άμεσα με την ιστορία των δημιουργών τους, είτε αυτός λεγόταν Γιαννίδης, Αττίκ, Χαιρόπουλος ή Σέξπιρ, Τσιφόρος και Μολιέρος. Ολοι αυτοί είχαν το δικό τους πεπρωμένο, το δικό τους κόσμο που πρόβαλλαν πάνω στο πανί του σύμπαντος, τη δική τους ιστορία. Και κάθε φορά που άνοιγα το στόμα μου για να τους ερμηνεύσω, να τους δώσω φωνή, ενωνόμουν μοιραία με την ιστορία αυτή.

Κι εγώ ήθελα να πω τη δική μου ιστορία.

Τα εικαστικά μου έδωσαν αυτήν ακριβώς τη δυνατότητα: μια και είναι ένα λευκό, άγραφο χαρτί, κάθε τελεία που απόθετα εκεί συνέθετε τη δική μου ψηφίδα στο ψηφιδωτό του κόσμου.

Εγώ γνωρίστηκα με το χώμα, γίναμε φίλοι από την αρχή.

Χώμα ήταν η χώρα που με γέννησε, στο χώμα σερνότανε και στο χώμα παρέσυρε την οικογένειά μου, που κρατούσε όμως γερά τις μνήμες της καταγωγής μας και ταυτόχρονα τις έπνιγε λυτρωτικά στον εμπαιγμό.

Σ' αυτή τη χώρα λοιπόν, ως εικαστικός, πώς να συνομιλήσω με το καλοσμιλεμένο Πεντελικό μάρμαρο; Ετσι, σήκωσα στα χέρια μου τον πηλό, το χώμα δηλαδή, σε μια άνιση μάχη. Πρόγονοι με περικύκλωναν, από παντού. Παλαιοί και πρόσφατοι. Εσκυψα το κεφάλι για να εργασθώ κι όχι για να υποχωρήσω. Γιατί εργάστηκα κι εργάζομαι σκληρά. Η ζωή μου και ο χαρακτήρας μου -για όσους δεν με γνωρίζουν- μπορεί να δίνει μια εντύπωση χαράς κι ελαφρότητας. Η χαρά, ναι, υπάρχει. Ομως εργάστηκα πολύ, με κάθε μέρος του είναι μου για να δημιουργήσω το έργο μου. Μέσα από αυτή τη σκληρή εργασία συνειδητοποίησα πως ο κόπος και η σχέση μου με την «ευτελή» ύλη εξιλέωναν την οίησή μου και μου άνοιγαν μια πόρτα στην πραγματική ταπείνωση, δηλαδή το άφημα στη σχέση με τη ζωή.

Θέλησα από το τίποτα να δοξάσω την ύλη και εκεί αποσαφήνισα τη φιλοσοφική καταγωγή της σκέψης και των επιλογών μου.

Σ' αυτή τη χώρα, που είναι μοιραία σύμβολο του ανθρώπινου πνεύματος, θέλησα να πολεμήσω για την αθανασία της ύλης. Μια ζωή άκουγα για «άγια χώματα» και τούτο το χώμα δεν έσκυψε κανείς να το πιάσει. Με αυτό το αιθέριο θράσος, κληροδότημα των γονιών μου, ύψωσα το ανάστημά μου στο πνεύμα για να του ψιθυρίσω παιχνιδιάρικα στο αυτί πως θα ήταν τίποτα χωρίς την ύλη, όπως ακριβώς μια νότα στο πεντάγραμμο, δίχως την ανθρώπινη φωνή. Τι είναι όμως η φωνή; Μονάχα σάρκα και οστά; Το ταπεινό, το ευτελές δεν εμπεριέχει ήδη το πνεύμα; Ο πηλός ή ο χαρτοπολτός δεν ενέχουν την προδιάθεσή μου για το έργο που πρόκειται να γίνουν;

Με τη γνωστή φίνα, ελπίζω, αναίδεια υψώνω τη φωνή μου στον Πλατωνικό δυϊσμό και φωνάζω στιβαρά: Είμαστε Ενα! απελευθερώνοντας το ευτελές από το σύνδρομο κατωτερότητας που του είχαμε επιβάλει, αιώνες τώρα.

Ομως όλα αυτά δεν θα είχαν νόημα αν δεν ήταν ένα παιγνίδι. Οσο αγαπώ τη σοβαρότητα τόσο απεχθάνομαι τη σοβαροφάνεια. Ολη η ζωή και το έργο μου αποκτούν νόημα γιατί τίποτα δεν έχει νόημα. Προβολές πάνω σ' ένα πανί. Το νόημα είναι αλλού και τυχεροί όσοι από μας απαντηθήκαμε μ' αυτό.

Αυτά μου έμαθε το πανάκριβο «ευτελές».

Κι έγινε ο λόγος που επιλέγω συνειδητά, σε κάθε έκφανση της τέχνης μου, να κρατώ στα χέρια μου το χώμα απ' όπου προήλθα κι όπου θα καταλήξω.

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ

* Γεννήθηκα κι αυτό μου φτάνει. Οπως έλεγε η μανούλα μου, δεν έχει σημασία τι ήμασταν παλιά, σήμερα τι είμαστε! Μπορείτε να με «συναντήσετε» στην «Xenia» του Πάνου Κούτρα, στο «Δεκαήμερο» του Νίκου Καραθάνου στο Εθνικό και είστε όλοι καλεσμένοι στην έκθεση στο Μουσείο Βορρέ που άρχισε στις 20.10.14 με τίτλο «Ιστορία-Ειρωνεία» σε επιμέλεια του Μάνου Στεφανίδη.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Με λέξεις-κλειδιά
Εικαστικά
Καλλιτεχνικό ρεπορτάζ
Πρόσωπα & Γεγονότα
Συνεντεύξεις
Πρόσωπα