Έντυπη Έκδοση

Κυνηγώντας το θάνατο...

Ακόμα και τα άδεια όπλα, όπως λέγεται, σκοτώνουν. Οταν είναι γεμάτα δε, μερικές φορές δεν ξέρουν τι κάνουν, τι σκοτώνουν, όταν η ζωή με τα τερτίπια της τα βρίσκει με το θάνατο

Ησαν από το ίδιο χωριό. Αχώριστοι φίλοι. Προχθές έγινε η κηδεία του Νικήτα. Την ίδια ώρα ο Θέμης εμφανίζεται αυτοβούλως με το συνήγορό του (τον γράφοντα) και ζητά προθεσμία για να ετοιμάσει την απολογία του.

 Θα ήμουν άδικος αν έπαιρνα θέση για τις επιλογές πολλών ανθρώπων σε προσωπικές δραστηριότητες για επικίνδυνα σπορ ή αν θέλετε στην καθιερωμένη ποια λέξη, για επικίνδυνα χόμπι.

Αγώνες ταχύτητας, ορειβασίες, καταδύσεις, αλεξίπτωτα. Για το τελευταίο ομολογώ την προσωπική μου «ένοχη» επιλογή, ένα μικρόβιο θα έλεγα που το κουβαλάω από την εποχή που υπηρετούσα στη 2α μοίρα Αλεξιπτωτιστών πριν από τριάντα και βάλε χρόνια.

Κι έρχομαι στο τραγικό συμβάν. Θα αφήσω κατά μέρος τα νομικίστικα και αυτό κυρίως για λόγους δεοντολογίας, σεβόμενος πάνω απ' όλα τη μνήμη του 25χρονου παλικαριού που «έφυγε» αλλά και το τεκμήριο αθωότητος του εντολέα μου.

Προτιμώ την ανθρώπινη προσέγγιση σε μια τόσο ευαίσθητη υπόθεση που αφορά το κυνήγι ως χόμπι, άρα και χιλιάδες συνανθρώπους μας, στην ύπαιθρο και ανά την επικράτεια που το επιλέγουν με πάθος.

Οι δύο φίλοι πήγαιναν συχνά για κυνήγι και είχαν πάμπολλες επιτυχίες. Τώρα όμως η παρέα έσπασε. Και η ζωή παίζει πολλά παιχνίδια. Δεν πρέπει να της έχουμε απόλυτη εμπιστοσύνη. Πολλές φορές γίνεται «ανήθικη». Απαξ και τα βρει με το θάνατο, μέσα σε κλάσματα δευτερολέπτου μάς στέλνει στην αγκαλιά του.

Οι δύο φίλοι γύριζαν στο χωριό. Περπατούσαν και το κακό έγινε. Αλλά δεν θέλω και δεν πρέπει να μιλήσω για την ουσία της υποθέσεως που έχει πάρει την πορεία της προς τη δικαιοσύνη. Οταν προηγήθηκα να συναντήσω τον εισαγγελέα στην επαρχιακή πόλη και να προαναγγείλω την αυθόρμητη παρουσία μας στις Αρχές, με πληροφόρησε πως είναι το τρίτο περιστατικό στην περιοχή σε μικρό χρονικό διάστημα. Αξιωματικός της Αστυνομίας μού μίλησε για το πιο τραγικό, όταν ο θείος τραυμάτισε θανάσιμα τον ανιψιό του που εξέλαβε ανάμεσα στις φυλλωσιές ως θήραμα.

Αυτό που θέλω να καταθέσω είναι η αξιέπαινη συμπεριφορά, η σπάνια ανθρωπιά που ξεχειλίζει μέσα από το βαθύ πένθος της οικογένειας του αδικοχαμένου νέου και σμίγει με το αληθινό γοερό κλάμα και τον πόνο ψυχής της άλλης οικογένειας.

Οταν ετοιμαζόμασταν για τη διαδικασία της απολογίας μας ενώπιον των Αρχών, η οικογένεια του εντολέα μου κοιτούσε με ανησυχία την ώρα. Επρεπε να προλάβουν να πάνε στο χωριό να πουν το δικό τους «καλό ταξίδι» στον Νικήτα. Τα δικά τους λόγια έχουν ένα ιδιαίτερο, διαφορετικό βάρος, ενώ ο τραγικός πατέρας ειδοποίησε τον πατέρα του Θέμη «τον Θέμη και τα μάτια σας, μη μας βρει κι άλλο κακό», και «έχει να μεγαλώσει παιδιά».

Είναι αυτό το μεγαλείο που κρύβουν οι άνθρωποι μέσα στην πληγωμένη ψυχή τους, που έχασαν ό,τι πιο πολύτιμο είχαν, το παιδί τους. Κι όμως, βρίσκουν το κουράγιο κι εκδικούνται το θάνατο. Είναι οι απλοί άνθρωποι, που διδάσκουν και αφήνουν άφωνα τα άρθρα του Ποινικού Κώδικα, που προσπερνούν την Ποινική Δικονομία και βαδίζουν πάνω στις δικές τους ηθικές αρχές. Που μας θυμίζουν πως η φιλία παραμένει διαχρονικά στο πέρασμα των αιώνων η πιο μεγάλη αρετή.

Επίτηδες άφησα για το τέλος την αναφορά μου στον Θέμη, τον άνθρωπο που ανεβαίνει το δικό του Γολγοθά. Μου έλεγε πως πήραν αυτό το απόγευμα το δρόμο του γυρισμού, για το χωριό, κουρασμένοι, ενώ συζητούσαν και προγραμμάτιζαν από πού θα άρχιζαν πάλι το πρωί.

Κουρασμένοι αλλά και καμαρωτοί, με την ιδιαίτερη πειθαρχία των κυνηγών. Με στρατιωτικού τύπου παντελόνια, με χιαστί τις καραμπίνες, την Luigi Franki ο Νικήτας, τη Beretta ο Θέμης.

Και ο πυροβολισμός; Και η συνέχεια... Σαν σε ταινία που έπρεπε να γυριστεί στα «Βατάκια» (έτσι λέγεται η περιοχή). Δύο φορές πρόλαβε να φωνάξει το όνομα του αδελφικού του φίλου ο Νικήτας και έγειρε πάνω του. Επεσαν και οι δυο. Το αίμα άρχισε να ποτίζει τα χορτάρια.

Ο Θέμης έβγαλε την μπλούζα του και προσπάθησε να περιορίσει την αιμορραγία. Μάταια, το τραύμα είχε μεγάλη διάμετρο. Βλέπει το φίλο του να κιτρινίζει και καλεί σε βοήθεια, συγγενείς και φίλους. Σε λίγο όλοι εκεί. Εκεί και ο κοινοτάρχης, εκεί το ασθενοφόρο, εκεί και ο γιατρός.

Το ένα παλικάρι ήδη νεκρό. Το άλλο αφού έφθασαν οι δικοί του άνθρωποι, άρχισε να τρέχει μέσα στα αμπέλια, στις ελιές, στον κάμπο... Δεν σκότωσε. Εχασε τον καλύτερό του φίλο. Η καραμπίνα Luigi Franki και η Beretta ποτισμένες με αίμα, η μια δίπλα στην άλλη απέδιδαν τιμές σιωπηρά. Τι θα μπορούσαν να πουν; Αισθάνονταν ενοχές. Αλλος ήταν ο προορισμός τους. Ακόμα και τα άδεια όπλα, όπως λέγεται, σκοτώνουν. Οταν είναι γεμάτα δε, μερικές φορές δεν ξέρουν τι κάνουν, τι σκοτώνουν, όταν η ζωή με τα τερτίπια της τα βρίσκει με το θάνατο.

Καλό ταξίδι, Νικήτα.

Καλό κουράγιο, Θέμη.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Ελλάδα
Με λέξεις-κλειδιά
Δημοσιεύματα/Αρθρα/Σχολιασμοί/Παρεμβάσεις